Αναζητώντας τις λέξεις της χρονιάς

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του  Νίκου Σαραντάκου

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Οι τρεις μοίρες»

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες συνηθίζεται στις εφημερίδες και στα περιοδικά να κάνουν οι αρθρογράφοι ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε –στην Αυγή και αλλού– για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2010, που ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί σε προηγούμενα άρθρα από ετυμολογική ή λεξικογραφική σκοπιά, όχι όμως όλες. Για παράδειγμα, δεν έτυχε να αναφερθώ σε μια λέξη που ακούστηκε αρκετά στο τέλος του 2009 και στις αρχές του 2010, ύστερα υποχώρησε και ξανάρχισε να πολυακούγεται τον τελευταίο καιρό: μια λέξη δανεική από τ’ αγγλικά, που ήρθε να προστεθεί στην ολιγομελή ομάδα των λέξεων που αρχίζουν από σπρ-, μαζί με το σπριντ και το σπρέι· θα καταλάβατε ότι αναφέρομαι στη λέξη σπρεντ, αν και δεν θεωρώ πως είναι αυτή η λέξη της χρονιάς. Με την ευκαιρία, να σας δώσω και μια άχρηστη αλλά γουστόζικη πληροφορία: δεν υπάρχει καμιά αρχαία ελληνική λέξη που να αρχίζει από σπρ- ενώ μόνο μία είναι η νεοελληνική μη δάνεια λέξη που αρχίζει από το ίδιο σύμπλεγμα, η λέξη σπρώχνω (και οι παραφυάδες της). Συνέχεια ανάγνωσης

Για μια «νέα ταυτότητα» των ΑΕΙ;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Αναγνωρίζω τη βασιμότητα της λανθάνουσας ή εμφανούς αιτίασης προς τον «νεποτισμό», δηλαδή την «εύνοια δημόσιων λειτουργών προς τους συγγενείς τους» («nepos»), χωρίς όμως να κλείνω τα μάτια μου στην «ευνοιοκρατία» της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όταν όμως διακηρύσσεται η ανάγκη αλλαγής του «DNA της λειτουργίας των Πανεπιστημίων», είναι χρήσιμο να μη ρίχνουμε τη σφαίρα του «διαλόγου» στην εξέδρα, «χάρτινη» ή «τηλεοπτική».

Τι εμφανίζεται ως κεντρικό ζήτημα που θα κρίνει την έκβαση της «μητέρας των μαχών»; Πρόκειται για τη θεσμοθέτηση του «Συμβουλίου του Ιδρύματος», κατά την αρχική τιτλοφόρησή του στο «Κείμενο διαβούλευσης», που εκτιμάται ως «αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης» των Πανεπιστημίων. Και τούτο γίνεται στη «βάση της ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και πρακτικής». Αν «παραμείνουν στην αρμοδιότητα» της Συγκλήτου τα θεωρούμενα ως αμιγώς «ακαδημαϊκά ζητήματα», τότε στο «Συμβούλιο του Ιδρύματος» ανατίθεται η ευθύνη της «στρατηγικής ανάπτυξης (συνεργασίες κ.ά.)», της «έγκρισης του προϋπολογισμού» και της «προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία» ή του «απολογισμού λειτουργίας», της «αξιοποίησης της περιουσίας», της «έγκρισης του Εσωτερικού Κανονισμού» και της «τήρησής» του, της «επιλογής» και της «παύσης» του πρύτανη κλπ. Μολονότι δεν είναι γνωστή η αριθμητική σύνθεση του «Συμβουλίου» και η αναλογία «εσωτερικών» και «εξωτερικών» μελών, τα τελευταία προδιαγράφονται ως «σημαντικές προσωπικότητες που έχουν διακριθεί σε διάφορους τομείς της επιστήμης, των γραμμάτων, των τεχνών και της ευρύτερης κοινωνίας». Επιπλέον, «επιλέγονται» από την πολιτεία ως «άτομα και όχι ως ex officio εκπρόσωποι φορέων ή οργανισμών». Συνέχεια ανάγνωσης

Η νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική του Μνημονίου

Standard

της Ιωάννας Τσιβάκου

Χαρακτικό του Blasco Mentor

Οι διορθωτικοί μηχανισμοί που έχει επιβάλει μέσω του Μνημονίου η Τρόικα στην ελληνική οικονομία, καθώς έχουν δρομολογηθεί πάνω στη λογική του νεοφιλελευθερισμού, είναι μια ευκαιρία για να αναλογιστούμε εκ νέου τα προτάγματα του τελευταίου, και ιδίως εκείνες τις όψεις του που επιδρούν στη συγκρότηση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Στα αριστερά πολιτικά κείμενα ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίζεται ως επί το πλείστον ως πολιτική για την εξάρθρωση του κράτους πρόνοιας και την υποταγή τού θεμελιωμένου μεταπολεμικού κράτους δικαίου στα κελεύσματα της καπιταλιστικής αγοράς. Αυτή η γενικόλογη περιγραφή αποκρύπτει εσωτερικές λογικές του νεοφιλελευθερισμού που η αντίσταση σε αυτόν θα πρέπει επίμονα να αποκαλύπτει.

