Ανθρωπιστικές σπουδές: η κρίση είναι εδώ

Standard

του Στάνλεϋ Φις

μετάφραση: Κ. Σπαθαράκης, Στρ. Μπουλαλάκης

Τζορτζ Γκρος, σχέδια κοστουμιών για τους χαρακτήρες "Ελάφι" και "Γάτα" στο θεατρικό έργο "Μαθουσάλας" του Υβάν Γκολλ, 1922.

Σε ολόκληρο τον κόσμο διεξάγεται μια μεγάλη συζήτηση για την πορεία και τη θέση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σε ένα πανεπιστήμιο που μεταβάλλεται γοργά, και λόγω της κρίσης, σε ένα αυστηρό σύστημα παροχής συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής, που έχει ανοίξει και στην Ελλάδα, δημοσιεύουμε σήμερα ολόκληρο το άρθρο του Στάνλευ Φις «The crisis of the humanites officialy arrived», καθώς και ένα απόσπασμα από τη συνέχεια του άρθρου με τίτλο «Crisis of the humanites ΙΙ» (το δεύτερο άρθρο γράφτηκε απαντώντας σε σχόλια αναγνωστών για το πρώτο — επιλέξαμε την κατάληξή του, που αναφέρεται στον τρόπο που υπερασπιζόμαστε τις ανθρωπιστικές σπουδές». Ο Stanley Fish  (γενν. 1938) είναι από τους πιο γνωστούς αμερικανούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας και του δικαίου. Τα άρθρα δημοσιεύθηκαν στους New York Times, στις 11 και στις 18 Οκτωβρίου 2010. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων». Ευχαριστούμε  τον φίλο Δημήτρη Δημητρόπουλο που μας τα επισήμανε.

«E»

 

Απαντώντας στο άρθρο μου της περασμένης εβδομάδας με θέμα το «Ουρλιαχτό», την ταινία για το διάσημο ποίημα του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τσάρλυ από το Μπίνχαμτον ρώταγε, στην ηλεκτρονική έκδοση των New York Times: «Τι συνέβη με τη δημόσια χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών επιστημών και την πεποίθηση ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες αναβαθμίζουν τον πολιτισμό μας, την κοινωνία μας, την ανθρωπιά μας;». Συνέχιζε προβλέποντας ότι «θα είναι κάτι θλιβερό, πολύ θλιβερό να αφήσουμε τις ανθρωπιστικές επιστήμες να καταρρεύσουν». Εκείνο που δεν ήξερε, τη στιγμή που διατύπωνε την ερώτηση, ήταν ότι αυτό είχε ήδη συμβεί την 1 Οκτωβρίου, όταν ο Τζωρτζ Μ. Φίλιπ, πρόεδρος του SUNY Albany, ανακοίνωσε ότι τα Τμήματα Γαλλικών, Ιταλικών, Ρωσικών, Κλασικών και Θεατρικών σπουδών  καταργούνται.  Για κάποιον της γενιάς μου, η εξάλειψη των τμημάτων Γαλλικών Σπουδών ήταν το μεγάλο σοκ. Τη δεκαετία του 1960 και του 1970, τα Τμήματα αυτά αποτέλεσαν χώρο με πολύ μεγάλη πνευματική κινητικότητα. Διδάσκοντες και φοιτητές άλλων κλάδων αναζητούσαν έμπνευση στους γάλλους φιλοσόφους και κριτικούς· καταβρόχθιζαν αμέσως την τελευταία λέξη που έφτανε από το Παρίσι και ξεκινούσαν ατέλειωτες συζητήσεις επ’ αυτής. Οι ισπανικές σπουδές ήταν, την εποχή εκείνη, στο περιθώριο, ένας κλάδος που θεωρούνταν ανιαρός και άνευ ενδιαφέροντος.

