Πέρα από την εκλογική αριθμητική, τα νέα μέτωπα

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

 

Χαρακτικό του Ραούλ Ρουσό

Οι εκλογές της μαζικής αποχής (πάνω από το μισό των εγγεγραμμένων) δεν προσφέρονται για ασφαλή και απλοϊκά συμπεράσματα. Δίνουν ωστόσο κάποια ιδέα για τις βαθύτερες διεργασίες στην κοινωνία σε συνθήκες όπου κυριαρχούν οι ελάχιστες προσδοκίες και ρευστοποιούνται, με ταχύτητα, πολλά από τα δεδομένα του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα λοιπόν φαίνεται να συμπυκνώνει την αμφισημία της περιόδου: για παράδειγμα, τη συνύπαρξη μιας τάσης μαζικής αποχώρησης από το «πολιτικό σύστημα» παράλληλα και από κοινού με την αναζήτηση ανώδυνων παρακαμπτηρίων από το επαχθές βάρος των κεντρικών πολιτικών διλημμάτων της συγκυρίας. Ο αμιγής «αυτοδιοικητισμός» και οι εκκεντρικές  υποψηφιότητες τύπου Αμυρά εντάσσονται σε αυτή τη λογική.

Μια δεύτερη παράμετρος είναι ότι ο στόχος των δυνάμεων που αναζητούν την παθητική, έστω, νομιμοποίηση των σημερινών «αναμορφώσεων» (μέσα από το Μνημόνιο αλλά και πέρα από αυτό) επικεντρώνεται στην με κάθε τίμημα αγορά σταθερότητας και ανοχών. Και όπως ξέρουμε η λειτουργία κάθε ανταγωνιστικής εκλογικής αγοράς –αυτό είναι η «δημοκρατία» κατά τους ορθόδοξους πολιτικούς επιστήμονες– δεν διαταράσσεται ούτε με την αλματώδη αύξηση της αποχής ούτε με τις διαφοροποιήσεις της ψήφου προς τις λεγόμενες ανεξάρτητες και διαμαρτυρόμενες υποψηφιότητες. Όπως ήδη φάνηκε, για τον Παπανδρέου και την κυβέρνησή του, είναι μάλλον ευτύχημα η μετατόπιση του κέντρου βάρους κάποιων αναμετρήσεων από τις κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις της κρίσης στη σφαίρα των συμβολικών-πολιτισμικών ευαισθησιών. Αυτή η μετατόπιση φαίνεται να είναι κάτι διαφορετικό από την παλιά πόλωση μεταξύ δεξιάς και αντιδεξιάς, δεξιάς και «προοδευτικών δυνάμεων». Στηρίζεται κατά ένα μέρος σε μια δυναμική αθέατων ενίοτε συγκλίσεων μεταξύ απογοητευμένων από τον σαμαρικό λαϊκισμό συντηρητικών αστικών στρωμάτων, μερίδων της «φιλελεύθερης» αριστεράς και νεομποέμ χαλαρών ακροατηρίων των μεγάλων πόλεων. Τέτοιου τύπου συναντιλήψεις διαμορφώνουν από καιρό τώρα ένα ακροατήριο που δεν αποδίδει πλέον προτεραιότητα σε κρίσιμα ζητήματα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για καπιταλισμούς, σοσιαλισμούς και άλλα «ιδεολογήματα» –όπως τα βαφτίζουν– όσο για πραγματιστικές επιδιορθώσεις στις κλίμακες ποιότητας της καθημερινότητας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Eίμαστε το άλας της γης; Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπό κρίση

Standard

του Κώστα Σπαθαράκη

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτις"

«Πολιτικές αλλαγών στο πανεπιστήμιο – Διεκδικώντας μέλλον για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές» ήταν ο τίτλος της συζήτησης που οργάνωσε το περιοδικό Ιστορείν το Σάββατο 13 Νοεμβρίου. Ομιλητές ήταν η Αθηνά Αθανασίου, η Ελένη Βαρίκα, ο Πολυμέρης Βόγλης, η Έφη Γαζή, ο Κώστας Γαβρόγλου, ο Μάκης Κουζέλης, η Ιωάννα Λαλιώτου, ο Αντώνης Λιάκος, ο Αντώνης Μόλχο, η Ρίκα Μπενβενίστε και η Ρίκη βαν Μπούσχοτεν. Τόσο οι εισηγήσεις όσο και η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, καθώς αποτυπώθηκε ένα ευρύ φάσμα απόψεων σχετικά με την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Επίσης, συζητήθηκαν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που προκαλεί η πρόταση μεταρρύθμισης του υπουργείου Παιδείας. Θα επιχειρήσω να συμπυκνώσω σε λίγες γραμμές τα ποικίλα ερωτήματα και τις προβληματικές που αναπτύχθηκαν.