Όπως είχε διαπιστώσει ο Φουκώ κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970,[1] η επικρατούσα εκδοχή του αμερικανικού φιλελευθερισμού (βλ. Hayek, von Mises, Simons, Schultz κ.ά.) δεν αποσκοπεί σε υποχώρηση του κράτους, αλλά σε αλλαγή του ρόλου του. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτικό κακό: από το παρελθόν στο παρόν

Standard

του Nικόλα Σεβαστάκη

 

Λούκας βαν Λέιντεν, «Τρίπτυχο της Δευτέρας Παρουσίας» (λεπτομέρεια), 1527

Εδώ και κάποια χρόνια επανέρχεται η συζήτηση για το κακό και τους πολιτικούς του όρους. Δεν αναφέρομαι προφανώς στις καθιερωμένες και παλαιές φιλοσοφικές και θεολογικές ή στις νεότερες ανθρωπολογικές προσεγγίσεις του κακού. Μιλώ για τη δημόσια χρήση του θέματος, για τις εντυπώσεις που δημιουργεί «αυτό που κάνει ο άνθρωπος στον άλλον άνθρωπο» κατά την έκφραση της φιλοσόφου Μυριάμ Ρεβώ ντ’ Αλόν.[1] Οι όροι της συζήτησης φαίνεται λοιπόν να παραπέμπουν σε δυο διαφορετικούς τόπους προέλευσης.

Ο πρώτος τόπος σχετίζεται με τη γνωστή, εδώ και μια εικοσαετία προβληματική μιας επιστροφής της ηθικής στην οποία εντάσσεται και η ονομαζόμενη ηθική στροφή (ethical turn) στην πολιτική σκέψη. Η ηθική στροφή συνδέθηκε γενικά με την επάνοδο της έννοιας του υπεύθυνου υποκειμένου και των αξιών στη συγκυρία που σφραγίστηκε από την κρίση του μαρξισμού. Στην αφετηρία αυτής της επιστροφής υπήρξαν δύο αλληλοσυνδεόμενα διαβήματα: ο αναστοχασμός –περισσότερο απαιτητικός και συχνότατα αρκετά επιφανειακός– των «εμπειριών του ολοκληρωτισμού» και δεύτερον η μαζική καθιέρωση του ζητήματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για να δανειστώ μια έκφραση του Μαρσέλ Γκωσέ έχουμε εδώ και πολλά χρόνια τη μετατροπή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε πολιτική,[2] στη μόνη μάλιστα –έτσι ισχυρίστηκαν πολλοί– «εφικτή» πολιτική που μπορεί να σεβαστεί την πλουραλιστική ανθρωπότητα και το δημοκρατικό συμβόλαιο.

 

Ματίας Γκρίνεβαλντ, «Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου», 1515

Υπάρχει ωστόσο, όπως είπα, και ένας δεύτερος τόπος προέλευσης ενός προβληματισμού για το πολιτικό κακό. Πρόκειται για την ενασχόληση με την έννοια του ορίου, για την εξερεύνηση της αρνητικότητας και της έλλειψης οι οποίες κατοικούν το ίδιο το υποκείμενο στη σχέση του με τον εαυτό του και τον κόσμο. Εδώ θα βρούμε σωρευμένες απορίες για τις ιστορίες της δυτικής υποκειμενικότητας και των ενσαρκώσεών της σε διαφορετικούς τύπους της «βούλησης για δύναμη». Σε τούτο το πλαίσιο συμβάλουν ποικίλα κριτικά εγχειρήματα με διαφορετικές αφετηρίες όπως η ψυχανάλυση, η ερμηνευτική φιλοσοφία, η σκέψη που επερωτά τη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη και την κυριαρχία της, οι κριτικές που ασκήθηκαν στην ιδέα της προόδου και στο κοσμοείδωλο του προμηθεϊκού ανθρώπου.

Μπορεί να πει κανείς ότι οι δυο τόποι καταγωγής υποβάλλουν διαφορετικές προσεγγίσεις στις εμπειρίες των μεγάλων ιστορικών δεινών και του πολιτικού κακού, είτε αναφερόμαστε στις συνθήκες της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» είτε στις παθολογικές εμπειρίες του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο αριστούχος

Standard

Διήγημα του Γιωργου Κ. Μπουγελεκα

Γιάννης Ψυχοπαίδης, "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια", 1967, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

–Κύριε Λυκειάρχα, μπορείτε να έλθετε στο γραφείο μου;

–Κατεβαίνω, κύριε Δημόπουλε, απάντησε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μάζεψε τις σημειώσεις του για τα στατιστικά δελτία του Υπουργείου, έσβησε το τρίτο τσιγάρο του δεύτερου πακέτου της ημέρας –απομεσήμερο βλέπεις–, κατέβηκε τις σκάλες και οδηγήθηκε στο γραφείο του ιδιοκτήτη του σχολείου.

