Eίμαστε το άλας της γης; Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπό κρίση

Standard

του Κώστα Σπαθαράκη

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτις"

«Πολιτικές αλλαγών στο πανεπιστήμιο – Διεκδικώντας μέλλον για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές» ήταν ο τίτλος της συζήτησης που οργάνωσε το περιοδικό Ιστορείν το Σάββατο 13 Νοεμβρίου. Ομιλητές ήταν η Αθηνά Αθανασίου, η Ελένη Βαρίκα, ο Πολυμέρης Βόγλης, η Έφη Γαζή, ο Κώστας Γαβρόγλου, ο Μάκης Κουζέλης, η Ιωάννα Λαλιώτου, ο Αντώνης Λιάκος, ο Αντώνης Μόλχο, η Ρίκα Μπενβενίστε και η Ρίκη βαν Μπούσχοτεν. Τόσο οι εισηγήσεις όσο και η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, καθώς αποτυπώθηκε ένα ευρύ φάσμα απόψεων σχετικά με την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Επίσης, συζητήθηκαν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που προκαλεί η πρόταση μεταρρύθμισης του υπουργείου Παιδείας. Θα επιχειρήσω να συμπυκνώσω σε λίγες γραμμές τα ποικίλα ερωτήματα και τις προβληματικές που αναπτύχθηκαν.

Το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η υπεράσπιση των κριτικών ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σήμερα είναι επιστημολογικής τάξης. Οι ριζοσπαστικές επιστημολογίες που επικράτησαν στις ανθρωπιστικές σπουδές μετά την αλλαγή Παραδείγματος που έφερε η δεκαετία του ’60, με δυο λόγια η κριτική αποδόμηση του παραδοσιακού ανθρωπισμού, άφησαν τις ανθρωπιστικές σπουδές χωρίς το ισχυρό θεμέλιο που τις συνείχε από την εποχή της Αναγέννησης: η κριτική στον παραδοσιακό ανθρωπισμό γέννησε μεν ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και προβληματικές, αλλά αποδιάρθρωσε την «κοινωνική χρησιμότητα» των σπουδών αυτών. Τώρα, στη στιγμή της κρίσης, υπάρχει μια τάση υπεράσπισης των ανθρωπιστικών σπουδών με επιχειρήματα από το οπλοστάσιο του παραδοσιακού ανθρωπισμού. Η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα σε όλη τη συζήτηση και επισημάνθηκε η ανάγκη να καταδειχθεί ο κριτικός και αναστοχαστικός ρόλος  που επιτελούν οι ανθρωπιστικές σπουδές τόσο εντός του πανεπιστημίου όσο και γενικότερα.

Ένα δεύτερο σημείο που συζητήθηκε εκτενώς είναι το πρόβλημα της αυτονομίας του πανεπιστημίου: η αυτονομία δεν νοείται μόνο ως ανεξαρτησία από την αγορά, από τις άμεσες επιταγές του κοινωνικού. Το νεωτερικό πανεπιστήμιο ως θεσμός που προήλθε από τον Διαφωτισμό διεκδικεί ένα χώρο συλλογικής αυτονομίας «μια απροϋπόθετη ελευθερία, όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη ακόμη περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ντερριντά). Πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο αίτημα με τις αυστηρές προδιαγραφές ενός μοντέλου κόστους/οφέλους, με τα «πτυχία με αντίκρισμα», με συγκεκριμένες δηλαδή και μετρήσιμες ικανότητες του πτυχιούχου ή με τη μορφή διοίκησης του πανεπιστημίου που προτείνει το υπουργείο Παιδείας;