Το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η υπεράσπιση των κριτικών ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σήμερα είναι επιστημολογικής τάξης. Οι ριζοσπαστικές επιστημολογίες που επικράτησαν στις ανθρωπιστικές σπουδές μετά την αλλαγή Παραδείγματος που έφερε η δεκαετία του ’60, με δυο λόγια η κριτική αποδόμηση του παραδοσιακού ανθρωπισμού, άφησαν τις ανθρωπιστικές σπουδές χωρίς το ισχυρό θεμέλιο που τις συνείχε από την εποχή της Αναγέννησης: η κριτική στον παραδοσιακό ανθρωπισμό γέννησε μεν ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και προβληματικές, αλλά αποδιάρθρωσε την «κοινωνική χρησιμότητα» των σπουδών αυτών. Τώρα, στη στιγμή της κρίσης, υπάρχει μια τάση υπεράσπισης των ανθρωπιστικών σπουδών με επιχειρήματα από το οπλοστάσιο του παραδοσιακού ανθρωπισμού. Η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα σε όλη τη συζήτηση και επισημάνθηκε η ανάγκη να καταδειχθεί ο κριτικός και αναστοχαστικός ρόλος  που επιτελούν οι ανθρωπιστικές σπουδές τόσο εντός του πανεπιστημίου όσο και γενικότερα.

Ένα δεύτερο σημείο που συζητήθηκε εκτενώς είναι το πρόβλημα της αυτονομίας του πανεπιστημίου: η αυτονομία δεν νοείται μόνο ως ανεξαρτησία από την αγορά, από τις άμεσες επιταγές του κοινωνικού. Το νεωτερικό πανεπιστήμιο ως θεσμός που προήλθε από τον Διαφωτισμό διεκδικεί ένα χώρο συλλογικής αυτονομίας «μια απροϋπόθετη ελευθερία, όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη ακόμη περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ντερριντά). Πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο αίτημα με τις αυστηρές προδιαγραφές ενός μοντέλου κόστους/οφέλους, με τα «πτυχία με αντίκρισμα», με συγκεκριμένες δηλαδή και μετρήσιμες ικανότητες του πτυχιούχου ή με τη μορφή διοίκησης του πανεπιστημίου που προτείνει το υπουργείο Παιδείας;

Συνέχεια ανάγνωσης

Και τώρα, τι;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

 

Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, "Οι τρεις μάγοι", 1917

Τέσσερις είναι οι κυριότεροι τρόποι να συμμετάσχεις σε έναν «διάλογο», όσο προσχηματικός» κι αν είναι από την πλευρά αυτών που τον εγκαινιάζουν. Ο πρώτος είναι να αυτοαποκλεισθείς διατυπώνοντας με «καθαρότητα» τους λόγους αυτής της επιλογής.  Μόνο που κινδυνεύεις, αντί να αποσείσεις, να πάρεις μάλλον στους ώμους σου την ευθύνη επιβολής των προτάσεων που παρέκαμψες. Ο δεύτερος αποκρυσταλλώνεται ως συναίνεση, μέσα από πολλές πρακτικές γνωστοποίησης μιας τέτοιας επιδοκιμασίας. Ο τρίτος στοιχειοθετείται με το να αρκείσαι στην αυτοδυναμία του μονολόγου, επαρκούς ή όχι, χωρίς να απαντάς ή να ανταπαντάς κατευθείαν σε ό,τι από την πλευρά της κρατικής εξουσίας προβάλλεται ως «ατζέντα» ή ως «ημερήσια διάταξη» του «διαλόγου».  Μόνο που κι εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, ιδίως στο πεδίο της δημοσιότητας, να εμφανισθείς  ότι προκρίνεις το «άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε». Για την ώρα δεν συμπεριλαμβάνω εδώ το «Ψήφισμα» της 65ης Συνόδου των Πρυτάνεων, η οποία «δεσμεύθηκε» να καταθέσει «ολοκληρωμένη πρόταση που θα αφορά στην  ανασυγκρότηση του Πανεπιστημίου με γνώμονα το συμφέρον της Παιδείας και της Ελληνικής Κοινωνίας», ιδίως αν η πρόταση αυτή επαναλαμβάνει –αυτολεξεί ή όχι– τις «αλλαγές στη λειτουργία των Πανεπιστημίων» που προτάθηκαν από Επιτροπή της 63ης Συνόδου.

