Γιατί η Αριστερά του 40% είναι στο περιθώριο;

Standard

του Γιώργου Σταθάκη

Έργο του Λεοπόλντ Συρβάζ, 1942

Οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου ανέδειξαν στην Αττική πρώτη δύναμη την Αριστερά. Εντούτοις, το βράδυ των εκλογών, η Αριστερά ήταν στα υπόλοιπα, στα αποτελέσματα που κανένα ενδιαφέρον δεν έχουν. Κατά παράδοξο τρόπο, ο «δικομματισμός» εμφανίστηκε νικητής και, καθώς αυτό δεν αρκούσε, εφευρέθηκε ένας νέος «νικητής», η αποχή. Δύο φαντασιακοί «νικητές», υπαρκτοί και οι δύο φυσικά, αλλά υπερτονισμένοι έναντι του ενός και μοναδικού νικητή: της Αριστεράς.

Οι πολίτες συνειδητά ψήφισαν αριστερά σχήματα: το ΚΚΕ (14%), τον Μητρόπουλο υποστηριζόμενο από τον ΣΥΝ (6%), τη Δημοκρατική Αριστερά (4%), τους Οικολόγους-Πράσινους (4%), την Ανταρσύα (2%), τον Αλαβάνο (2%). Σύνολο, μαζί με τα δεκαδικά, 32%. Αυτό το εντυπωσιακό άθροισμα δεν περιλαμβάνει τον «αντιμνημονιακό» Δημαρά, από το ποσοστό του οποίου τουλάχιστον 6-7% θα μπορούσε να θεωρηθεί αριστερής κατεύθυνσης. Κοινώς, η δηλωμένη αριστερή ψήφος αποτελεί την πρώτη προτίμηση της Αττικής, φτάνοντας το 40%. Οι πολίτες δεν ψήφισαν τα κόμματα του δικομματισμού, που κινούνται σε χαμηλά ποσοστά, 20-24% το καθένα.

Εάν ζούσαμε στη Χιλή του 1970 αυτό το ποσοστό θα εξέλεγε τον πρόεδρο Αλλιέντε (33%), ενώ σε οποιαδήποτε λατινοαμερικάνικη χώρα σήμερα θα εξέλεγε έναν από τους πολλούς αριστερούς προέδρους. Στην Ιταλία ή τη Γαλλία του 1960, με μικρότερα ποσοστά, το Ιταλικό  και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (34 και 28%) έγραψαν τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συλβί μέσα στην κρίση

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Γιάννη Αλμπάνη

Είναι πια πολύ σπάνιο να γράφει κανείς για ένα έργο τέχνης, μια παράσταση ή μια ταινία χωρίς να φέρει τη νομιμοποίηση της –συνήθως ακαδημαϊκής– εξειδίκευσης στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Πάνω από το κάθε εν δυνάμει γραπτό του μη ειδικού επικρέμεται ο βαρύς πέλεκυς του «από πού κι ως πού γράφει αυτός…».

Ας είναι. Ορισμένες φορές πρέπει να πάρεις το ρίσκο της μομφής περί ασχετοσύνης, και να γράψεις για τον ενθουσιασμό που μπορεί να προκαλέσει η καλλιτεχνική δημιουργία, αντλώντας την όποια νομιμοποίηση από την πεποίθηση ότι η τέχνη παραμένει μια δημόσια υπόθεση για την οποία μπορεί να τοποθετηθεί, εκτός από τους επαΐοντες, και το κοινό, καθώς και (ή μάλλον κυρίως) από εκείνο το πηγαίο ουρανόμηκες «Μπράβο!» που συνόδευσε αυθόρμητα τα αποθεωτικά χειροκροτήματα μας στο τέλος της παράστασης της Συλβί Γκιλέμ* και του Ράσελ Μάλιφαντ στο Μέγαρο Μουσικής, στις 15 του περασμένου μήνα.

Η Γκιλέμ έχει εμφανιστεί κι άλλες φορές στην Ελλάδα, και είναι αρκετά γνωστός ο θρύλος που φέρει το όνομα της: σε ηλικία δεκαεννιά χρονών ο Νουρέγιεφ την έχρισε «αστέρι» του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού, η φήμη της ξεπέρασε τα όρια του κλασικού μπαλέτου με την περίφημη διαφήμιση 6 o’clock (όπου το σηκωμένο στον αέρα πόδι της φτάνει σε οριζόντια γραμμή με αυτό που στηρίζεται στο έδαφος, όπως ακριβώς οι δείκτες του ρολογιού όταν σημαίνουν 6), στη συνέχεια μια απρόσμενη στροφή στο μοντέρνο χορό και, τέλος, η συνάντηση με τον βρετανό χορογράφο και χορευτή Ράσελ Μάλιφαντ. Κορυφαία στιγμή της κοινής δημιουργικής πορείας τους (καθώς και της συνεργασίας τους με τον υπεύθυνο για τον εκπληκτικό φωτισμό Μάικλ Χάιλς) υπήρξε το ντουέτο Push, το οποίο και παρουσίασαν στο Μέγαρο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

Standard

της Αθηνάς Αθανασίου

 

Μαξ Ερνστ, "Προσεγγίζοντας την εφηβεία ή οι Πλειάδες", 1921

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης— έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Ρενέ Μαγκρίτ, "Διαπερνώντας τον χρόνο", 1938

Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Αμερικανοί εναντίον του εαυτού τους

Standard

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ


του Ρόναλντ Ντουόρκιν

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

"Obamunism"=Communism. Στάλιν, Κάστρο, Λένιν, Μαρξ, Μάο και Ομπάμα

Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών ήταν μια απόλυτη απογοήτευση, απολύτως αναμενόμενη κι όμως εξαιρετικά αινιγματική. Γιατί τόσοι πολλοί Αμερικανοί επιμένουν να ψηφίζουν ενάντια στα ίδια τους τα συμφέροντα; Γιατί τόσες οργισμένες φωνές ενάντια σε ένα σύστημα δημόσιας υγείας που θα τους προσφέρει την καλύτερη περίθαλψη που είχαν ποτέ; Ή ενάντια στις δημόσιες δαπάνες που αποσκοπούν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση η οποία απειλεί περισσότερο εκείνους; Ή ενάντια στην αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας που μειώνει τους δικούς τους φόρους και αυξάνει τη φορολογία για τους ανθρώπους που είναι πιο πλούσιοι από όσο πρόκειται να γίνουν ποτέ οι ίδιοι; Γιατί υποστηρίζουν τόσο μαζικά με την ψήφο τους ένα κόμμα που στηρίζεται από τους τραπεζίτες και τους χρηματιστές που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική καταστροφή που ζούμε;

 