Ιδιωτικό σχολείο στο κέντρο του Πειραιά. Μεγάλη παράδοση, μεσαία δυναμικότητα, κεφάτος σύλλογος. Μαθητικός πληθυσμός από τους γύρω δήμους και για αυτό αμφίβολες οι προοπτικές για όλους. Επιχειρηματία και εκπαιδευτικούς. Η εποχή του ευρώ δεν άφηνε περιθώρια για πολυτέλειες.

–Κύριε Κράλλη, να σας συστήσω τον κύριο Πάνου. Είναι γονέας μαθητή της Τρίτης Λυκείου και επιθυμεί να εγγράψει το παιδί του στο σχολείο μας. Πρόκειται, απ’ ό,τι μου είπε ήδη ο κύριος Πάνου, για άριστο μαθητή με εξαιρετικό χαρακτήρα.

–Χαίρομαι, κύριε Πάνου, απάντησε ο Λυκειάρχης και συνέχισε: –Σε ποιο σχολείο φοιτά τώρα ο γιος σας;

–Στο Δημόσιο Λύκειο κοντά στο σπίτι μας. Αλλά θέλω να αλλάξει σχολείο το παιδί μου.

–Γιατί, αφού πηγαίνει καλά; Ποιος λόγος σας ώθησε μέχρι εκεί;

Έπαιζε με τη φωτιά. Όμως μόνο έτσι θα μπορούσε να προφυλάξει το σύλλογο των καθηγητών, τον εαυτό του και τελικά την εικόνα του σχολείου από ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Τέλος Σεπτέμβρη κι ένας αριστούχος θέλει να αλλάξει σχολείο στην τελευταία τάξη. Κάτι έτρεχε, κι έπρεπε να το μάθει.

–Κοιτάξτε, κύριε, πρέπει να σας πω ότι έχουμε έλθει πριν δεκαέξι χρόνια από την Αλβανία. Ο Λίας ήταν νεογέννητος. Εγώ είμαι πολιτικός μηχανικός, η γυναίκα μου μαία. Διπλωματούχος. Περάσαμε δύσκολες στιγμές. Δουλέψαμε παντού. Από οικοδομές εγώ, μέχρι οικιακή βοηθός εκείνη. Τα καταφέραμε μια χαρά και σήμερα με εκτιμούν και με σέβονται όλα τα οικοδομικά συνεργεία του Πειραιά. Είμαι, βλέπετε πια, κατασκευαστής πολυκατοικιών!

Έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη, από την ενότητα "Πατριδογνωσία"

Κοίταξε τον εργοδότη του. Εκείνος επιβεβαίωσε με το βλέμμα του και παρενέβη.

–Πράγματι, ο κύριος Πάνου είναι Βορειοηπειρώτης…

–Δεν είμαι Βορειοηπειρώτης! Αλβανός είμαι! Και είμαι περήφανος για την πατρίδα μου, αντέτεινε στα όρια του θυμού. Η γυναίκα μου είναι Βορειοηπειρώτισσα και γι’ αυτό βάφτισε τα παιδιά χριστιανικά… αν και εγώ δεν τα πολυπιστεύω αυτά.

Το γραφείο είχε παγώσει. Ο σχολάρχης προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία του. Στο σχολείο του δεν έγραφε ούτε αλλοδαπούς ούτε Τσιγγάνους ούτε αλλόθρησκους. Δεν το έκανε τόσο για λόγους εθνικής καθαρότητας, αλλά για λόγους εμπορικούς. Γνώριζε πως οι μικροαστοί πελάτες του δεν θα ανέχονταν αλλοδαπούς συμμαθητές για τα παιδιά τους.

–Και καλά κάνετε να είστε περήφανος, κύριε Πάνου, συνέχισε ο Δημόπουλος, αφού βρήκε τα κουράγια του.

–Όμως δεν μου απαντήσατε. Γιατί θέλετε να αλλάξει σχολείο το παιδί σας; επέμεινε ο Λυκειάρχης. Συνέχεια ανάγνωσης

Ζακλίν ντε Ρομιγύ: οι καρποί της αρχαιοελληνικής εμπειρίας

Standard

του Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου

Ήταν αρκετά –και δικαίως– όσα γράφτηκαν στον ελληνικό Τύπο για τη ζωή και το έργο της Ζακλίν ντε Ρομιγύ, που πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου. Δημοσιεύουμε σήμερα ένα παλαιότερο κείμενο του ακαδημαϊκού Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, το οποίο συνοψίζει την προσφορά της Ζ. ντε Ρομιγύ στις αρχαιογνωστικές και κλασικές σπουδές. Το κείμενο είναι η προσφώνηση στην τελετή (7.5.1991) κατά η οποία η ντε Ρομιγύ αναγορεύθηκε ξένος εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών και είχε πρωτοδημοσιευθεί (εκτός από τα Πρακτικά της Ακαδημίας) στο περιοδικό Νέα Εστία (τχ. 1534, 1.6.1991).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ«

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτιδα"

Κυρία,

Ως ελληνίστρια, γνωρίζετε τις συνηχήσεις των όρων ξένος και εταίρος. Μ’ αυτές τις συνηχήσεις αντιλαμβανόμαστε τη θέση σας ανάμεσά μας. Είσαστε τόσο γνωστή στην Ελλάδα και το έργο σας τιμάται από την Ακαδημία μας που κατά την εκλογή σας συνέβη κάτι χωρίς προηγούμενο. Ενώ έτυχε να απουσιάζουν και οι τρεις εισηγητές, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, ευρέθηκαν συνάδελφοι, άλλων κλάδων, που μίλησαν για το έργο σας με γνώση και κύρος.