Ο τέταρτος προϋποθέτει διαρκή εγρήγορση για να αιτιολογείς, αναλυτικά όσο γίνεται, την άρνησή σου να συγκατανεύσεις στις προτάσεις που «κατατίθενται σε διάλογο και δημόσια διαβούλευση», απογυμνώνοντας έτσι τον εξουσιαστικό λόγο που έχει σχεδιασθεί να απολήξει σε νομοθέτημα, μάλιστα με την ανάκληση της ποδοσφαιρικής φρασεολογίας (μια και αλλού δεν χρησιμοποιείται πια) ότι θα διεξαχθεί η «μητέρα όλων των μαχών».  Συνέχεια ανάγνωσης

Η Τέταρτη Ρομφαία του μαρξισμού, το Φωτεινό Μονοπάτι του μέλλοντος και η διπλή ήττα των νικημένων

Standard

του Κώστα Αθανασίου

Η Τέταρτη Ρομφαία, του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, αφηγείται την αποτυχημένη προσπάθεια του συγγραφέα να πάρει συνέντευξη από τον Αμπιμαέλ Γκουσμάν, τον έγκλειστο στην «ασφαλέστερη φυλακή στον κόσμο» ηγέτη του Φωτεινού Μονοπατιού. Το βιβλίο λειτουργεί συμπληρωματικά με τον Κόκκινο Απρίλη, ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο: τη δράση του Φωτεινού Μονοπατιού, τα ταραγμένα χρόνια της ένοπλης σύγκρουσης στο Περού. Στον Κόκκινο Απρίλη, παρακολουθούμε την περιπέτεια ενός αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών που μετατίθεται στις περιοχές όπου δρα το Φωτεινό Μονοπάτι και ανακαλύπτει, έκπληκτος, ότι, σε αντίθεση με όσα λέγονται επισήμως, η σύγκρουση συνεχίζει να πυρπολεί την περιοχή και (κυρίως, ίσως;) τη μνήμη.

Στην Τέταρτη Ρομφαία, ο Ρονκαλιόλο αφήνει κατά μέρος την ασπίδα της μυθοπλασίας και βουτάει στην καρδιά του ζητήματος. Η χώρα του, το Περού, συγκλονίστηκε από έναν εμφύλιο πόλεμο που άφησε πίσω του σχεδόν 70.000 νεκρούς και από τις δύο πλευρές: αυτό θεωρεί πως αποτελεί μια καλή ιστορία, που μπορεί να επικεντρωθεί στο πρόσωπο του αρχηγού του αντάρτικου, του Αμπιμαέλ Γκουσμάν, που σήμερα βρίσκεται φυλακισμένος στη ναυτική βάση του Καγιάο. Ο νεαρός δημοσιογράφος Ρονκαλιόλο αποπειράται το ακατόρθωτο: να πάρει συνέντευξη από τον Γκουσμάν. Ταξιδεύει στο Περού και αρχίζει να μετράει τους τοίχους πάνω στους οποίους πέφτει, μιας και τίποτα δεν τον διευκολύνει και όλα τον δυσκολεύουν. Ταυτόχρονα, όμως, αρχίζει να βυθίζεται στις πιο σκοτεινές πτυχές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας του και κατόπιν αναδύεται με πολύ λιγότερες βεβαιότητες απ’ όσες είχε στην αρχή. Ο συγγραφέας δεν είναι καθόλου φιλικός προς το Φωτεινό Μονοπάτι· ίσα-ίσα. Ωστόσο, αναπλάθοντας την κτηνώδη, πολλές φορές, βία του κράτους και των μηχανισμών του, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά από το πώς τα σκιαγραφεί η επίσημη ιστορία των νικητών. Φτάνουν στιγμές, λέει ο αντιεισαγγελέας στον Κόκκινο Απρίλη, που δεν ξεχωρίζω εμάς από τον εχθρό. Αυτό, από το στόμα ενός αντιεισαγγελέα, είναι μομφή για το κράτος· στα αυτιά ενός αριστερού, όμως, είναι μομφή για το αντάρτικο. Γιατί η αλήθεια είναι πως μεγάλο μέρος της Αριστεράς κράτησε –δικαίως, κατά τη γνώμη μου– ιδιαίτερα αρνητική στάση απέναντι στο Φωτεινό Μονοπάτι και τις μεθόδους του.