Συγκέντρωση οπαδών του Tea Party, Ουάσινγκτον, άνοιξη 2010

Οι άνθρωποι που ψήφισαν ενάντια στην πολιτική του Ομπάμα –ή απλώς απείχαν από τις εκλογές–, πολλοί από τους οποίους τον ψήφισαν πριν από δύο χρόνια, έχουν σίγουρα κάποιο λόγο που σήμερα του γυρίζουν την πλάτη. Πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτό που λένε: νιώθουν πως χάνουν τη χώρα τους και ότι πρέπει να παλέψουν απελπισμένα για να την πάρουν πίσω. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Υπάρχουν δύο εύλογες απαντήσεις, που είναι και οι δύο τρομακτικές. Μπορεί να εννοούν, πρώτον, ότι η κυβέρνηση Ομπάμα δεν είναι δική τους επειδή είναι πολύ απομακρυσμένη από τη δική τους κουλτούρα· δεν τον νιώθουν δικό τους επειδή είναι τόσο διαφορετικός. Είναι σαφές ότι η πιο σημαντική διαφορά είναι για εκείνους η φυλή — μια φυλή που πολλοί Αμερικανοί συνεχίζουν να θεωρούν ξένη. Νιώθουν, ενστικτωδώς, ότι ένας μαύρος δεν μπορεί να μιλά εξ ονόματός τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η άνοδος του Tea Party: οι δύο Αμερικές

Standard

του Σαμ Χίτσμοου

Μετάφραση:  Σοφία Ζουμπουλάκη

Οι πρόσφατες νίκες της παράταξης του Tea Party επανέφεραν και πάλι στο προσκήνιο μια διαχρονική και έντονη ιδεολογική διαμάχη.

Από τότε που υφάνθηκε ο ιστός των αμερικανικών ιδεών της ελευθερίας –η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, το Σύνταγμα, η Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Συμβόλαιο του Mayflower και η ίδια η ιδέα του αμερικανικού ονείρου– υπάρχει μια αντιδικία σχετικά με την εγγενή σημασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που πυροδοτούν αυτή τη λυσσαλέα υπεράσπιση της υπερηφάνειας.

Ο σάλος που έχει ξεσηκώσει σήμερα το Tea Party είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στη διαμάχη για το τι ακριβώς συμβολίζει η Αμερική. Η Δεξιά διεκδικεί το «αμερικάνικο όνειρο» ως υπερασπιστή των ατομικών δικαιωμάτων και της προσωπικής ελευθερίας, με μια νοοτροπία του τύπου «ο καθένας μπορεί να τα καταφέρει αν εργαστεί και τηρεί τους κανόνες» και «στηρίξου στις δικές σου δυνάμεις». Τροπάρι της είναι οι χαμηλοί φόροι και το μη παρεμβατικό κράτος.

Ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους το Tea Party έχει μανιάσει είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς ακριβώς την πεμπτουσία του εναλλακτικού, του πιο αριστερού, νοήματος που ενυπάρχει μέσα στο αμερικάνικο όνειρο, και έτσι η ιδεολογική μάχη για την αμερικανική ταυτότητα έχει μετατραπεί σε οξεία πόλωση. Το άλλο νόημα του αμερικάνικου ονείρου είναι μια πιο συλλογική ερμηνεία του τι αντιπροσωπεύει η χώρα, ότι είναι η γη της ελευθερίας, ένα χωνευτήρι, μια χώρα που ζει με την πίστη ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι (και αντιμετωπίζονται ως ίσοι, ανεξάρτητα, ας πούμε, από το αν δεν είναι λευκοί ή είναι μουσουλμάνοι), όπου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρείται μέσο πραγμάτωσης της ισότητας. Στο πλαίσιο αυτής της εκδοχής μιας πιο ανοιχτής, ανεκτικής Αμερικής, τους οπαδούς του Tea Party έχει αρχίσει να τους απασχολεί η φυλή, η εθνότητα και η εξαφάνιση της λευκής πλειοψηφίας τόσο όσο και τα οικονομικά προβλήματα, και θεωρούν συχνά ότι έτσι ανάβει το πράσινο φως για την ισλαμοποίηση της χώρας. […]

Συνέχεια ανάγνωσης

«Εμείς, ο λαός»

Standard

του Ουώλτερ Μπεν Μίκαελς

μετάφραση: Λίβιστρος Ροδάμνης


Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, δύο αστέρες της αμερικανικής Δεξιάς είχαν μια φιλική διαφωνία σχετικά με το ποιος αντιπροσωπεύει τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις HΠΑ. Ο παρουσιαστής Μπιλ Ο’Ράιλυ στο κανάλι Fox News ακολούθησε τη συμβατική σοφία: η Αλ Κάιντα. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπους, η σύγκρουση των πολιτισμών αποτελούσε το κυρίαρχο πρίσμα υπό το οποίο οι αμερικανοί συντηρητικοί αντιμετώπιζαν τον κόσμο. Αλλά ο νέος συνάδελφος και ανταγωνιστής στα ποσοστά τηλεθέασης, ο Γκλεν Μπεκ, έδωσε μια πιο παράδοξη απάντηση: δεν είναι οι οπαδοί της τζιχάντ που προσπαθούν να καταστρέψουν τη χώρα μας, αλλά οι κομμουνιστές. Όταν ο Μπεκ και το Tea Party, οι δεξιοί λαϊκιστές που συνδέονται στενά μαζί του, εκφράζουν τις πιο μύχιους φόβους τους, αυτό που τους τρομάζει δεν είναι η τρομοκρατία, αλλά ο σοσιαλισμός.

Ακόμη πιο παράδοξο, ο Μπεκ είναι μια γενιά νεότερος από τον Ο’Ράιλυ. Δεν είχε καν γεννηθεί το 1963, όταν ο Έζρα Ταφτ Μπένζον, υπουργός Γεωργίας του Αϊζενχάουερ, εκφώνησε μια ομιλία σχετικά με την υπόσχεση του Κρούτσεφ να «μας ταΐσει τον σοσιαλισμό» μπουκιά μπουκιά, μέχρι που μια μέρα (σήμερα, σύμφωνα με τον Μπεκ, που αναφέρεται συχνά σε αυτό τον λόγο) θα ξυπνήσουμε και θα καταλάβουμε ότι «έχουμε ήδη κομμουνισμό».

To πιο παράδοξο όμως από όλα είναι ότι αυτή η εκ νέου ανακάλυψη του Ψυχρού Πολέμου δουλεύει. Oι οπαδοί του Tea Party σπεύδουν να ξεμπροστιάσουν τους κομμουνιστές στο Δημοκρατικό Κόμμα· στις λίστες με τα μπεστ σέλερ του Amazon, το πολιτικό βιβλίο που βρίσκεται στην κορυφή είναι το The Road to Serfdom, του Φ.Α. Χάγιεκ, ενώ ακόμα και ο πασίγνωστος ραδιοφωνικός αστέρας Ρας Λίμπο έχει αρχίσει να ανησυχεί για τους «κομμουνιστές» κατασκόπους, «που βρίσκονται στη δούλεψη του Βλαντιμίρ Πούτιν».