Σήμερα, οι ισπανικές σπουδές είναι το μόνο Τμήμα που εξασφαλίζει εργασιακή ασφάλεια. Η βαρύτητα των ρωσικών σπουδών ελαττώθηκε, θα υπέθετε κανείς, επειδή τα τελευταία χρόνια το επίκεντρο της πολιτικής (και, σε κάποιο βαθμό, και της πολιτισμικής) προσοχής μας έχει μετατοπιστεί από τη Ρωσία προς την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ. Οι κλασικές σπουδές περιλαμβάνονται στον κατάλογο των ειδών υπό εξαφάνιση εδώ και δεκαετίες. Όσο για το θέατρο, το πρώτο πράγμα που περικόπτεται σε ένα αυστηρό ανταποδοτικό σύστημα είναι βέβαια οι παραστάσεις.

 

Με κριτήριο την παραγωγικότητα, την αποδοτικότητα και την ικανοποίηση των καταναλωτών

Και, πράγματι, αν τα κριτήρια είναι η παραγωγικότητα, η αποδοτικότητα και η ικανοποίηση των καταναλωτών, είναι απολύτως λογικό να αποσύρονται τα κεφάλαια και η υλική στήριξη από τις ανθρωπιστικές σπουδές –που αδυνατούν να αυτοχρηματοδοτηθούν, ενώ συχνά συγκεντρώνουν τη μήνιν και την υποψία της κοινής γνώμης για το τι κάνουν οι καθηγητές των ανθρωπιστικών επιστημών στην τάξη– και να διατηρούνται προγράμματα που έχουν μια πιο προφανή σχέση με την οικονομική ευημερία ενός κράτους και παράγουν αποτελέσματα που μπορεί να αναγνωρίσει και να εκτιμήσει ένας απλός άνθρωπος. (Τι μπορείς να πεις στον φορολογούμενο ο οποίος ρωτάει «Και ποιο το όφελος για μένα από ένα μάθημα βυζαντινής τέχνης;». Τίποτα.)

Ο πρόεδρος Φίλιπ επικαλείται ως δικαιολογία για την απόφασή του το γεγονός ότι «υπάρχουν συγκριτικά λιγότεροι φοιτητές που παρακολουθούν αυτά τα μαθήματα». Βέβαια, σε μια περασμένη εποχή, οι αίθουσες αυτών των μαθημάτων θα γέμιζαν από φοιτητές που έπρεπε να παρακολουθήσουν συγκριμένα υποχρεωτικά μαθήματα: θυμάστε, δυο προχωρημένα μαθήματα γλώσσας, ένα για  την αμερικανική λογοτεχνία και ένα για τη βρετανική κ.ο.κ.

Τέτοιου είδους υποχρεωτικά μαθήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό πάει περίπατο. Το  SUNY Albany έχει ένα γενικό πλαίσιο σπουδών, το οποίο όμως μπορεί να καλυφθεί από ένα τόσο μεγάλο φάσμα μαθημάτων –κάποιο από όλα αυτά θα καλύπτει την υποχρέωση να παρακολουθήσουν και ένα πρόγραμμα ανθρωπιστικών σπουδών– που δεν υπάρχει σχεδόν κανένας καταναγκασμός, κάτι που η ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου όχι μόνο αναγνωρίζει, αλλά και το τονίζει με υπερηφάνεια. Αυτό συνέβη εν μέρει επειδή οι προοδευτικοί ακαδημαϊκοί έχουν υποστηρίξει ότι τα παραδοσιακά τμήματα ανά γνωστικό κλάδο ήταν λείψανα του παρελθόντος, που διατηρούνται  τεχνητά στη ζωή με μια  παρωχημένη λογική υποχρεωτικών μαθημάτων.