Η δημιουργία και η πτώση του Φωτεινού Μονοπατιού

Το Φωτεινό Μονοπάτι κάνει την πρώτη ένοπλη ενέργειά του τον Μάιο του 1980, την ημέρα των εκλογών που θα ξαναέφερναν στην εξουσία τον πρόεδρο Μπελαούντε Τέρι, που είχε ανατραπεί το 1968. Η κατάσταση στο Περού δεν είναι μια ομαλή δημοκρατία. Έχουν προηγηθεί πραξικοπήματα, υπάρχει φτώχια και καταστολή. Η κατάσταση θα κορυφωθεί με το «αυτοπραξικόπημα» του Φουχιμόρι. Μάλιστα, όπως λέει ο Ρονκαλιόλο, «εδώ οι κυβερνήσεις που διέταξαν την πιο σκληρή καταστολή ήταν δημοκρατικές».Ταυτόχρονα, σε όλη τη Λατινική Αμερική οι άνεμοι της ελπίδας για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο που, απέναντι στη συστηματική βία του κράτους, μπορούσε να νικήσει μόνο με τη δύναμη των όπλων του εξεγερμένου λαού, είχαν ανανεωθεί χάρη στη νίκη των Σαντινίστας στη Νικαράγουα που, το 1979, κατόρθωσαν να ανατρέψουν τη δικτατορία του Σομόσα. Έτσι κι αλλιώς, η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης, ο θάνατος του Τσε στη Βολιβία και άλλα γεγονότα είχαν ανοίξει σε ολόκληρη την ήπειρο ένα τεράστιο κεφάλαιο ηρωικών και τραγικών αντάρτικων κινημάτων.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μια ομάδα (ιδρυμένη το 1969, προϊόν πολλαπλών διασπάσεων) διεκδικεί αποκλειστικά τον τίτλο του ΚΚ Περού, αν και θα γίνει παγκοσμίως γνωστή ως Φωτεινό Μονοπάτι. Η ηγεσία της, υπό τον Αμπιμαέλ Γκουσμάν (ο οποίος αργότερα θα αποκληθεί Πρόεδρος Γκονσάλο και θα θεωρήσει πως είναι η «Τέταρτη Ρομφαία» ή το «Τέταρτο Ξίφος» του μαρξισμού, μετά τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μάο), κηρύσσει έναν σκληροπυρηνικό μαοϊσμό, λατρεύει τον Στάλιν, θεωρεί τον Τσε «γελοίο ανθρωπάκι» και την Κούβα «αστικό κράτος» και προετοιμάζεται για έναν λαϊκό πόλεμο κατά τον οποίο οι πόλεις θα περικυκλωθούν από την ύπαιθρο. Έτσι, το Φωτεινό Μονοπάτι αρχίζει να οργανώνεται στην ύπαιθρο, όπου σύντομα κατορθώνει να έχει σημαντική επιρροή ανάμεσα στους χωρικούς. Η απόλυτη διαφθορά και ανυπαρξία του κράτους στην ύπαιθρο, η βαρβαρότητα του στρατού, των παραστρατιωτικών και  της αστυνομίας, οι εξαφανίσεις και τα βασανιστήρια, τροφοδοτούν για ένα διάστημα τις τάξεις του Φ.Μ. Όπως λέει ο Ρονκαλιόλο, «οι μέθοδοι της αστυνομίας στράφηκαν ενάντια στο κράτος του Περού και συνέβαλαν στο να νομιμοποιήσουν το Φωτεινό Μονοπάτι στο λαό». Μετά από μια σειρά δολοφονίες τραυματισμένων ανταρτών, λέει ο Ρονκαλιόλο, «οι αστυνομικοί μετατράπηκαν [στη συνείδηση του κόσμου] από θύματα σε γκάνγκστερ. Τώρα, για την κοινή γνώμη, τα μέλη του Μονοπατιού ήταν τολμηροί ήρωες. Και οι αστυνομικοί, δειλοί δολοφόνοι».