Γιατί ο κομμουνισμός; Και γιατί τώρα; Στο κάτω κάτω της γραφής, για την ισλαμοφοβία υπήρχαν κάποια προσχήματα που πατούσαν στην πραγματικότητα: οι οπαδοί της τζιχάντ έχουν σκοτώσει, τωόντι, χιλιάδες Αμερικανούς. Αλλά ασφαλώς δεν υπήρξαν κομμουνιστές στα αεροπλάνα που έπληξαν το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και, πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει σήμερα περίπου κανένας κομμουνιστής οπουδήποτε στις ΗΠΑ, ενώ είναι εξαιρετικά λίγοι και στην πρώην ΕΣΣΔ. Στ’ αλήθεια, εάν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο μπορούν να συμφωνήσουν ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Μπαράκ Ομπάμα είναι ο ενθουσιασμός τους γι’ αυτό που ο πρώτος (στο Νταβός!) αποκάλεσε «πνεύμα της ελεύθερης επιχείρησης». Και όμως, όπως ο αντισημιτισμός χωρίς Εβραίους, ο αντικομμουνισμός χωρίς κομμουνιστές είναι παρών, παίζοντας σημαντικό πολιτικό ρόλο στη Δεξιά, ιδίως στο κομμάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αντι-νεοφιλελεύθερη Δεξιά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Τρότσκυ και η ψυχανάλυση

Standard

του Jacquy Chemouni

 

Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα από το σύγγραμμα του Jacquy Chemouni Ο Τρότσκυ και η ψυχανάλυση, το οποίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες, από τις εκδόσεις Οpportuna, σε μετάφραση Νίκου Παπαχριστόπουλου και Κυριακής Σαμαρτζή και επίμετρο Σάββα Μιχαήλ, Θανάση Τζαβάρα και Νίκου Παπαχριστόπουλου.

 

Σχέδιο του Ντ. Ληβάιν

Οι θεωρητικοί μαρξιστές, οι οποίοι είχαν συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητα και την κοινωνική εμβέλεια του έργου του Φρόυντ, διέβλεπαν σε αυτό μία συμπληρωματική θεωρία του μαρξισμού, ικανή να εμπλουτίσει τις μαρξιστικές αναλύσεις για μία όσο το δυνατόν καλύτερη ερμηνεία της δράσης των μαζών αλλά και των υποκειμένων. […]

Το ερώτημα το οποίο προκύπτει σε σχέση με την εποχή της Ρωσικής Επανάστασης είναι εάν η ψυχανάλυση εθεωρείτο συμβατή με τον μαρξισμό. Αν και οι ψυχαναλυτές οι οποίοι ακολουθούσαν την μαρξιστική πολιτική σκέψη και δράση πίστευαν, στο σύνολό τους, σε μία μορφή οργανικής σχέσεως μεταξύ του Φρόυντ και του Μαρξ, η πλειονότητα των ιδεολόγων μαρξιστών υπεστήριζαν κυρίως την αντίθετη άποψη. Ορισμένοι θεωρούσαν το έργο του Φρόυντ ακόμη και ως έκφραση μιας νέας μορφής ιδεαλισμού, τον οποίο κάθε μαρξιστής άξιος της κληρονομιάς του πατέρα ιδρυτή όφειλε να καταπολεμήσει.

Ως προς τη σχέση τους με την ψυχανάλυση, τους θεωρητικούς μαρξιστές μπορούμε να τους εντάξουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Πρώτον, του Λένιν προεξάρχοντος, σε αυτούς οι οποίοι κατεδίκαζαν την ψυχανάλυση λόγω της αστικής και αντεπαναστατικής της φύσεως. Δεύτερον, σε αυτούς οι οποίοι πίστευαν σε μία ενδεχόμενη σύμπλευση μεταξύ Μαρξ και Φρόυντ, θεωρώντας τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία συμβατή με τη φροϋδική επανάσταση· μεταξύ αυτών οι πιο γνωστοί είναι ο Τρότσκυ και ο Γιόφφε. Τρίτον, στους αυστρομαρξιστές, όπως ο Βίκτωρ Άντλερ, ο Φρήντριχ Άντλερ και ο Όττο Μπάουερ, οι οποίοι δεν ευρίσκοντο τόσο πολύ εγκλεισμένοι στο θεωρητικό δόγμα. Εξεδήλωναν ενδιαφέρον για τον Φρόυντ, στον οποίον ανεφέροντο διεξοδικά τόσο στα έργα τους όσο και μέσω της δράσης την οποία ορισμένοι από αυτούς ανέπτυξαν εντός της σοσιαλιστικής κοινότητας της Βιέννης.

Έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν οι τρεις αυτές στάσεις άμεση και πλήρης απόρριψη, ενδιαφέρον υπό προϋποθέσεις, πρακτική αποδοχήαντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικές μαρξιστικές αντιλήψεις. Συμπεραίνουμε ότι δεν είναι και εντελώς ανεξάρτητες από τις πολιτικές πεποιθήσεις εκείνων οι οποίοι τις εξεδήλωναν. Αντανακλούν άραγε τρεις επιμέρους ψυχολογικές λειτουργίες; Ανεξαρτήτως των λόγων και των κινήτρων τα οποία υπαγόρευαν το είδος της σχέσης των στρατευμένων μαρξιστών με την ψυχανάλυση, ο τομέας έρευνας της ψυχανάλυσης δεν έμεινε έξω από τα ερωτήματα των επαναστατών και των σοσιαλιστών μεταρρυθμιστών, οι οποίοι είχαν ως αίτημα την απο-αλλοτρίωση του ανθρώπου. […]

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σύντροφός μας Αλέκος Λύτρας

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Χαρακτικό του Γιάννη Κεφαλληνού, από τους «Σκλάβους πολιορκημένους» του Κώστα Βάρναλη.