Δίκαια τιμάσθε για το διδακτικό σας έργο, για τις εξαιρετικής σημασίας έρευνές σας, με τις οποίες εμπλουτίσατε τις ελληνικές σπουδές, για τη δομή των βιβλίων σας και για το ύφος του λόγου σας. Αναφέρεσθε όμως και για τους αγώνες σας εναντίον της διαστάσεως μεταξύ σχολείου και ανθρωπιστικής παιδείας, καθώς και για το γεγονός ότι είσαστε η πρώτη γυναίκα που κληθήκατε να διδάξετε στο Collège de France και εκλεγήκατε μέλος της Académie des Inscriptions et Belles-Lettres. Ο κατάλογος των πρωτείων σας επιμηκύνθηκε με την εκλογή σας μεταξύ των ξένων εταίρων της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτιδα"

Αφού διδάξατε σε λύκεια και πανεπιστήμια, η εκπαιδευτική σταδιοδρομία σας κορυφώθηκε με την εκλογή σας στο Collège de France. Είσθε μια λαμπρή απόδειξη του γεγονότος ότι η δωρεά του διδάσκειν και η αγάπη του διδάσκειν συνυπάρχουν. Την αγάπη σας, την μαρτυρούν τόσο η τρυφερότητα που αναβλύζει από την ψυχή σας, όταν μιλάτε για τις ευτυχισμένες διδακτικές εμπειρίες σας, όσο και το πάθος που σας δυναμώνει, όταν κατακρίνετε ορισμένες καταστάσεις που επικρατούν σήμερα στο γαλλικό διδακτικό σύστημα. Σ’ αυτή τη σταυροφορία, προ πάντων, αναδείχθηκαν οι μαχητικές σας ικανότητες. Στην Ελλάδα έχουμε τα ίδια προβλήματα, αλλά περισσότερο έντονα. Πρέπει λοιπόν να εμπνευσθούμε από τις αναλύσεις σας και τις θεραπείες που προτείνετε. Εύχομαι να εκδοθούν σ’ ελληνική μετάφραση τα βιβλία σας Nous autres Professeurs (1969) και Lenseignement en dètresse (1984), βιβλία όπου, μεταξύ άλλων, αποδεικνύετε τις παιδευτικές αρετές που έχει η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής.

Στο Collège de France ιδρύθηκε για σας μία έδρα που τιτλοφορήθηκε «Η [αρχαία] Ελλάδα και η διάπλαση της πολιτικής και ηθικής σκέψης». Να η απόδειξη ότι το 1973 είχατε κιόλας επιβληθεί ως μία αυθεντία σ’ αυτόν τον τομέα, ενώ δεν είχατε ακόμη δημοσιεύσει ούτε τα μισά από τα έργα σας που έχουμε σήμερα. Η πρωτοτυπία και τα αποτελέσματα των ερευνών σας σάς έκαμαν άξια να εκλεγείτε στην Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, το 1975, καθώς και σε άλλες Ακαδημίες, και να δεχθείτε πολλά διδακτορικά διπλώματα τιμής ένεκεν. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο προϋπολογισμός στην εποχή του Μνημονίου: Μόνιμη παρουσία της ύφεσης, της ανεργίας και του χρέους;

Standard

Όπως κάθε χρόνο, το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ενόψει της συζήτησης του προϋπολογισμού, κατέθεσε τις απόψεις και τις προτάσεις του. Το κείμενο, μια πολυσέλιδη μελέτη (200 σελ.), αποτελεί ουσιαστική συμβολή σε  θέματα όπως ο χαρακτήρας της κρίσης στην Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές της διατάσεις και οι επιπτώσεις του Μνημονίου,  η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010, οι συνιστώσες του δημοσιονομικού προβλήματος, το φορολογικό σύστημα, το δημόσιο χρέος, οι ανισότητες, η φτώχεια και η κοινωνική συνοχή. Την επιστημονική ομάδα που συνέταξε τη μελέτη αποτέλεσαν οι:  Γιάννης Δραγασάκης, Θόδωρος Μητράκος, Ελισάβετ Μαυρίδου, Παναγιώτης Μπισμπίκος, Σταύρος Ντεγιαννάκης, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ενώ σε επιμέρους ζητήματα συνέδραμαν ο Γιάννης Ευσταθόπουλος, ο Απόστολος Καψάλης, ο Άγγελος Κούρος και ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το εισαγωγικό κεφάλαιο της σημαντικής αυτής μελέτης, τα οποία αναφέρονται στις επιπτώσεις της πολιτικής του Μνημονίου.