Ωστόσο, το να διατηρείς  κάτι που εκτιμάς  στη ζωή με τεχνητά, ακόμα και καταναγκαστικά, μέσα (και τα υποχρεωτικά μαθήματα είναι μια μορφή καταναγκασμού) είναι προτιμότερο αντί να το αφήνεις να πεθάνει, έστω και αν ο μόνος λόγος  είναι  ότι μπορεί να πεθάνεις (να απολυθείς) μαζί του, μια μοίρα που μπορεί να επιφυλάσσεται σε κάποιους διορατικούς πανεπιστημιακούς. Πάντα δυσκολευόμουν να πιστέψω στην υπεροπτική θέση πως πρέπει να υπάρχει ένα βασικό πρόγραμμα σπουδών (core curriculum) –που διατηρεί και μεταδίδει  ό,τι καλύτερο υπάρχει στη σκέψη και στη γραφή–, αλλά πιστεύω οπωσδήποτε πως ένα τέτοιο βασικό πρόγραμμα είναι ένας μηχανισμός που εξασφαλίζει εργασία σε μένα και τους συναδέλφους μου των ανθρωπιστικών επιστημών. Αλλά το σημείο  αυτό μοιάζει αμφιλεγόμενο. Είναι πολύ αργά για να γυρίσουμε πίσω το ρολόι.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Ασφαλώς δεν μπορούμε να επικαλεστούμε τα ιερά και τα όσια, στο πνεύμα της ερώτησης του Τσάρλυ από το Μπίνχαμτον –οι ανθρωπιστικές σπουδές εμπλουτίζουν τον πολιτισμό μας· οι ανθρωπιστικές  σπουδές κάνουν την κοινωνία μας καλύτερη– επειδή αυτές οι ευσεβείς σκέψεις έχουν μια αύρα του 19ου αιώνα και δεν τις πιστεύουν ούτε κάποιοι από αυτούς που τις επικαλούνται,

Ούτε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες συμβάλλουν στην οικονομική ευρωστία του κράτους –παράγοντας εργαζόμενους με πολύπλευρα προσόντα ή προσελκύοντας επιχειρήσεις ή προσφέροντας κάποια άλλα ισχνά οφέλη–, επειδή κανένας στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό το επιχείρημα, ούτε καν οι ιθύνοντες των πανεπιστημίων που το υποστηρίζουν. Και δεν μπορούμε, την εποχή του επιχειρηματικού πανεπιστημίου, των προϋπολογισμών μηδενικής βάσης  και της λογικής «ο καθένας για τον εαυτό του», να ζητήσουμε από τα Τμήματα Πληροφορικής ή Βιολογίας ή την Ιατρική Σχολή να συμβάλουν προσφέροντας κάποια από τα κεφάλαιά τους,  έτσι ώστε τα πενόμενα Τμήματα Κλασικών Σπουδών να μπορέσουν να  διατηρηθούν. Αυτή η ιδέα υπήρχε κάποια χρόνια πριν, αλλά σήμερα δεν μπορεί να περπατήσει.

 

Μόνη λύση, η πολιτική

Το μόνο που ίσως θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα σήμερα –δεν είμαι, πάντως, πολύ αισιόδοξος– είναι η πολιτική. Και λέγοντας «πολιτική» εννοώ τις πολιτικές προσπάθειες των υψηλά ιστάμενων ακαδημαϊκών ιθυνόντων και διαχειριστών να εξηγήσουν και να υπερασπιστούν τον πυρήνα του εγχειρήματος σε όλους τους εμπλεκόμενους (νομοθετικά σώματα, διοικητικά συμβούλια των πανεπιστημίων, αποφοίτους, γονείς και άλλους) ότι επέτρεψαν τα πράγματα στην εκπαίδευση να πάνε στραβά ή ακόμη και συνέβαλαν κι οι ίδιοι σε αυτό.

Διευκρινίζω ότι όταν λέω «να εξηγήσουν» εννοώ «να εξηγήσουν επιθετικά»: να πιάσουν τον ταύρο από τα κέρατα, να μην αποπειραθούν –μια απόπειρα πάντα μάταια– να βρουν οικονομικές αιτιολογίες όσον αφορά τις ελευθέριες τέχνες, να μην αφήσουν να κυκλοφορούν αναπάντητοι οι μύθοι (για τους τεμπέληδες, χαϊδεμένους πανεπιστημιακούς που δουλεύουν δύο ώρες τη βδομάδα, υπονομεύοντας παράλληλα τη θρησκεία και τον αμερικανικό τρόπο ζωής), και αν χρειαστεί επισημαίνοντας τις προφάσεις και την υποκρισία των ανθρώπων που θέλουν να ασκήσουν έλεγχο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να έχουν καμία πραγματική γνώση των ζητημάτων επί των οποίων με τόση βεβαιότητα αποφαίνονται.