Σήμερα, αν έχω καταλάβει καλά, οι αριστεροί και οι αριστερές της δικιάς μας –πάλαι ποτέ ενιαίας, προ Ιουνίου, συριζαϊκής Αριστεράς– αισθάνονται, αν μη τι άλλο, κάποια αμηχανία. Μια αμηχανία που δεν έχει να κάνει, πρωτίστως, με τα πρόσωπα, αφού διαχέεται ανεξάρτητα με το τι ψηφίζει ο καθένας, και εμφανίζεται, λανθάνουσα έστω, και σε δήμους ή περιφέρειες με λαμπρούς υποψήφιους και υποψήφιες. Με τι σχετίζεται λοιπόν;

Πρώτα απ’ όλα, ασφαλώς με την πολυδιάσπαση. Η διάσπαση του ΣΥΝ και στη συνέχεια η διάρρηξη της συμμαχίας του ΣΥΡΙΖΑ, που καθρεφτίζονται και στις σημερινές εκλογές, ήταν μια μεγάλη οπισθοδρόμηση, πολιτικά, οργανωτικά, ψυχολογικά. Κι αυτό γιατί ο ενιαίος ΣΥΝ και ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ υπήρξαν μεγάλη ευκαιρία –έστω κι αν δεν πραγματώθηκε ποτέ– για πολλά: πρώτον, ευκαιρία ώστε η ανανεωτική και κινηματική Αριστερά να αποκτήσει κοινωνική δικτύωση σε όλη την Ελλάδα, να μη μείνει ες αεί στρατιά με στρατηγούς χωρίς στρατιώτες· δεύτερον, για μια νέα πολιτική σύνθεση, μέσα από τη θέρμη της πολιτικής εμπιστοσύνης που θα μπορούσε να λιώσει τασικές και συνιστωσιακές περιχαρακώσεις· τρίτον, το βήμα ώστε ένας ολόκληρος αριστερός κόσμος της μεταπολίτευσης, που καλλιεργούσε πια την πολιτική στο κηπάκι του, να επανέλθει στην κεντρική σκηνή. Την πολυδιάσπαση βέβαια δεν μπορούμε να την ξεπεράσουμε με ξόρκια υπέρ της ενότητας, ούτε ελεεινολογώντας το κακό το ριζικό μας, ούτε με οξυγονοκολλήσεις προ των «βαρβάρων»· μπορούμε όμως, τουλάχιστον, να μην καταστρέφουμε τους πολιτικούς και ψυχικούς δεσμούς που μας συνδέουν με τους συντρόφους της άλλης πλευράς, όπου κι αν βρίσκονται: στη Δημοκρατική Αριστερά, στο Μέτωπο, την Ανταρσύα — και τούμπαλιν, βέβαια. Δεν εννοώ ισορροπισμούς, τσιριμόνιες αβροφροσύνης, απουσία κριτικής και υποκριτικές συναινέσεις· εννοώ ότι, παρά τις διαφωνίες και τις συγκρούσεις, αυτός ο ιστός, ένας χώρος επαφής και συζήτησης, είναι όρος ύπαρξης για όλους μας.

Πέρα όμως από τον κατακερματισμό, υπάρχει, πιστεύω, και ένας βαθύτερος λόγος για την αμηχανία: δεν έχει γίνει ξεκάθαρο, όχι μόνο στις «πλατιές λαϊκές μάζες» αλλά ούτε στους αριστερούς και τις αριστερές ψηφοφόρους, σε τι συμπυκνώνεται η αριστερή αντίληψη για την αυτοδιοίκηση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση: εμπειρίες, προβλήματα, προοπτικές

Standard

Συζητούν ο Χάρης Κωνσταντάτος,

ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης και ο Κωστής Χατζημιχάλης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της συζήτησης μεταξύ του Χ. Κωνσταντάτου, του Μ. Σπουρδαλάκη και του Κ. Χατζημιχάλη, με γενικό θέμα το αυτοδιοικητικό τοπίο όπως διαμορφώνεται στη συγκυρία της κρίσης και της εφαρμογής του «Καλλικράτη». Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Η τεράστια διοικητική-πολιτική αναδιάρθωση του “Καλλικράτη” και η λογική της “αποκένωσης του κράτους” στη συγκυρία της κρίσης», είχε δημοσιευθεί την προηγούμενη Κυριακή. Αφιερωμένο στον Καλλικράτη, κατέληγε ανοίγοντας το θέμα των δυνατοτήτων και της πολιτικής της Αριστεράς, σε τοπικό επίπεδο, με τα νέα δεδομένα.

«Ε»

Ρενέ Μαγκρίτ, "Η ωραία της νυκτός"

Χάρης Κωνσταντάτος: Ο Μ. Σπουρδαλάκης αναφέρθηκε σε «κοινωνικές συνέργειες που υπονομεύουν την καπιταλιστική λογική και θα ενδυναμώνουν τα κοινωνικά θύματα του Μνημονίου και του προκρούστειου Καλλικράτη». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει ως προϋπόθεση την υπέρβαση του γνώριμου μοντέλου του αριστερού αγωνιστή δημάρχου της μεταπολίτευσης. Το μοντέλο αυτό, που προέτασσε κατά κύριο λόγο τη διεκδίκηση (πόρων, αρμοδιοτήτων, υποδομών) από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, το ζήσαμε για πολλά χρόνια και προφανώς αποτελεί αναπόσπαστη παρακαταθήκη της αριστερής ταυτότητας, ειδικά στα αστικά κέντρα· ακόμα και σήμερα αισθανόμαστε την ηχώ του, αν και τα παραδείγματα πια είναι λίγα. Λέω «υπέρβαση», γιατί οι δημοτικές αρχές, ακόμα και της Αριστεράς, υπήρξαν εχθρικές σε κοινωνικές πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, βλέποντας τον ρόλο τους κυρίως ως προνομιακούς διαμεσολαβητές των αιτημάτων και των προσδοκιών της τοπικής κοινωνίας προς το κεντρικό κράτος.

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: …σχεδόν σαν ομάδα πίεσης.

Χ. Κωνσταντάτος: Υπάρχει λοιπόν, ιδιαίτερα σε καθεστώς κρίσης, όπου πολλές ταυτότητες και σχέσεις σε τοπικό επίπεδο αλλάζουν ριζικά, ένα ζήτημα αναπροσανατολισμού: Τι κάνει μια αριστερή δημοτική αρχή ή οι αριστερές δυνάμεις τοπικά και πώς το ζήτημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης συνδέεται οργανικότερα με νέου τύπου κοινωνικές διεργασίες, αλληλέγγυες, που ξεπηδούν σταδιακά «από τα κάτω», πώς ενθαρρύνουμε κάποιες από αυτές; Πώς η προηγούμενη αγωνιστική παράδοση, της διεκδίκησης απέναντι στο συγκεντρωτικό ελληνικό κράτος, μπορεί να συνταιριαστεί με τον ρόλο του υποκινητή, του οργανωτή — και πάντως ομόλογου σε τοπικό επίπεδο της κοινωνικής κινητοποίησης, όχι αντιπροσώπου της, εξωτερικά;

Μ. Σπουρδαλάκης: Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να γίνει με ανοικτό μυαλό, με φαντασία, χωρίς στερεότυπα και πάντα με πολιτικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι η κρίση συμβάλλει ουσιαστικά στην αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Αναδιάταξη που ξεκινά από τη σοβούσα, εδώ και καιρό, κρίση αντιπροσώπευσης και ολοκληρώνεται με την αποευθυγράμμιση των πολιτικών δυνάμεων από την κοινωνία, εξέλιξη που στις παρούσες εκλογές γίνεται περισσότερο από φανερή. Έτσι, και σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο, θα δημιουργούνται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να μεταφέρουμε την παλιά αγωνιστική κινηματική παράδοση της Αριστεράς στον δικό μας χώρο· πρέπει να βλέπουμε και πολιτικά στο επίπεδο των δημοτικών, περιφερειακών κινήσεων κλπ. και προς τις όμορες δυνάμεις, για να κάνουμε αυτή την παρέμβαση, που πολύ σωστά επισημαίνει ο Χ. Κωνσταντάτος.