«EΝΘΕΜΑΤΑ»


μια επίκαιρη και σημαντική μελέτη

του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας

 

Ευχετήρια κάρτα, από το Σανατόριο «Σωτηρία», Δεκέμβριος 1964, έργο του Γιώργη Τρικαλινού (από το ημερολόγιο των ΑΣΚΙ για το 2011)

Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα βεβαιώνουν ότι το «Μνημόνιο» λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής και δημιουργίας ύφεσης, με αποτέλεσμα τόσο το χρέος όσο και η ανεργία να εκτινάσσονται σε πρωτοφανή επίπεδα. Το «Μνημόνιο» φαίνεται να προσδοκά την αντιστάθμιση στις τάσεις αυτές με την αύξηση των εξαγωγών, αλλά οι προσδοκίες αυτές δεν επιβεβαιώνονται. Γι’ αυτό και ο κίνδυνος να περάσουμε από το «δημοσιονομικό εκτροχιασμό» σε έναν εκτροχιασμό της ύφεσης, της ανεργίας και του χρέους δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αν δεν υπάρξει αναπροσαρμογή της πολιτικής προς την απασχόληση και την πραγματική οικονομία.

Εσωτερική υποτίμηση. Πυρήνας της πολιτικής του «Μνημονίου» είναι η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η ταυτόχρονη μείωση των μισθών και των τιμών, ως μέσο για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η στρατηγική αυτή υποθέτει ότι το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι κυρίως πρόβλημα τιμών, παραβλέποντας τις διαρθρωτικές του διαστάσεις, που συνδέονται με την ισχνή και στρεβλή παραγωγική βάση, το χαμηλό τεχνολογικό και ερευνητικό επίπεδο κτλ. Πέραν αυτού, η «εσωτερική υποτίμηση» μέχρι τώρα στην πράξη λειτουργεί αποκλειστικά σε βάρος των μισθών, όχι όμως και σε βάρος των τιμών, γεγονός που καθιστά την εσωτερική υποτίμηση μηχανισμό αναδιανομής και έντασης της ύφεσης. Συγκεκριμένα το κείμενο του προϋπολογισμού εκτιμά ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξηθεί κατά 4,6% το 2010 και κατά 2,2% το 2011. Την ίδια περίοδο οι μισθοί αναμένεται να σημειώσουν σημαντική μείωση (στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Η καθίζηση της εσωτερικής ζήτησης  και η σύνθλιψη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η ιδιωτική κατανάλωση βρίσκεται σε συνεχή πτώση από το 2009 (-1,8% το 2009, -4,1% το 2010) και αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω πτώση το 2011, κατά 4,3%. Η δημόσια κατανάλωση επίσης, μετά τη μείωσή της κατά 9%, αναμένεται να μειωθεί κατά 8,5% το 2011, -6% το 2012 και -1,0 το 2013. Ανάλογες τάσεις προβλέπονται και για τις επενδύσεις.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο καπιταλισμός ως θεσμικό κακό: από τον Μαξ Βέμπερ στους επισκόπους της Βραζιλίας

Standard

του Μικαέλ Λεβί

 

Έγκον Σίλε, "Όρθιος γυμνός άντρας", 1914

Υπάρχει μια εμπεδωμένη παράδοση στο δυτικό πολιτισμό, η ηθική κρίση να ερμηνεύεται αποκλειστικά σε συσχετισμό προς την ατομική ευθύνη. Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά στη σφαίρα της πολιτικής ή της οικονομίας, θεωρείται ότι η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαφθορά ή στις ανήθικες πράξεις κάποιων προσώπων. Για παράδειγμα, η πρόσφατη οικονομική κρίση προκάλεσε την εμφάνιση ενός πλήθους ηθικολογούντων σχολίων, που κατήγγειλαν την κακή και ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Ο κύριος Σαρκοζί και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί ένα κίνημα προς την ηθικοποίηση του καπιταλισμού.

Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ έγραψε ένα σοβαρό και μαζί ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, τονίζοντας, στο Οικονομία και Κοινωνία, τον ριζικά απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος:

«Η ανταγωνιστικότητα (Konkurrenzfähigkeit), η αγορά –η αγορά της εργατικής δύναμης, η χρηματιστηριακή/χρηματοπιστωτική αγορά, η αγορά των εμπορευμάτων– και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε αποφασιστικά σημεία και εμβάλλουν μεταξύ των ανθρώπινων όντων απρόσωπες δυνάμεις. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι ούτε ηθικές ούτε ανήθικες, απλώς δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ηθική· είναι ξένες προς κάθε έννοια ηθικής. Η “δουλεία χωρίς αφέντη” στην οποία ο καπιταλισμός φυλακίζει τον εργαζόμενο ή τον οφειλέτη μπορεί να αναλυθεί μόνο ως θεσμικό φαινόμενο (…).»[1]