Αν κρίνουμε από την αποτελεσματικότητά του σε σχέση με τα παραπάνω, ο πρόεδρος Φίλιπ (που δεν έχει διδακτορικό, ενώ διαθέτει ελάχιστη, αν όχι καμία, διδακτική ή ερευνητική εμπειρία), σίγουρα δεν αποτελεί ιδανική περίπτωση πανεπιστημιακής διοίκησης, αν και έχει επιδείξει κάποιες ικανότητες. Χωρίς να το καταλάβει κανείς, κάλεσε μια συνάντηση στο Δημαρχείο το απόγευμα της Παρασκευής 1 Οκτωβρίου, όταν δηλαδή ήταν σίγουρος ότι κανένας από το ακαδημαϊκό προσωπικό δεν θα παρευρισκόταν. Σε ένα e-mail που είχε σταλεί την ίδια μέρα, απολογούνταν για «την ειδοποίηση της τελευταίας στιγμής» αλλά επικαλούνταν την «περιορισμένη διαθεσιμότητα των κατάλληλων μεγάλων αιθουσών». Στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να συγκαλέσω μια συνάντηση σε μια βολική μέρα,  για να χωρέσετε όλοι, έτσι θα κλείσω ένα μεγάλο χώρο σε μια μέρα που ξέρω ότι θα εμφανιστούν ελάχιστοι από εσάς. Θαυμάσια!

Το μακρό e-mail είναι επίσης μια νομική αιτιολόγηση που προηγείται πριν από κάθε νόμιμη ενέργεια. Ο Φίλιπ γνωρίζει ότι δεν μπορεί να απολύσει ατομικά τους διδάσκοντες, αλλά μπορεί να καταργήσει προγράμματα σπουδών και τμήματα. Και γνωρίζει επίσης πως, αφού υπάρχουν συμβάσεις και άλλα τέτοια ενοχλητικά πράγματα, μπορεί να προχωρήσει στην κατάργηση μόνο αν αποδείξει ότι το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Έτσι, εξηγεί με αρκετές λεπτομέρειες την ελάττωση κατά 30% της κρατικής χρηματοδότησης τα τελευταία τρία χρόνια και απαριθμεί τις ενέργειες που έγιναν επί της προεδρίας του για την αντιμετώπιση του προβλήματος.  Είναι προσεκτικός και λέει ότι η απόφασή του δεν αντανακλά καμία αρνητική εικόνα για τους επιστήμονες που θα χάσουν τις θέσεις τους ή την αξία των μαθημάτων που διδάσκουν. Αναγνωρίζει ότι το βάρος φαίνεται να πέφτει δυσανάλογα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά διαβεβαιώνει τους στρατιώτες που φεύγουν για το μέτωπο ότι ανάλογες περικοπές δρομολογούνται και για τις άλλες σχολές. (Είναι σαν ατάκα κωμωδίας: Mη με παρεξηγήσετε: λατρεύω τις ανθρωπιστικές σπουδές.)

Κάθε φράση διανθίζεται με περικοπές, όπως αυτή από την υπόθεση AAUP κατά του Κολεγίου Μπλούμφιλντ (1974). Συνυπολογίζουμε, απεφάνθη το δικαστήριο, το καθήκον της διοίκησης του πανεπιστημίου «να τιμήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που υπεύθυνα ανέλαβε, τα αντικειμενικά δεδομένα που που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση του ιδρύματος, την οικονομική του προϊστορία· το αν ο οικονομικός κίνδυνος είναι πραγματικός ή όχι, … το αν υπήρχαν ή όχι πραγματικές εναλλακτικές λύσεις». Ο Φίλιπ (ή ο δικηγόρος του Πανεπιστημίου) καλύπτει όλες τις νομικές πτυχές του προβλήματος.

Ο Φίλιπ δοκιμάζει ακόμη και ένα πολιτικό τερτίπι. Διεκτραγωδεί την αποτυχία της νομοθετικής εξουσίας να ψηφίσει έναν νόμο που θα επέτρεπε στο πανεπιστήμιο να καθορίζει το ίδιο τα δίδακτρά του. «Δυστυχώς», σημειώνει, κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατόν. Και στέλνει στους νομοθέτες ένα μήνυμα: Μου πετάτε το μπαλάκι και δείτε τι με βάζετε να κάνω. Φαντάζομαι ότι θα αντιδράσουν έντρομοι, λέγοντας: «Όχι, όχι, θα κάνουμε αυτό που πρέπει». Ούτε κατά διάνοια! Η αλήθεια είναι κανένας στη δημόσια σφαίρα δεν δίνει δεκάρα για τις ανθρωπιστικές επιστήμες ως ακαδημαϊκό εγχείρημα, μολονότι οι δημόσιοι αξιωματούχοι ενδιαφέρονται για τα βιβλία, τις ταινίες, την όπερα και την τηλεόραση, ενώ αρέσκονται να φαντάζονται τους εαυτούς τους σαν αυτοσχέδιους ιστορικούς και φιλοσόφους.