Έργο του Ανρί Ματύς, από την ενότητα "Τζαζ"

Οι αριστεροί δήμαρχοι και το πρόβλημα του «ρεφορμισμού»

Κωστής Χατζημιχάλης: Εδώ νομίζω αγγίζουμε ένα θέμα-ταμπού για την έννοια του αριστερού δημάρχου στην Ελλάδα: το πρόβλημα του ρεφορμισμού. Αφενός, υπάρχει ένα κατοχυρωμένο πλαίσιο, που ανέφερε πριν ο Χάρης: ο διεκδικητικός ρόλος. Αυτό όχι μόνο δεν πρέπει να αρθεί, αλλά, ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες, πρέπει να ενταθεί. Από την άλλη, κάθε φορά που συζητάμε τι κάνει ένας αριστερός δήμαρχος ξαναμπαίνει το ερώτημα: Αν κάνει κάτι πέρα από τη διεκδίκηση, αυτό είναι αναπαραγωγή του συστήματος, είναι ένταξη στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής;

Να θυμίσω ένα περιστατικό που συζητάμε συχνά όταν μπαίνει το θέμα. Το 1979 ψηφίστηκε ο περίφημος νόμος 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών», του Στ. Μάνου, υφυπουργού τότε Δημόσιων Έργων. Θέμα του ήταν πώς γίνονται οι επεκτάσεις των πόλεων, με την ενεργό πολεοδομία, με εισφορά σε γη και σε χρήμα — αιτήματα δηλαδή εκσυγχρονιστικά που έθετε και η Αριστερά πριν τη δικτατορία. θυμίζω τα συνέδρια με τη συμμετοχή των Γρ. Διαμαντόπουλου, I. Μπούζεμβεργκ κ.ά. Οι μόνοι δήμαρχοι που έκαναν κάποια προσπάθεια να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του νόμου ήταν οι δήμαρχοι της ανανεωτικής Αριστεράς. Οι υπόλοιποι, με βασικό κορμό το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν κάθετα αντίθετοι, θεωρούσαν ότι μια τέτοια στάση αποτελεί τον πιο χυδαίο ρεφορμισμό. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».

Τι γίνεται λοιπόν σήμερα, όταν υπάρχει ένα τοπικό πρόβλημα μεγάλης ανεργίας; Οι καινούργιες δυνατότητες σου αφήνουν κάποια ψήγματα πρωτοβουλιών, με λίγους πόρους. Καταρχάς, σίγουρα ζητάς περισσότερα χρήματα, γιατί, όπως έχει πει και ο Χ. Κωνσταντάτος, ένας αριστερός δήμαρχος δεν μπορεί να είναι απλώς διαχειριστής της φτώχειας. Αυτό είναι σίγουρο. Μια πολύ σημαντική πηγή κονδυλίων, ειδικά για τη φτώχεια, είναι τα κοινωνικά ταμεία συνοχής. Όμως, για να πάρεις χρήματα από εκεί χρειάζεσαι τεχνοκρατική προετοιμασία. Ορισμένοι αριστεροί δήμαρχοι δεν το κάνουν, επειδή θεωρούν ότι είναι χάσιμο χρόνου ή αποδοχή της «κακιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Παραπέρα, πρέπει να σκεφτούμε ιδέες που ξεπερνάνε τη διαχείριση της φτώχειας και την έλλειψη κονδυλίων. Στην Ευρώπη, δήμαρχοι που έχουν ψηφιστεί από την Αριστερά (εμείς μπορεί, βέβαια, με το δικό μας το «αριστερόμετρο» να τους θεωρούμε απλώς «εκσυγχρονιστές») έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν θεσμούς και δομές που δίνουν στους άνεργους και τις άνεργες δημιουργικές διεξόδους. Είναι επίσης διαδεδομένα τα «κοινωνικά παντοπωλεία»: παρόλο που στη χώρα μας η ιδέα έχει υλοποιηθεί συχνά με κακό και ψηφοθηρικό τρόπο, μπορεί να αποτελέσει, για την Αριστερά, μια πρακτική με προοπτικές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός βιολογικής γεωργίας και κοινωνικά χρήσιμου φαγητού. Υπάρχουν μεγάλοι καταναλωτές φαγητού, όπως ο στρατός, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, καθώς και τα κοινωνικά συσσίτια ενός δήμου, που έχουν σημαντική ζήτηση αγροτικών προϊόντων, ως πρώτη ύλη. Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, ακόμη και τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, αριστεροί δήμοι και περιφέρειες (η τελευταία προσφέρει τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακας), οργάνωσαν και θεσμοθέτησαν τη συνεργασία μεταξύ βιολογικής γεωργίας και μεγάλων, σταθερών καταναλωτών, δημιουργώντας στην πράξη κοινωνικά χρήσιμο φαγητό για όλους.

Μια άλλη ιδέα είναι οι λεγόμενες «κοινωνικές τράπεζες χρόνου», που έχουν εφαρμοστεί εκτεταμένα στην Ιταλία. Ο κάθε πολίτης «καταθέτει» στην τράπεζα ένα χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να παρέχει μια υπηρεσία: να φτιάξει τα υδραυλικά, να κάνει μαθήματα κιθάρας ή αγγλικών, να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση κ.ο.κ. Η κάθε ώρα σε αυτή την κοινωνική παροχή είναι ισάξια, δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το είδος της εργασίας: μία ώρα ενός ηλεκτρολόγου αντιστοιχεί με μία ώρα μιας καθηγήτριας, ενός γυμναστή κ.ο.κ. Θα μπορούσε να πει κανείς –εγώ βέβαια δεν συμφωνώ– ότι όλα αυτά είναι ρεφορμισμός.

Μ. Σπουρδαλάκης: Δεν είναι, διότι αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες ουσιαστικά πάνε κόντρα στη λογική της αγοράς.

Κ. Χατζημιχάλης: …και κόντρα στην εμμονή να περιμένουμε όλες τις λύσεις από το κράτος.