Ένα ακόμη μείζον ζήτημα, που δεν αφορά βέβαια μόνο το ελληνικό πανεπιστήμιο, είναι το ζήτημα της αξιολόγησης. Στη συζήτηση τονίστηκαν οι στρεβλώσεις και οι ανισορροπίες που προκαλούνται διεθνώς από τις ποσοτικοποιημένες μορφές αξιολόγησης, τα βιβλιομετρικά στοιχεία κ.λπ., η αδυναμία των ανθρωπιστικών σπουδών να προσαρμοστούν σε ένα τέτοιο μοντέλο και, τέλος, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση, η οποία απειλεί τα «μη δημοφιλή» αντικείμενα γνώσης με περιθωριοποίηση ή με εξαφάνιση. Το πρόβλημα της αξιολόγησης δεν αφορά τόσο την «κοινωνική αποτελεσματικότητα» της πανεπιστημιακής έρευνας και διδασκαλίας όσο την εσωτερική οργάνωση του ίδιου του πανεπιστημίου, σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Η αξιολόγηση με βάση τα μετρήσιμα μεγέθη μπαίνει εξάλλου σε εντελώς διαφορετική βάση εξαιτίας της μαζικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το νέο πλαίσιο λειτουργίας του πανεπιστημίου αλλάζει άρδην τους όρους και τους ρόλους διδασκόντων και διδασκομένων. Επισημάνθηκε η επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης για τους διδάσκοντες, η αδυναμία του πανεπιστημίου να προσφέρει ένα ασφαλές και σταθερό εργασιακό και ερευνητικό περιβάλλον, αλλά και η ευρωπαϊκή εμπειρία συνδικαλιστικής οργάνωσης στο χώρο του πανεπιστημίου. Η καινούργια διάρθρωση των σπουδών δημιουργεί εξάλλου νέες συνθήκες και για τους φοιτητές, που μεταμορφώνονται σε «πελάτες» ενός συστήματος παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Ποιο είναι άλλωστε το κοινωνικό και εργασιακό αντίκρισμα των πτυχίων των ανθρωπιστικών σπουδών σε μια αρρύθμιστη αγορά εργασίας από την οποία το δημόσιο αποσύρεται και όπου κυριαρχούν τα τεχνικά προσόντα και δεξιότητες;

Το κομβικό ερώτημα είναι με ποιο τρόπο μπορεί να συγκροτηθεί μια θετική αντιπρόταση στη «μεταρρυθμιστική» λογική που οδηγεί σε σπασμωδικές αντιγραφές και αποσπασματικές ρυθμίσεις που αποδιοργανώνουν το πανεπιστήμιο, τι περιεχόμενο και ποιες κατευθύνσεις θα είχε: από την κριτική αποτίμηση του παλαιότερου μοντέλου μέχρι την αναζήτηση νέων μορφών διδασκαλίας και νέων αντικειμένων γνώσης. Η συζήτηση του Ιστορείν πρόσφερε μια αναλυτική χαρτογράφηση των ποικίλων απαντήσεων που δίνονται σε αυτό το ερώτημα. Και ακριβώς επειδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις αγκυλώσεις και τα κακώς κείμενα του ελληνικού πανεπιστημίου, αλλά είναι διεθνές, έχουμε την ευκαιρία όχι μόνο να απορρίψουμε τη μεταρρύθμιση που εισηγείται το υπουργείο, αλλά και να διερωτηθούμε συνολικά για το πανεπιστήμιο που θέλουμε.

Και η διερώτηση αυτή δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να απαντηθεί με την ειρωνεία  που ακούστηκε, πως «δεν είμαστε το άλας της γης». Γιατί αυτή η ψευδής μετριοφροσύνη, προσπαθώντας να αποφύγει την υποστασιοποίηση του γνωστικού αντικειμένου, υποβιβάζει το πανεπιστήμιο σε ερευνητικό κέντρο και το αποσυνδέει από τη διαφωτιστική του ρίζα: την απαίτηση για ένα χώρο δημόσιας χρήσης του Λόγου, αλλά κυρίως για εκείνο το ήθος για το οποίο μιλούσε ο Φουκώ. «Το νήμα που πιθανόν να μας συνδέει με τον Διαφωτισμό δεν είναι η πιστότητα σε δογματικά στοιχεία, αλλά περισσότερο η διαρκής επανενεργοποίηση μιας στάσης — δηλαδή, ενός φιλοσοφικού ήθους, το οποίο θα μπορούσε να περιγραφεί ως διαρκής κριτική της ιστορικής μας εποχής».[1] Μια παραδοσιακή δογματική και ελιτίστικη λογική δεν υπηρετεί βέβαια τα προτάγματα των κριτικών ανθρωπιστικών σπουδών, αυτό δεν σημαίνει όμως πως μπορεί το πανεπιστήμιο να απαρνηθεί τη θέση και τη λειτουργία του ως χώρου όπου καλλιεργείται αυτό το φιλοσοφικό ήθος που μας συνδέει με τη ριζοσπαστική κριτική που κατάγεται από τον Διαφωτισμό. Με την έννοια αυτή μπορεί το πανεπιστήμιο να μην είναι το άλας της γης, οφείλει όμως να είναι το φως του κόσμου.

 

Οι εισηγήσεις της ημερίδας αναρτώνται στο historein-historein.blogspot.com/


[1] Μισέλ Φουκώ, Τι είναι διαφωτισμός, μτφρ. από τα αγγλικά Στ. Ροζάνης, Έρασμος, Αθήνα 1988, σ. 31.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s