Μια χαρά. Δεν είναι δουλειά τους να εκτιμούν τις ανθρωπιστικές επιστήμες ούτε ακόμα και να τις κατανοήσουν. Αλλά είναι η δουλειά των προέδρων και των πρυτάνεων να διακηρύσσουν μεγαλόφωνα και διαρκώς την αξία της ανθρωπιστικής παιδείας, και, αν μη τι άλλο, να προσπαθούν να κάνουν τις αρμόδιες εξουσίες να καταλάβουν τι είναι αυτό που χάνεται όταν πανάρχαιες παραδόσεις πολιτισμού και τέχνης που υπήρξαν ζωτικής σημασίας για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια εξαφανίζονται από το ακαδημαϊκό προσκήνιο. Ο πρόεδρος Φίλιπ χύνει κροκοδείλια δάκρυα. Αυτό που χρειάζεται όμως είναι αληθινά δάκρυα.

 

 

ΙΙ

 

Τα σωστά και λανθασμένα επιχειρήματα υπέρ των  ανθρωπιστικών σπουδών

[…]  Όταν συζητάμε για τη δικαιολόγηση των ανθρωπιστικών σπουδών, τα λάθος ερωτήματα είναι τι προσφέρουν αυτές στην κοινωνία (δεν αρνούμαι πως υπάρχει κάποια προσφορά) και αν είναι ανταποδοτικές σε σχέση με το κόστος τους. Το  πραγματικό ερώτημα είναι πώς προσαρμοζόμαστε –μέσα από το πρόγραμμα έρευνας και διδασκαλίας μας– σε αυτό που υποτίθεται ότι κάνουμε ως πανεπιστήμιο. «Ως πανεπιστήμιο» είναι η φράση κλειδί, γιατί αναγνωρίζει πως το πανεπιστήμιο είναι μια συνεκτική οντότητα, με τη δική της ιστορία, τον δικό της σχεδιασμό και τους δικούς της στόχους· στόχους που κάποτε μπορεί να διασταυρώνονται με τους γενικότερους στόχους της ευρύτερης κουλτούρας, κάποτε όμως και όχι. Αλλά είτε συμβαίνει αυτό είτε όχι, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την απόφαση αν ένα γνωστικό αντικείμενο αξίζει μια θέση στο πανεπιστήμιο.

Θα έπρεπε, αντίθετα, να θέτουμε το ερώτημα ποια θα μπορούσε να είναι η συνεισφορά της γνώσης της ρωσικής γλώσσας και του ρωσικού πολιτισμού στην προσπάθεια των απωανατολικών σπουδών να κατανοήσουν τι συμβαίνει στην Κίνα και την Ιαπωνία (μια πολύ σημαντική συνεισφορά). Να ρωτάμε αν θα βοηθούσε τους φοιτητές χημείας να γνωρίζουν γαλλικά, ή τους φοιτητές αρχιτεκτονικής και μηχανολογίας να έχουν γνώσεις κλασικής φιλολογίας (και είναι βέβαιο ότι η απάντηση είναι καταφατική). Και όσο για τις λεπτολογίες της γαλλικής θεωρίας –που τόσο εύκολα κορόιδεψαν πολλοί σχολιαστές του πρώτου άρθρου μου–, μη ρωτάτε τι σημασία έχουν για τον μέσο άνθρωπο : ελάχιστη. Ρωτήστε αν οι σκέψεις της και ο τρόπος ανάλυσης που προέρχονται από αυτήν βρίσκουν εφαρμογή στην ιστορία της επιστήμης, στα προβλήματα της θεωρητικής φυσικής, στην ψυχολογική ανάλυση του ανθρώπινου υποκειμένου. Με δυο λόγια, υπερασπιστείτε και δικαιολογήστε τον εαυτό σας στους συναδέλφους σας, και όχι στους εκατοντάδες εκατομμύρια Αμερικανούς που δεν έχουν ιδέα για το τι κάνετε,  δεν ενδιαφέρονται καθόλου, και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι όφειλαν ενδιαφέρονται· έχουν αρκετά προβλήματα στο κεφάλι τους.