Βάσω Κατράκη, "Ψαράδες με καπέλα"

Μ. Σπουρδαλάκης: Και έτσι φτιάχνεις συνειδήσεις, «ουσιαστικοποιείς», αν μου επιτρέπεται ο βαρβαρισμός, τα συνθήματα που ακούμε, ειδικά παραμονές των εκλογών, περί αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη δεν είναι αφηρημένη έννοια και υπόσχεση· έχει να κάνει και με πολύ συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως οι τράπεζες χρόνου, με το πώς οργανώνει κανείς όσους έχουν ανάγκη, στη συγκυρία της καλλικρατικής μεταρρύθμισης και της μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης. Η διχοτομία ανάμεσα στον ρεφορμισμό και την επανάσταση, τουλάχιστον στο πεδίο αυτό, δεν πρέπει να μας απασχολεί και κυρίως δεν πρέπει να παγώνει τη δράση μας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Εξαπτέρυγα και ξεφτέρια πάνω από την κάλπη

Standard

Έργο του Ανρί Ματίς, από την ενότητα "Τζαζ"

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Οι πρωινοί θα έχουν ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, αλλά το σημερινό σημείωμα της στήλης δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις εκλογές. Όμως, η σημερινή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση μέσα στα δυο χρόνια που λεξιλογώ από τις φιλόξενες σελίδες της Αυγής, οπότε τα βασικά του εκλογικού λεξιλογίου (κάλπη, ψήφος και τα τοιαύτα) τα έχω καλύψει. Για να μη σας σερβίρω λοιπόν ξαναζεσταμένο φαγητό, θα εξετάσω μια λέξη που δεν ήταν ανέκαθεν εκλογική αλλά ακούστηκε αρκετά στις φετινές εκλογές, τη λέξη «εξαπτέρυγα».

Η λέξη αυτή τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο παραπολιτικό λεξιλόγιο για τα καλά. Η αρχή ίσως έγινε από τον Αντώνη Σαμαρά τον Ιούνιο, όταν, φωτογραφίζοντας τον Καρατζαφέρη και τη Ντόρα Μπακογιάννη που έδωσαν θετική ψήφο στο μνημόνιο, έκανε λόγο για όσους προσχώρησαν σε αυτή την πολιτική ως εξαπτέρυγα του ΠΑΣΟΚ… Ο όρος έπιασε στα φιλικά του έντυπα, με αποτέλεσμα ο κ. Σαμαράς να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί — για παράδειγμα, στις αρχές Οκτωβρίου, στο φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ, έκανε λόγο για «εξαπτέρυγα και παπαγαλάκια της κυβέρνησης». Το είπε μια, το είπε δυο ο Σαμαράς, ο έτερος ένοικος της πολυκατοικίας δεν βάσταξε άλλο και αντέδρασε: «Όσο είμαι εγώ εξαπτέρυγο του ΠΑΣΟΚ, άλλο τόσο ο Σαμαράς είναι εξαπτέρυγο της αριστεράς», είπε την περασμένη εβδομάδα ο Γ. Καρατζαφέρης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τι είναι και τι δεν είναι το Red Notebook

Standard

Σκίτσο του Kalio

Το Red Notebook (RNB) είναι ένα πόρταλ ενημέρωσης, καθημερινού πολιτικού σχολιασμού και ανάλυσης για όσα αφορούν την πολιτική, την κοινωνία και τον πολιτισμό — είτε αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα είτε όχι.

Δεν είναι επιχείρηση. Δεν εκδίδεται (από) και δεν απευθύνεται σε «ειδικούς», αν και στη μεγάλη παρέα του συμμετέχουν δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, άνθρωποι που ασχολούνται επαγγελματικά με τον πολιτισμό — και που οι άλλοι τους θεωρούν «ειδικούς». Μολονότι φιλοδοξεί να είναι έγκυρο, αποφεύγει συστηματικά την ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, απαγορεύει στον εαυτό του να γίνεται αυτοαναφορικό: η σκοπιά απ’ την οποία βλέπει τα πράγματα το υποχρεώνει να συζητά, να μαθαίνει, να βλέπει αποχρώσεις.

Μπορείτε να γίνετε το «αυτί» και το «μάτι» του όπου κάτι κινείται, αλλά και να ανοίξετε εσείς τη συζήτηση. Το RNB δεν μιλάει μόνο: προσπαθεί και να ακούει.

rednotebook.gr | rnbnet.gr

Σκίτσο του Kalio


Στην Ευρώπη, οι δεξιότητες εναντίον της γνώσης

Standard

 

 

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας είναι ο στόχος: να προετοιμάσουν ένα φυτώριο ευέλικτου εργατικού δυναμικού για να απαντήσουν στις ανάγκες των επιχειρήσεων σε εργάτες με χαμηλή ειδίκευση.

 

του Νίκο Χιρτ

Η εκπαιδευτική σκέψη της κας Αντρούλλας Βασιλείου, της κυπρίας επιτρόπου για την εκπαίδευση, συμπυκνώνεται σε μερικές φράσεις: «βελτίωση των δεξιοτήτων και πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση με βάση τις ανάγκες της αγοράς», «να μπορεί η Ευρώπη να αντιμετωπίζει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό», «να αποκτούν οι νέοι εφόδια για τη σημερινή αγορά εργασίας» και «να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης».[1]

Γκυστάβ Καϊγμπότ, "Le Pont d' Europe"

Συνοψίζει αρκετά καλά τις αντιλήψεις των ευρωπαίων ιθυνόντων, οι οποίοι, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, θεωρούν ότι η πρωταρχική αποστολή του σχολείου είναι να υποστηρίζει τις αγορές και ότι η λύση στα προβλήματα της ανεργίας και της ανισότητας βρίσκεται σε μια καλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εκπαίδευση και στις «ανάγκες» της οικονομίας.

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, αλλά επίσης «μια σημαντική αύξηση των θέσεων απασχόλησης στους τομείς των υπηρεσιών, ιδιαίτερα στη λιανική πώληση και τη διανομή, καθώς και σε άλλες στοιχειώδεις εργασίες, που δεν απαιτούν παρά λίγα ή καθόλου τυπικά προσόντα».[2] Ένα φαινόμενο στο οποίο ο ευρωπαϊκός οργανισμός δίνει το όνομα «πόλωση στη ζήτηση δεξιοτήτων».