Παρά το γεγονός ότι ο Βέμπερ δεν αποκαλεί ρητά τον καπιταλισμό «θεσμικό κακό», ο ορισμός του περί δουλείας-χωρίς-αφέντη αποτελεί σχόλιο ισχυρό από ηθική και πολιτική άποψη, απολύτως ξένο προς κάθε είδους απολογητικό λόγο, ο οποίος εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα και ο οποίος επιμένει να εξισώνει τον καπιταλισμό με την ελευθερία. Στο δοκίμιό του για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία (1906), ο Βέμπερ καταρρίπτει ειρωνικά τη σχετική συμβατική φιλελεύθερη/ αστική θέση στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, «είναι απολύτως γελοίο να αποδίδεται στον σημερινό καπιταλισμό με τη μορφή που αυτός εισήχθη στη Ρωσία ή που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ […] οποιαδήποτε εκλεκτική συγγένεια προς την έννοια της “δημοκρατίας” ή ακόμη και της “ελευθερίας”». Αντίθετα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να τεθεί το ερώτημα κατά ποιοN τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να ισχύσουν σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας.[2]

Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο λογοδοτεί όχι στο παρόν, αλλά στο παρελθόν και στο μέλλον

Standard

Στο πλαίσιο των αντιδράσεων και της έντονης συζήτησης που έχει προξενήσει, στους κόλπους των πανεπιστημίων, οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για την ανώτατη εκπαίδευση, δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από ένα παλιότερο, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο: την ομιλία της Catherine Drew Gilpin Faust, ιστορικού ειδικευμένης στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο – κατά την επίσημη τελετή ανάληψης των καθηκόντων της ως 28ης προέδρου του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, 12.10.2007. Το πλήρες κείμενο είναι προσιτό στη διεύθυνση http://www.president.harvard.edu/speeches/faust/071012_installation.php )

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

της Κάθριν Ντριου Γκίλπιν Φάουστ

μετάφραση: Ελένη Καλαφάτη

Τα Πανεπιστήμια, πράγματι, έχουν την υποχρέωση της λογοδοσίας. Αλλά εμείς, στην ανώτατη εκπαίδευση, χρειάζεται να πάρουμε την πρωτοβουλία να ορίσουμε για ποιο πράγμα λογοδοτούμε. Μας ζητούν να αναφέρουμε ποσοστά αποφοίτησης, στατιστικά στοιχεία για την εισαγωγή στα προπτυχιακά τμήματα, αποτελέσματα τυποποιημένων τεστ που αποσκοπούν στην εκτίμηση της «προστιθέμενης αξίας» των χρόνων φοίτησης, τα δολάρια από την έρευνα, τον αριθμό των δημοσιεύσεων των διδασκόντων. Αλλά τέτοια μετρήσιμα μεγέθη δεν μπορούν να συλλάβουν τα επιτεύγματα, πόσο μάλλον τις επιδιώξεις των πανεπιστημίων. Πολλές από αυτές τις μετρήσεις είναι χρήσιμες και ρίχνουν φως σε συγκεκριμένες όψεις του εγχειρήματός μας. Οι στόχοι μας, όμως, είναι πολύ πιο φιλόδοξοι και ως εκ τούτου είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσουμε την ευθύνη μας.

Επιτρέψτε μου να αποτολμήσω έναν ορισμό. Η ουσία του πανεπιστημίου είναι ότι λογοδοτεί αποκλειστικά στο παρελθόν και το μέλλον –όχι απλώς ή έστω κυρίως στο παρόν. […]. Ένα πανεπιστήμιο κοιτάζει και προς τα πίσω και προς τα εμπρός με τρόπους που πρέπει –που θα όφειλε– να έρχονται σε σύγκρουση με τις με τις άμεσες ανησυχίες ή απαιτήσεις ενός κοινού. Τα πανεπιστήμια αναλαμβάνουν δεσμεύσεις δεν έχουν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, κι αυτές οι επενδύσεις έχουν αποδόσεις που δεν μπορούμε να προβλέψουμε και συχνά δεν μπορούμε να μετρήσουμε […] Αισθανόμαστε αμήχανοι όταν επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε αυτές τις προσπάθειες με όρους αποτελεσματικότητας, ως μετρήσιμα χρήσιμες σε ιδιαίτερες σύγχρονες ανάγκες. Αντίθετα, τις συνεχίζουμε «γι’ αυτές τις ίδιες», γιατί ορίζουν εκείνο που στο πέρασμα των αιώνων μάς έκανε ανθρώπους, όχι γιατί μπορεί να αυξήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας […].

Από τη φύση τους, τα πανεπιστήμια καλλιεργούν μια κουλτούρα ανησυχίας, ακόμη και ανυποταξίας. Αυτό βρίσκεται στην καρδιά της ευθύνης τους προς το μέλλον. Εκπαίδευση, έρευνα, διδασκαλία είναι πάντα προσανατολισμένες στην αλλαγή […]

Δεν εύκολο να πείσεις ένα έθνος ή τον κόσμο να σεβαστεί, και πολύ περισσότερο να χρηματοδοτήσει, θεσμούς που προορισμός τους είναι να αμφισβητούν τις θεμελιώδεις παραδοχές της κοινωνίας.