 

«Δεν παράγετε τίποτα αναγνωρίσιμο»: μια κατηγορία που μπορεί να μετατραπεί σε λάβαρο

Πώς όμως μια δικαιολογητική βάση τόσο απόλυτα εσωτερική μπορεί να βοηθήσει τον επικεφαλής ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος όταν ζητά χρήματα από το κράτος; Η απάντηση είναι ότι η δουλειά της διοίκησης του πανεπιστημίου είναι να πείσει εκείνους που πρέπει γι’  αυτή τη δικαιολογητική βάση, και να μην κάνει το λάθος να αποδεχθεί τη δομή του επιχειρήματος των αρμόδιων για τα οικονομικά, που εστιάζεται μόνο στην εξωτερική απόδοση. Πρέπει να εξηγήσουν γιατί είναι σημαντικό το γεγονός ότι πολλά ερευνητικά προγράμματα των ανθρωπιστικών σπουδών –και όχι μόνο– δεν έχουν κανένα ευδιάκριτο αποτέλεσμα, καμιά μετρήσιμη συνεισφορά, καμιά επικαιρότητα, ίσως δεν θα γίνουν ποτέ παραγωγικά, και –σε ορισμένες περιπτώσεις– γίνονται κατανοητά μόνο από πεντακόσιους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Να εξηγήσουν τι είναι ένα πανεπιστήμιο και ότι οι συμβάσεις που διέπουν την πανεπιστημιακή έρευνα δεν έχουν καμία σχέση με τις απαιτήσεις που δικαίως έχουμε από τη βιομηχανία. Πρέπει να μετατρέψουν την κατηγορία «δεν παράγετε τίποτα αναγνωρίσιμο» σε λάβαρο που θα το κραδαίνουν με περηφάνια. (Τουλάχιστον θα προκαλέσουν έκπληξη.)

 

Αν θέλετε πανεπιστήμιο, είστε διατεθειμένοι να πληρώσετε γι’ αυτό;

Και καθώς θα το κάνουμε αυτό, πρέπει να αφήσουμε αυτό το πειθήνιο ύφος, να σταματήσουμε τις ικεσίες και να θέσουμε κάποια αιχμηρά ερωτήματα: Ξέρετε τι είναι ένα πανεπιστήμιο, και αν όχι, δεν νομίζετε ότι θα έπρεπε να ξέρετε, για να αποφασίσετε για τα οικονομικά του; Θέλετε πανεπιστήμιο –ένα θεσμό που εντάσσεται σε μια παράδοση αιώνων– ή μήπως θέλετε κάτι άλλο, ας πούμε ένα κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης (που δεν έχει τίποτα κακό); Και, αν θέλετε πανεπιστήμιο, είστε διατεθειμένοι να πληρώσετε γι’ αυτό, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρέπει να θεωρείτε ότι οφείλει να είναι κερδοφόρο; Και αν δεν θέλετε πανεπιστήμιο, θα ομολογήσετε ανοιχτά στους πολίτες ότι αποσύρεστε από το ακαδημαϊκό εγχείρημα ή θα συνεχίσετε να επικαλείστε τα ιερά και τα όσια, ενώ θα κάνετε περικοπές στη χρηματοδότηση;

Οι διοικήσεις των πανεπιστημίων δεν μιλούν έτσι στους πολιτικούς τους αφεντάδες, αλλά ας το δοκιμάσουμε. Μπορεί να μας αρέσει. Και μπορεί κιόλας να έχει αποτέλεσμα. Σίγουρα πάντως, όλοι ξέρουν πως  δεν έχει κανένα αποτέλεσμα αυτή η αμυντική πόζα, «σας παρακαλούμε κύριε, μήπως μπορείτε να μας δώσετε λίγα ακόμη».

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s