Πρόκειται για μια τάση που οι ΗΠΑ γνωρίζουν επίσης: στους σαράντα τομείς απασχόλησης που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη αύξηση σε όγκο, οκτώ μόνον απαιτούν πολύ υψηλά επίπεδα προσόντων (baccalauréat + 4 ή περισσότερα), ενώ περίπου είκοσι δεν απαιτούν παρά μια σύντομη εμπειρική κατάρτιση στον τόπο εργασίας (short-term on-the-job training).[3] Διάφοροι αγγλοσάξονες συγγραφείς περιγράφουν αυτή την πόλωση με την αντιπαράθεση «MacJobs» και «McJobs» (παραπέμποντας στον Mac, τον υπολογιστή της εταιρίας Apple, και στο «Mc» των McDonald’s). Για τους οικονομολόγους David H.Autor, Lawrence F. Katz και Melissa S. Kearney, «η εξέλιξη της απασχόλησης [από] τη δεκαετία του 1990 έχει πολωθεί, παρουσιάζοντας την μεγαλύτερη αύξηση στις θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλή ειδίκευση, την μικρότερη αύξηση στις θέσεις μεσαίου επιπέδου προσόντων και μια μέτρια αύξηση των θέσεων χαμηλής ειδίκευσης».[4]

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Μαρθελίνο Καμάτσο, 1918-2010: άνω τελεία

Standard


 

M. Kαμάτσο

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου, τη μέρα που σύντροφοι και φίλοι κήδευαν στην Αθήνα τον Ηλία Στάβερη, στη Μαδρίτη άφηνε την τελευταία του πνοή ο Μαρθελίνο Καμάτσο: ένας από τους μεγάλους ηγέτες του εργατικού κινήματος, ιδρυτής των Comisiones Obreras, των Εργατικών Επιτροπών που έδεσαν τον αντιδικτατορικό με τον συνδικαλιστικό αγώνα την εποχή του Φράνκο, και που μετεξελίχθηκαν κατόπιν, όταν ήρθε η μεταπολίτευση στην Ισπανία, σε εργατική συνομοσπονδία, την πιο μαζική και ισχυρή της χώρας ως τις μέρες μας.

Η σύνδεση, με αφορμή τη χρονική σύμπτωση των δύο θανάτων, αναμφίβολα είναι υποκειμενική. Κομμουνιστές και οι δύο, με άφθονα χρόνια φυλακής, αφοσιωμένοι στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με ανοικτό μυαλό, πιστεύοντας στην αυτονομία του, είχαν συναντηθεί σε δημόσια συζήτηση σε φεστιβάλ της Αυγής (τέλος της δεκαετίας του ’70, αν δεν κάνω λάθος), ίσως και σε άλλες ευκαιρίες. Αλλά ο Καμάτσο ευτύχησε να ηγηθεί σε ένα κίνημα όλο και πιο ρωμαλέο, με διαπραγματευτική δύναμη που οδήγησε σε σπουδαίες νίκες για την εργατική τάξη και τη δημοκρατία∙ ενώ οι προσπάθειες που κατέβαλε με όλες του τις δυνάμεις, σε όλη του τη ζωή, ο δικός μας Στάβερης δεν έφεραν ανάλογους καρπούς. Τους λόγους θα χρειαζόταν να τους ψάξουμε ιστορικά. Για μένα ωστόσο συνδέονται ο πρώτος μου καθοδηγητής στο ΚΚΕ εσωτερικού, ακαταπόνητος οργανωτής του ΑΕΜ, και ο θρυλικός ισπανός ηγέτης τον οποίο γνώρισα μέσα από κείμενα κυρίως (ανάμεσά τους τα Κείμενα της φυλακής που έβγαλε το Θεμέλιο το 1977): μάς άνοιγαν τον ίδιο δρόμο.

Τον αποτυπώνει, εξαιρετικά νομίζω, ο σύντροφος τού Καμάτσο, Νικολάς Σαρτόριους, στον τελευταίο αποχαιρετισμό που ακολουθεί και δημοσιεύθηκε στις 31 Οκτωβρίου στην El Pais.

Ελίζα Παπαδάκη

Άνω τελεία

του Νικολάς Σαρτόριους

 

Με τον Σαντιάγο Καρίγιο

Μόλις έμαθα, με απέραντη θλίψη, το θάνατο του συντρόφου Μαρθελίνο και μου ζητούν να στείλω λίγες γραμμές στη μνήμη του. Γνώρισα τον Καμάτσο στις συνελεύσεις του Κοινωνικού Κύκλου Μανουέλ Ματέο στην οδό Βεργκάρα, στη Μαδρίτη. Ήταν το 1965, όταν οι Εργατικές Επιτροπές άρχιζαν να συντονίζονται κατά κλάδο παραγωγής. Εκείνος ήταν τότε ο ηγέτης των μεταλλουργών, αλλά για μένα, όπως υποθέτω και για τους νέους αγωνιστές που είχαμε βαλθεί να οργανώσουμε τους εργαζόμενους, αφού χωρίς αυτούς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα ενάντια στη δικτατορία, συμβόλιζε μιαν εργατική τάξη που αντιμετώπιζε με ανανεωμένη δύναμη ένα καθεστώς το οποίο αρνιόταν τα δικαιώματά της.

 

Εξώφυλλο: Γ. Βαλαβανίδης

Κατόπιν, καθώς περνούσαν τα χρόνια, μοιράστηκα με τον Μαρθελίνο τη γέννηση και την ανάπτυξη των Εργατικών Επιτροπών, το Διακλαδικό της Μαδρίτης, την Εθνική Συντονιστική Επιτροπή, τις διαδοχικές φυλακίσεις, τη Δίκη 1001,* τη νομιμοποίηση του συνδικάτου, το τέλος της δικτατορίας, τις πρώτες κοινωνικές συμφωνίες.

Από την πρώτη ηγετική ομάδα των Εργατικών Επιτροπών ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και ο μόνος που, πολύ νέος, είχε πάρει μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Ωστόσο βέβαια το κύρος του δεν προερχόταν από την ηλικία, αλλά από την αφοσίωσή του, τη γνώση του κόσμου της δουλειάς, την αγωνία του να ενημερώνεται, την ικανότητά του να μελετάει και την παροιμιώδη ιστορική του αισιοδοξία (όταν οι δικαστές τον καταδίκαζαν σε είκοσι χρόνια φυλακή τούς είπε κατάμουτρα ότι υπηρετούσαν μια δικτατορία που βυθιζόταν)∙ με δυο λόγια, ένας σωστός άνθρωπος που πήρε στους ώμους του τις τύχες των εργαζομένων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περισσότερες συναντήσεις

Standard

Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΡΙ

 

 

