Ένας ευεργετικός ιός

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 

"Κόντρες". Φωτογραφία του Ρομπέρ Ντουανό

Σε ένα χρονολόγιο με τα πολιτικά και δημοσιογραφικά γεγονότα του έτους, μικρά και μεγάλα, φαντάζομαι ότι στις εγγραφές της προηγούμενης εβδομάδας θα περιλαμβάνονταν, εκτός από τις εκλογές, η έξωση των σελίδων του «Ιού» από την Ελευθεροτυπία. Aκούγεται ίσως υπερβολικό, και γι’ αυτό σπεύδω να εξηγήσω το γιατί — και ειδικότερα γιατί η εξέλιξη αυτή αποτελεί γεγονός όχι μόνο δημοσιογραφικό, αλλά και πολιτικό, τουλάχιστον για όσους και όσες μιλάμε από την πλευρά της Αριστεράς. Τι ήταν λοιπόν εκείνο το ιδιαίτερο που έκανε την ομάδα του «Ιού» να ξεχωρίζει;

***

Πρώτα απ’ όλα, η ανεξαρτησία της: από το κράτος, τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, τους κομματικούς και επιχειρηματικούς «παράγοντες». Ιδιότητα ανεκτίμητη, σε μια εποχή που οι «διοχετεύσεις», οι «δηλώσεις κύκλων», η συμμόρφωση «προς τας υποδείξεις» πυκνώνουν, κι έτσι, συχνά, διαβάζοντας ένα άρθρο, προσπαθείς να σκεφτείς ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που γράφτηκε, ή –ακόμα χειρότερα– το διαβάζεις όχι για όσα λέει, αλλά για εκείνα που διακρίνεις πίσω από τις γραμμές. Μια ανεξαρτησία που δημιουργεί στον αναγνώστη την αναγκαία συνθήκη εμπιστοσύνης, τον κάνει να ξέρει ότι τα όποια ελαττώματα της στήλης οφείλονται στην άποψη, στο σφάλμα, την αδυναμία ή τον υπερβάλλοντα ζήλο των συντακτών, αλλά όχι σε εξυπηρέτηση αλλότριων και κρύφιων συμφερόντων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Φονταμενταλισμός εναντίον επιστήμης

Standard

του Κώστα Σταμάτη

 

Πωλ Κλέε, "Τυμπανιστής", 1933

Θεοκρατικός φονταμενταλισμός. Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν απαγόρευσε πρόσφατα την καλλιέργεια των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, καθώς και της φιλοσοφίας. Αιτιολογικό ήταν ότι τέτοιοι κλάδοι γνώσης προέρχονται από την «υλιστική» και ελευθερόφρονα Δύση. Διακονούν την επιστήμη με την ανίερη ιδέα ότι μπορεί και να μην υπάρχει Θεός. Και το κάνουν επικαλούμενοι τα θεμελιώδη δικαιώματα, η ενάσκηση των οποίων αφήνεται «αυθαίρετα» στον φορέα τους.

Ματαιοπονία είναι να προσπαθήσει κανείς να ανασκευάσει μια δογματική τοποθέτηση, με σκοπό να μεταπείσει τους πιστούς της. Ας αρκεστούμε αντ’ αυτού σε μια τετριμμένη αντιδιαστολή. Σε δημοκρατική κοσμική χώρα ελεύθερων και ίσων πολιτών ουδείς νομιμοποιείται να επιβάλλει νόημα ζωής στους άλλους ή να αμφισβητήσει το απαράγραπτο δικαίωμα καθενός να δώσει στον εαυτό του τέτοιο νόημα με τρόπο αυτόνομο. Το κράτος δεν είναι απλώς ανεξίθρησκο, αλλά αναγνωρίζει ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης για όλους. Οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να έχει ή να μην έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις, να τις εκφράζει και να τις διαδίδει ελεύθερα. Η επιστήμη και η έρευνα ασκούνται ελεύθερα επί παντός του επιστητού. Αντίστοιχα, το εκπαιδευτικό σύστημα δέον να είναι ανοιχτό σε ολόκληρο τον πλούτο των επιδόσεων ανθρώπινης σκέψης, επιστήμης και πολιτισμού, όπως διαμορφώνονται ιστορικά. Με ζητούμενο να διαπλάσει τους νέους ανθρώπους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες, όπως εξαγγέλλει το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος.