 


 

 

Ράλλης Κοψίδης: οι κρίσιμες αποφάσεις

Standard

Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου του 2010 έφυγε από κοντά μας ο χαράκτης, ζωγράφος και αγιογράφος Ράλλης Κοψίδης (1929-2010), ένας σεμνός και σημαντικός δημιουργός, που υπηρέτησε ουσιαστικά τη νεοελληνική τέχνη. Έχοντας από καιρό κατά νου να μιλήσουμε για τον Κοψίδη και το έργο του, καθώς μάλιστα ήταν  δυσανάλογα λίγα όσα γράφτηκαν στον Τύπο, απευθυνθήκαμε, καθώς πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων, σε τρεις εκλεκτούς φίλους και γνώστες του έργου του, τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, τον Ν. Π. Παΐσιο και τον Χρήστο Μπουλώτη και τους ζητήσαμε τον οβολό τους. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκρισή τους.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Του Ν. Π. Παΐσιου

Στην πορεία του Ράλλη Κοψίδη, πορεία που μοιάζει ταξίδι σε γαληνεμένη θάλασσα, στέκουν ξέχωρα τρεις κρίσιμες αποφάσεις που ξεπροβάλλουν ως φάροι –ας θυμηθούμε το, αφιερωμένο σε ζωγράφους, περίφημο ποίημα του Μπωντλαίρ, Les Phares— και συνοψίζουν την εξέλιξή του στη ζωγραφική. Σε αυτές τις κρίσιμες αποφάσεις θα αναφερθούμε σύντομα, ως φόρο τιμής και μνήμης στο ζωγράφο που, παραμονές του φετινού Δεκαπενταυγούστου, πέρασε τις Αραχνιασμένες Πόρτες (Ερωτόκριτος).

Το 1953, ο Κοψίδης μετρά ήδη τέσσερα χρόνια στην ΑΣΚΤ: έναν χρόνο στο προκαταρκτικό με καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη και τρία χρόνια στο εργαστήριο του Ανδρέα Γεωργιάδη (1892-1981), του υπογραφόμενου «Ανδρέας Γεωργιάδης ο Κρης», για να δηλώσει την καταγωγή του, αλλά κυρίως για να εκφράσει τον ευσεβή (ή βέβηλο) πόθο του να ακολουθήσει, με τους ακαδημαϊκούς μανιερισμούς του,  το γράμμα (όχι το πνεύμα) του Θεοτοκόπουλου. Τη χρονιά αυτή, ο Κοψίδης θα γνωρίσει από κοντά τον Κόντογλου, αφού προηγήθηκε, λίγο νωρίτερα, η γνωριμία με το έργο του. Ο Γεωργιάδης θα βάλει στον Κοψίδη ένα τρομερό δίλημμα (ουκ εις δυσίν κυρίοις δουλεύειν), δίλημμα που ο ίδιος ο Κοψίδης θα επιβάλλει στον εαυτό του: «Μέσα μου γινότανε μια πάλη. Άρχισε να σβήνει μέσα μου ο ενθουσιασμός για την τέχνη της “Ευρώπης” που μας δίδασκε η Σχολή. Καταλάβαινα πως θά  ‘πρεπε να διαλέξω. Τη Σχολή ή τον άγνωστο δάσκαλό μου».[1]

Η απόφαση του Κοψίδη να ακολουθήσει τον Κόντογλου δείχνει το μέτρο της γενναιότητας και εντιμότητας του άνδρα. Από έναν εξωτερικό παρατηρητή, η εγκατάλειψη της Σχολής από τον πρώτο εισακτέο του 1949, φαίνεται σαν τρέλα ή βήμα στο κενό. Στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και του ψυχροπολεμικού διχασμού, το πτυχίο της ΑΣΚΤ τουλάχιστο θα του εξασφάλιζε το μισθό ενός καθηγητή τεχνικών στη μέση εκπαίδευση. Το καταφύγιο αυτό, που το είχε χρησιμοποιήσει, για παράδειγμα, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος στους χαλεπούς καιρούς της Κατοχής, ο Κοψίδης το αρνείται. Άρνηση που γίνεται ακόμα πιο σημαντική, αν αναλογιστούμε ότι ο Κοψίδης θα μπορούσε κάλλιστα να μην είχε ομολογήσει ποτέ στο Γεωργιάδη τη λατρεία του για τον Κόντογλου.