του Αριστείδη Μπαλτά

Έργο του Γ. Τσαρούχη

Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου μια μικρή μπροσούρα. Ο τίτλος προκλητικός: Πόλεμος και ιστορία. Ο υπότιτλος εντελώς απρόσμενος: Ο Θουκυδίδης ως πολιτικός ιστορικός του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δεν διακρίνω στο εξώφυλλο ούτε πουθενά αλλού όνομα συγγραφέα –πράγμα λίαν αξιοπερίεργο για τα τρέχοντα ήθη– αλλά διαβάζω, με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, ότι πρόκειται απλώς για «μάθημα στη Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα». Ξεφυλλίζω. Η μπροσούρα είναι εξαιρετικά καλαίσθητη, εξαιρετικά καλά τυπωμένη, εξαιρετικά προσεγμένη. Βλέπω ότι η «Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα» έχει εκδώσει και άλλα κείμενα. Ξεχωρίζω τα πολύ σημαντικά, τουλάχιστον για μένα: Harry Braverman Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο, Ρομπέρ Λινάρ, Ο εγκατεστημένος. Πριν αρχίσει το κείμενο υπάρχει η εξής επισήμανση: «Είμαστε ενάντια στο copyright και με αυτήν την έννοια η χρήση είναι ελεύθερη για κινηματικούς σκοπούς. Σε τέτοια περίπτωση η αναφορά σε αυτήν την έκδοση θα εκτιμηθεί ως αναγνώριση των σκοπών της Λέσχης». Επισημαίνεται επίσης η «τεχνική υποστήριξη της κολλεκτίβας 03*03». Διαβάζω τελικά το κείμενο. Το διαβάζω μονορούφι. Ο λόγος μεστός, σαφής, γοητευτικός. Παρουσιάζει, πληροφορεί, επεξηγεί, αναλύει. Ο Θουκυδίδης, η σκέψη του, οι διατυπώσεις του, τα κίνητρά του, η εποχή του ζωντανεύουν. Σκέφτομαι πως αν γίνονταν έτσι τα μαθήματα αρχαίας ελληνικής Ιστορίας στο λύκειο θα καταλαβαίναμε όλοι καλύτερα γιατί αυτή η Ιστορία πρέπει να διδάσκεται. Ίσως και να την αγαπούσαμε. Σκέφτομαι ακόμη πως υπάρχουν σήμερα δίπλα μας άνθρωποι που προσπαθούν να μορφωθούν. Μόνοι τους. Το ότι η κοινωνία απουσιάζει από τα δελτία ειδήσεων δεν σημαίνει ότι η κοινωνία έπαψε να υπάρχει.

***

Συνεχίζω. Σε μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία ανακάλυψα ένα βιβλίο που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα: Étienne Balibar, Ο φόβος των μαζών: Σπινόζα, Φουκώ, Μαρξ, πρόλογος Άρης Στυλιανού, μετάφραση Τάσος Μπέτζελος, εκδόσεις Πλέθρον.  Πρόκειται για δύο εκτενή δοκίμια του Μπαλιμπάρ με αντικείμενο αυτό που θα αποκαλούσαμε πολιτική φιλοσοφία. Έκδοση, και αυτή, εξαιρετικά καλαίσθητη και προσεγμένη, με εισαγωγή πολύ κατατοπιστική και μετάφραση ακριβή και ρέουσα. Η «πολιτική φιλοσοφία» εδώ χάνει τον αέρα του αφηρημένου και του απόμακρου. Όχι μόνον ο Μαρξ ή ο Φουκώ, αλλά και ο Σπινόζα μετατρέπονται σε στοχαστές που έχουν πολλά να πουν για το δικό μας παρόν.  Για το πολιτικό σύστημα και για την κρίση του, αλλά κυρίως για το γιατί είναι η κοινωνία, είναι οι πολλοί, εκείνο που ορίζει τις τύχες όλων μας, όσο και αν φαίνεται πως το έδαφος έχει παραχωρηθεί πλήρως στους λογής πολιτικούς «εκπροσώπους» και τους τηλεοπτικούς αντιπροσώπους τους. Και για τους τρεις στοχαστές που παρουσιάζονται, το πολιτικό σύστημα και το κράτος οργανώνονται, όπως οργανώνονται, και δρουν, όπως δρουν, γιατί φοβούνται. Γιατί φοβούνται τους πολλούς, γιατί φοβούνται, ακριβώς, «τις μάζες».

***

Συνέχεια ανάγνωσης

Failed State: Οι αντιεξουσιαστές (στην εξουσία)

Standard


Του Στάθη Στασινού

 

Μεξικό. Χωριό του Metepec, 1969. Ένα παιδί με ένα γύψινο σκελετό στα χέρια, για την ημέρα των νεκρών. Φωτογραφία του René Burri.

Η παραπάνω φράση του ΓΑΠ προκάλεσε μεγάλη θυμηδία, καθώς θεωρήθηκε απότοκο εντερικής δυσλειτουργίας κάποιου κειμενογράφου του. Διατείνομαι πως θα πρέπει να τη λάβουμε σοβαρά υπόψη μας και να αρχίσουμε να τρέμουμε. Διότι ο αντιεξουσιαστής ΓΑΠ, δεν είναι εκείνο το καλό παιδί από δυσλειτουργική οικογένεια που πρότεινε τη νομιμοποίηση του χασισόδεντρου στις ζαρντινιέρες. Ο αντιεξουσιαστής ΓΑΠ αντλεί την απέχθειά του για το κράτος από δύο ξεπεσμένους αριστοκράτες θεμελιωτές της πρακτικής του νεοφιλελευθερισμού: τον Von Mises και τον Von Hayek. Αυτοί οι δύο, μαζί με τον Friedman και μερικούς ακόμα, έφτιαξαν μια πρακτική που διατηρούσε ως άδειο κέλυφος τον παλιό νεωτερικό φιλελευθερισμό και, μέσα από το πρόταγμα της «ελευθερίας» του πολίτη, καλούσαν σε καταστροφή κάθε κρατικής δομής υπέρ μιας φαντασιακά «ελεύθερης» αγοράς.

Το κράτος λοιπόν καλείται να μικρύνει, να αποτραβηχτεί από τη σφαίρα της δημόσιας ζωής και να συμμορφωθεί προς τους «κανόνες της αγοράς». Η πρώτη συνήθως κίνηση είναι μέσω της μείωσης της προοδευτικής φορολογίας, δηλαδή πρακτικά της αναδιανομής του εθνικού εισοδήματος. Τα μειωμένα κρατικά έσοδα θα γίνουν μετά η αιτία για να απαιτηθούν και μειωμένα έξοδα. Όμως κανείς από αυτούς δεν εξήγησε τι συμβαίνει όταν υποχωρεί το κράτος και ποιος παίρνει τη θέση του.

Failed State ονομάζεται το κράτος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να ασκήσει την εθνική του κυριαρχία και τις βασικές του λειτουργίες σε κάποια ή όλα τα εδάφη του. Η φράση συνήθως αναφέρεται σε εμπόλεμες καταστάσεις ή άναρχες δομές κρατών που έχουν καταρρεύσει. Αλλά όχι μόνο και όχι πια.

Όταν ολόκληρο το αμερικάνικο κράτος ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να φτάσει στις πλημμυρισμένες περιοχές που άφησε ο τυφώνας Κατρίνα και στέλνει έναν ιδιωτικό στρατό να το κάνει, αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό ενός Failed State. Όταν το ίδιο κράτος αντιμετωπίζει μια τεράστια πετρελαιοκηλίδα και αφήνει όλη την επιχειρησιακή δράση της καταπολέμησής της στα χέρια της εταιρείας που τη δημιούργησε, αυτό είναι δείγμα Failed State. Και μιλάμε αυτή τη στιγμή για το ισχυρότερο κράτος του κόσμου. Με λίγα λόγια, δεν μιλάμε για αδυναμία του κράτους, μιλάμε για απροθυμία.

 

Συνέχεια ανάγνωσης