Τα παραπάνω θα άρμοζε να είναι αυτονόητα για οποιονδήποτε πολιτισμένο άνθρωπο στον πλανήτη, μέσα ή έξω από τη λεγόμενη Δύση. Τα θεμελιώδη δικαιώματα για όλους συνέχονται με την ελεύθερη δημόσια κριτική των πάντων. Ακριβώς αυτό είναι που βδελύσσεται οποιοδήποτε θεοκρατικό καθεστώς. Παρά ταύτα, εάν μείνει κανείς σ’ αυτή την εκτίμηση, τότε επαναπαύεται σε μια στάση καθησυχαστική, αποστρέφοντας το βλέμμα από αντίστοιχες παθογενείς και αυταρχικές αντιλήψεις στην ίδια τη Δύση. Φωνές ή νοοτροπίες θρησκευτικού σκοταδισμού ή κοσμοθεωρητικής μισαλλοδοξίας εκδηλώνονται ακόμη και σε καθεστώτα φιλελεύθερα και δημοκρατικά (όπως στις ΗΠΑ ή την Ελλάδα).

Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί η Αριστερά του 40% είναι στο περιθώριο;

Standard

του Γιώργου Σταθάκη

Έργο του Λεοπόλντ Συρβάζ, 1942

Οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου ανέδειξαν στην Αττική πρώτη δύναμη την Αριστερά. Εντούτοις, το βράδυ των εκλογών, η Αριστερά ήταν στα υπόλοιπα, στα αποτελέσματα που κανένα ενδιαφέρον δεν έχουν. Κατά παράδοξο τρόπο, ο «δικομματισμός» εμφανίστηκε νικητής και, καθώς αυτό δεν αρκούσε, εφευρέθηκε ένας νέος «νικητής», η αποχή. Δύο φαντασιακοί «νικητές», υπαρκτοί και οι δύο φυσικά, αλλά υπερτονισμένοι έναντι του ενός και μοναδικού νικητή: της Αριστεράς.

Οι πολίτες συνειδητά ψήφισαν αριστερά σχήματα: το ΚΚΕ (14%), τον Μητρόπουλο υποστηριζόμενο από τον ΣΥΝ (6%), τη Δημοκρατική Αριστερά (4%), τους Οικολόγους-Πράσινους (4%), την Ανταρσύα (2%), τον Αλαβάνο (2%). Σύνολο, μαζί με τα δεκαδικά, 32%. Αυτό το εντυπωσιακό άθροισμα δεν περιλαμβάνει τον «αντιμνημονιακό» Δημαρά, από το ποσοστό του οποίου τουλάχιστον 6-7% θα μπορούσε να θεωρηθεί αριστερής κατεύθυνσης. Κοινώς, η δηλωμένη αριστερή ψήφος αποτελεί την πρώτη προτίμηση της Αττικής, φτάνοντας το 40%. Οι πολίτες δεν ψήφισαν τα κόμματα του δικομματισμού, που κινούνται σε χαμηλά ποσοστά, 20-24% το καθένα.

Εάν ζούσαμε στη Χιλή του 1970 αυτό το ποσοστό θα εξέλεγε τον πρόεδρο Αλλιέντε (33%), ενώ σε οποιαδήποτε λατινοαμερικάνικη χώρα σήμερα θα εξέλεγε έναν από τους πολλούς αριστερούς προέδρους. Στην Ιταλία ή τη Γαλλία του 1960, με μικρότερα ποσοστά, το Ιταλικό  και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (34 και 28%) έγραψαν τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συλβί μέσα στην κρίση

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Γιάννη Αλμπάνη

Είναι πια πολύ σπάνιο να γράφει κανείς για ένα έργο τέχνης, μια παράσταση ή μια ταινία χωρίς να φέρει τη νομιμοποίηση της –συνήθως ακαδημαϊκής– εξειδίκευσης στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Πάνω από το κάθε εν δυνάμει γραπτό του μη ειδικού επικρέμεται ο βαρύς πέλεκυς του «από πού κι ως πού γράφει αυτός…».