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιπλάνηση στις φυλακές

Standard

του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο

μετάφραση: Κώστας Αθανασίου

Το κείμενο του Σ. Ρονκαλιόλο δημοσιεύεται αποκλειστικά στα «Ενθέματα». Έχουν γίνει μικρές περικοπές για λόγους χώρου.

 

Ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ηγέτης του "Φωτεινού Μονοπατιού"

Το να γράψει κανείς μια πραγματική ιστορία είναι πιο περίπλοκο από το να γράψει μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι φανταστικοί. Ό,τι και να τους συμβαίνει, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συμμορφώνονται με τη μοίρα τους. Οι χαρακτήρες της πραγματικής ιστορίας, από την άλλη, βρίσκονται κάπου εκεί έξω. Διαβάζουν τι γράφεις γι’ αυτούς και μπορεί να δυσαρεστηθούν ή να εξοργιστούν. Έχουν την επιλογή να σε καταγγείλουν. Και αυτοί του βιβλίου μου Η τέταρτη ρομφαία ξέρουν να χρησιμοποιούν όπλα.

Όταν Η τέταρτη ρομφαία κυκλοφόρησε στο Περού, αποφάσισα να πάω και να την παρουσιάσω στις φυλακές της χώρας, εκεί όπου βρίσκεται έγκλειστη η πλειονότητα των χαρακτήρων που εμφανίζονται σε αυτή, τόσο τρομοκράτες όσο και στρατιωτικοί. Δεν το έκανα από φόβο αλλά εξαιτίας ενός αισθήματος αμοιβαιότητας: αυτοί οι άνθρωποι μου είχαν εκμυστηρευτεί την ιστορία τους. Πολλοί μου είχαν αφηγηθεί πράγματα που μπορούσαν να περιπλέξουν σε σημαντικό βαθμό τις ποινικές τους δίκες. Το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω εγώ σε αντάλλαγμα ήταν να αντιμετωπίσω τις συνέπειες. Να επιστρέψω στις φυλακές με το βιβλίο ήδη δημοσιευμένο και να ακούσω τι γνώμη είχαν γι’ αυτό.

Σε προσωπικό επίπεδο, ευχόμουν το βιβλίο να τους έχει αρέσει: εγώ αφηγήθηκα την ιστορία τους έτσι ακριβώς όπως τη διηγήθηκαν οι ίδιοι, χωρίς να διατυπώνω άποψη και χωρίς να τους κρίνω. Δεν με ενδιέφερε να γράψω ένα βιβλίο για να πω τη γνώμη μου, αλλά για να ακούσω τους δήμιους και να καταλάβω πώς φτάνει κανείς να βασανίζει, να εξαφανίζει και να σκοτώνει πιστεύοντας πως αυτό είναι το σωστό. Ήλπιζα να αισθανθούν ότι το βιβλίο τούς σεβόταν. Τουλάχιστον, αν δεν τους άρεσε, θα είχαν την ευκαιρία να μου το πουν καταπρόσωπο

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναμνήσεις από τη γερμανική επίθεση

Standard

του Νικήτα Χρουστσόφ

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

 

Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, που  μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος (πρόλογος-εισαγωγή-επιμέλεια: Χρήστος Κεφαλής, 599 σελίδες) είναι μια συλλογή κειμένων για την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά και την περίοδο μετά την επικράτηση του Στάλιν, ως τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Περιλαμβάνει κείμενα μπολσεβίκων ηγετών από τα 1917-24· μεταγενέστερες προοδευτικές μαρτυρίες και αναλύσεις και πρόσφατες μελέτες μαρξιστών ερευνητών. Το έργο τοποθετείται εντός της μαρξιστικής παράδοσης, επιχειρώντας να φωτίσει τα αίτια αποτυχίας του πρώτου σοσιαλιστικού εγχειρήματος και να συμβάλει στην καλύτερη γνωριμία του κοινού με τα γεγονότα. Η κριτική του σταλινισμού συνδυάζεται με την ανάδειξη εναλλακτικών ιστορικών δυνατοτήτων, αλλά και της συνεισφοράς του Οκτώβρη. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα των «Αναμνήσεων» του Ν. Σ. Χρουστσόφ (Memoirs of Nikita Khrushchev, τόμ. 1: Commissar, Pennsylvania University Press, 2004), από τη συλλογή.

 

Ο Ν. Χρουστσόφ με τον Στάλιν, το 1936

Ο Στάλιν εκτιμούσε τη μαχητική ετοιμότητα του στρατού μας λαθεμένα, επηρεασμένος από εντυπώσεις από κινηματογραφικές εικόνες που έδειχναν τις παρελάσεις μας και τις στρατιωτικές μανούβρες μας. Για καιρό ο Στάλιν δεν είχε δει τίποτα από την αληθινή ζωή. Ποτέ δεν έφευγε από τη Μόσχα. Πήγαινε έξω από το Κρεμλίνο μόνο για να μεταβεί στην ντάτσα του στο Σότσι, πουθενά αλλού. Έπαιρνε τη σχετική πληροφόρησή του μόνο από τον Βοροσίλοφ. Ο τελευταίος έκανε επίσης λάθος εκτίμηση της κατάστασης του Κόκκινου Στρατού. Θεωρούσε ότι ήταν σε υψηλό επίπεδο, ικανός να αποκρούσει μια εισβολή του Χίτλερ. Και πριν τον πόλεμο ένας τεράστιος αριθμών πραγμάτων δεν έγιναν.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αναγκαιότητα αλλαγής των ταξικών συσχετισμών και το αδιέξοδο του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού

Standard


του Γιάννη Μηλιού

Καθεστωτικός και ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός. Ο μεταρρυθμισμός αποτελεί βασικό άξονα της παρέμβασης της Αριστεράς, διότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι νοητή η βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής θέσης των δυνάμεων της εργασίας.

 

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Άσωτος υιός", 1922

Ο ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της εργασίας ως αυτοτελείς ταξικούς στόχους, στον «ορίζοντα» των οποίων βρίσκεται η ανατροπή του καπιταλισμού. Οι αλλαγές που επιζητεί δεν εστιάζονται γενικώς στην «πρόοδο της χώρας», διότι η «χώρα» είναι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός κι η «πρόοδός» της συνδέεται με την ενίσχυση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στοχεύουν στη μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης, «δείχνουν» τη δυνατότητα και δυναμική της αντικαπιταλιστικής προοπτικής: «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», για μια «οικονομία των κοινωνικών αναγκών και του κοινωνικού ελέγχου», σε αντιδιαστολή με την οικονομία της μεγιστοποίησης του κέρδους.

Σε αντίθεση με αυτή τη στρατηγική, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είτε θεωρεί τη βελτίωση των όρων ύπαρξης της εργατικής τάξης ως «προϋπόθεση» για την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού (η αύξηση των μισθών θα επιφέρει αύξηση της ζήτησης, επομένως ταχύτερους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου), είτε αντιλαμβάνεται την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των όρων ύπαρξης της εργασίας. Η «ορθή ανάπτυξη της οικονομίας» θα ωφελήσει, υποτίθεται, και τους εργαζόμενους.

Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός της Αριστεράς: «Έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε.». Η συντηρητική «πατριωτική εκδοχή» του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού αναπαράγεται αυτοτελώς από τα κόμματα εξουσίας. Όλες οι πολιτικές λιτότητας παρουσιάζονται ως «μεταρρυθμίσεις» για την «πρόοδο της χώρας», από την οποία θα προέκυπτε κατόπιν «βελτίωση της ζωής των εργαζομένων».

Συνέχεια ανάγνωσης