Ας είναι. Ορισμένες φορές πρέπει να πάρεις το ρίσκο της μομφής περί ασχετοσύνης, και να γράψεις για τον ενθουσιασμό που μπορεί να προκαλέσει η καλλιτεχνική δημιουργία, αντλώντας την όποια νομιμοποίηση από την πεποίθηση ότι η τέχνη παραμένει μια δημόσια υπόθεση για την οποία μπορεί να τοποθετηθεί, εκτός από τους επαΐοντες, και το κοινό, καθώς και (ή μάλλον κυρίως) από εκείνο το πηγαίο ουρανόμηκες «Μπράβο!» που συνόδευσε αυθόρμητα τα αποθεωτικά χειροκροτήματα μας στο τέλος της παράστασης της Συλβί Γκιλέμ* και του Ράσελ Μάλιφαντ στο Μέγαρο Μουσικής, στις 15 του περασμένου μήνα.

Η Γκιλέμ έχει εμφανιστεί κι άλλες φορές στην Ελλάδα, και είναι αρκετά γνωστός ο θρύλος που φέρει το όνομα της: σε ηλικία δεκαεννιά χρονών ο Νουρέγιεφ την έχρισε «αστέρι» του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού, η φήμη της ξεπέρασε τα όρια του κλασικού μπαλέτου με την περίφημη διαφήμιση 6 o’clock (όπου το σηκωμένο στον αέρα πόδι της φτάνει σε οριζόντια γραμμή με αυτό που στηρίζεται στο έδαφος, όπως ακριβώς οι δείκτες του ρολογιού όταν σημαίνουν 6), στη συνέχεια μια απρόσμενη στροφή στο μοντέρνο χορό και, τέλος, η συνάντηση με τον βρετανό χορογράφο και χορευτή Ράσελ Μάλιφαντ. Κορυφαία στιγμή της κοινής δημιουργικής πορείας τους (καθώς και της συνεργασίας τους με τον υπεύθυνο για τον εκπληκτικό φωτισμό Μάικλ Χάιλς) υπήρξε το ντουέτο Push, το οποίο και παρουσίασαν στο Μέγαρο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

Standard

της Αθηνάς Αθανασίου

 

Μαξ Ερνστ, "Προσεγγίζοντας την εφηβεία ή οι Πλειάδες", 1921

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης— έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Ρενέ Μαγκρίτ, "Διαπερνώντας τον χρόνο", 1938

Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Αμερικανοί εναντίον του εαυτού τους

Standard

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ


του Ρόναλντ Ντουόρκιν

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

"Obamunism"=Communism. Στάλιν, Κάστρο, Λένιν, Μαρξ, Μάο και Ομπάμα

Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών ήταν μια απόλυτη απογοήτευση, απολύτως αναμενόμενη κι όμως εξαιρετικά αινιγματική. Γιατί τόσοι πολλοί Αμερικανοί επιμένουν να ψηφίζουν ενάντια στα ίδια τους τα συμφέροντα; Γιατί τόσες οργισμένες φωνές ενάντια σε ένα σύστημα δημόσιας υγείας που θα τους προσφέρει την καλύτερη περίθαλψη που είχαν ποτέ; Ή ενάντια στις δημόσιες δαπάνες που αποσκοπούν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση η οποία απειλεί περισσότερο εκείνους; Ή ενάντια στην αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας που μειώνει τους δικούς τους φόρους και αυξάνει τη φορολογία για τους ανθρώπους που είναι πιο πλούσιοι από όσο πρόκειται να γίνουν ποτέ οι ίδιοι; Γιατί υποστηρίζουν τόσο μαζικά με την ψήφο τους ένα κόμμα που στηρίζεται από τους τραπεζίτες και τους χρηματιστές που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική καταστροφή που ζούμε;

 

Συγκέντρωση οπαδών του Tea Party, Ουάσινγκτον, άνοιξη 2010

Οι άνθρωποι που ψήφισαν ενάντια στην πολιτική του Ομπάμα –ή απλώς απείχαν από τις εκλογές–, πολλοί από τους οποίους τον ψήφισαν πριν από δύο χρόνια, έχουν σίγουρα κάποιο λόγο που σήμερα του γυρίζουν την πλάτη. Πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτό που λένε: νιώθουν πως χάνουν τη χώρα τους και ότι πρέπει να παλέψουν απελπισμένα για να την πάρουν πίσω. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Υπάρχουν δύο εύλογες απαντήσεις, που είναι και οι δύο τρομακτικές. Μπορεί να εννοούν, πρώτον, ότι η κυβέρνηση Ομπάμα δεν είναι δική τους επειδή είναι πολύ απομακρυσμένη από τη δική τους κουλτούρα· δεν τον νιώθουν δικό τους επειδή είναι τόσο διαφορετικός. Είναι σαφές ότι η πιο σημαντική διαφορά είναι για εκείνους η φυλή — μια φυλή που πολλοί Αμερικανοί συνεχίζουν να θεωρούν ξένη. Νιώθουν, ενστικτωδώς, ότι ένας μαύρος δεν μπορεί να μιλά εξ ονόματός τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η άνοδος του Tea Party: οι δύο Αμερικές

Standard

του Σαμ Χίτσμοου

Μετάφραση:  Σοφία Ζουμπουλάκη

Οι πρόσφατες νίκες της παράταξης του Tea Party επανέφεραν και πάλι στο προσκήνιο μια διαχρονική και έντονη ιδεολογική διαμάχη.

Από τότε που υφάνθηκε ο ιστός των αμερικανικών ιδεών της ελευθερίας –η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, το Σύνταγμα, η Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Συμβόλαιο του Mayflower και η ίδια η ιδέα του αμερικανικού ονείρου– υπάρχει μια αντιδικία σχετικά με την εγγενή σημασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που πυροδοτούν αυτή τη λυσσαλέα υπεράσπιση της υπερηφάνειας.

Ο σάλος που έχει ξεσηκώσει σήμερα το Tea Party είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στη διαμάχη για το τι ακριβώς συμβολίζει η Αμερική. Η Δεξιά διεκδικεί το «αμερικάνικο όνειρο» ως υπερασπιστή των ατομικών δικαιωμάτων και της προσωπικής ελευθερίας, με μια νοοτροπία του τύπου «ο καθένας μπορεί να τα καταφέρει αν εργαστεί και τηρεί τους κανόνες» και «στηρίξου στις δικές σου δυνάμεις». Τροπάρι της είναι οι χαμηλοί φόροι και το μη παρεμβατικό κράτος.

Ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους το Tea Party έχει μανιάσει είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς ακριβώς την πεμπτουσία του εναλλακτικού, του πιο αριστερού, νοήματος που ενυπάρχει μέσα στο αμερικάνικο όνειρο, και έτσι η ιδεολογική μάχη για την αμερικανική ταυτότητα έχει μετατραπεί σε οξεία πόλωση. Το άλλο νόημα του αμερικάνικου ονείρου είναι μια πιο συλλογική ερμηνεία του τι αντιπροσωπεύει η χώρα, ότι είναι η γη της ελευθερίας, ένα χωνευτήρι, μια χώρα που ζει με την πίστη ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι (και αντιμετωπίζονται ως ίσοι, ανεξάρτητα, ας πούμε, από το αν δεν είναι λευκοί ή είναι μουσουλμάνοι), όπου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρείται μέσο πραγμάτωσης της ισότητας. Στο πλαίσιο αυτής της εκδοχής μιας πιο ανοιχτής, ανεκτικής Αμερικής, τους οπαδούς του Tea Party έχει αρχίσει να τους απασχολεί η φυλή, η εθνότητα και η εξαφάνιση της λευκής πλειοψηφίας τόσο όσο και τα οικονομικά προβλήματα, και θεωρούν συχνά ότι έτσι ανάβει το πράσινο φως για την ισλαμοποίηση της χώρας. […]

Συνέχεια ανάγνωσης