Μερικά χρόνια αργότερα, έχει έρθει η ώρα του απογαλακτισμού από τον Κόντογλου. Το χρονικό σημείο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ιδιαίτερη ακρίβεια, πάντως θα πρέπει οπωσδήποτε να συμβαίνει μετά την επιστροφή του Κοψίδη (1961) από τη διετή παραμονή του στο Chevetogne του Βελγίου, όπου, με παραίνεση του Κόντογλου, πήγε για να τοιχογραφήσει το καθολικό της Μονής των Βενεδικτίνων μοναχών. Παρόλο που ο Κοψίδης έχει μαθητεύσει πιστά στον Κόντογλου —παρά τους πόδας Γαμαλιήλ— τα μάτια της ψυχής του έχουν παραμείνει ανοιχτά και άγρυπνα. Στο κείμενο που έγραψε για να σκιαγραφήσει τον χαμένο του δάσκαλο –ένα έξοχο υπόδειγμα αγάπης και γενναιοφροσύνης μαθητή προς δάσκαλο– δηλώνει με ευγένεια τις αντιρρήσεις του: «Με δισταγμό συχνά του έλεγα πως τα καλύτερά του έργα τά ’κανε νέος, μολονότι ένα τέτοιο πράμα δεν είναι εύκολο να το πεις. Μα λίγο λίγο με τα χρόνια είχε πάψει να κάνει αυτό που ονόμαζε “κοσμική ζωγραφική”. Η ορθοδοξία τον υποχρεώνει στην άρνησή της. “ Η αγιογραφία τι είναι” έλεγε, “δεν είναι ζωγραφική;” Ξεχνούσε όμως τον κίνδυνο του φορμαλισμού που καραδοκούσεΚι αν εκείνος, δυνατός τεχνίτης με έντονο προσωπικό ύφος, γλύτωνε τις κακοτοπιές, ο κίνδυνος αυτός για τους άλλους μπορούσε να γίνει αιτία να σβηστούνε ολότελα».[2] Τα χρόνια κοντά στον Κόντογλου, ο Κοψίδης σκόρπισε απλόχερα εικονογραφήσεις σε δεκάδες θρησκευτικά έντυπα και τοιχογράφησε εκατοντάδες μέτρα φρέσκου σε εκκλησίες. Κατόρθωνε όμως πάντα να ξεχωρίζει από το δάσκαλό του. «Να σβηστούνε ολότελα»: ο κίνδυνος αυτός τον οδηγεί στην απόφαση να αποκτήσει ένα εντελώς προσωπικό, δικό του ύφος, πάνω στις αρχές την μεταβυζαντινής βαλκανικής τέχνης των ανωνύμων που γεφυρώνει με αρτιότερο τρόπο το χάσμα (που επισήμανε ο Κόντογλου με το έργο του) στη νεοελληνική συνείδηση και τέχνη. Συνέχεια ανάγνωσης

«Τα αγιορειτικά» του Ράλλη Κοψίδη

Standard

του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Ο εντοπισμός και η καταγραφή των πρωτότυπων έργων με τα οποία ζωγράφοι και χαράκτες στόλισαν λογής λογής βιβλία και έντυπα δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση, διότι τα βιβλία, όπως ξέρουμε, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα –το οποίο σήμερα γίνεται όλο και βραχύτερο–, αποσύρονται από τα βιβλιοπωλεία και χάνονται, για να αρχίσει μετά το παλαιοβιβλιοπωλικό κυνήγι τους, ένα άθλημα ου παντός, από πολλές απόψεις. Αφήνω κατά μέρος ότι τα εξώφυλλα και η εικονογράφηση των βιβλίων αλλάζουν συχνά από έκδοση σε έκδοση, γι’ αυτό και πρέπει να τις ελέγξεις ουσιαστικά όλες, αν θέλεις να βγάλεις άκρη και να είσαι σίγουρος για ό,τι λες. Τα πράγματα θα ήταν βεβαίως διαφορετικά, αν ήταν διαφορετική η κατάσταση των δημόσιων βιβλιοθηκών της πατρίδας μας.

Όλες οι περιπτώσεις αναζήτησης αυτών των ζωγραφικών έργων δεν είναι προφανώς το ίδιο δύσκολες, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι εξίσου δυσεύρετα όλα τα βιβλία. Η περίπτωση πάντως του Ράλλη Κοψίδη ανήκει στις δυσκολότερες, διότι το μεγαλύτερο μέρος των χαρακτικών και των σχεδίων του εκόσμησε θρησκευτικά βιβλία ή έντυπα, δηλαδή εκδόσεις που πολύ συχνά δεν πήραν την κανονική οδό παραγωγής και εμπορίας. Θέλω να πω πως πολλά από αυτά τα βιβλία δεν εκδόθηκαν από κανονικούς εκδότες, αλλά από μοναστήρια, θρησκευτικά σωματεία ή και ιδιώτες, και δεν έφτασαν τα περισσότερα στους πάγκους των γενικών βιβλιοπωλείων.[1] Θα φέρω ένα παράδειγμα. Το 1958 εκδόθηκε το βιβλίο Ο πολύτιμος μαργαρίτης. Βιογραφία των οσίων πατέρων ημών Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, προλεγόμενα-μετάφρασις-σημειώσεις αρχιμ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, έκδοση του περιοδικού Χριστιανική Σπίθα. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι το βιβλίο αυτό είναι κατάμεστο με δεκάδες θαυμάσια σχέδια του Κοψίδη; Το βιβλίο κυκλοφορεί ακόμη, σε φωτομηχανική ανατύπωση (4η έκδοση 2007), με όλα τα σχέδια του Κοψίδη, κακοτυπωμένα πια, αλλά ποιος φιλότεχνος διαβάζει βιβλία του Καντιώτη;

Ο Κοψίδης αγαπούσε το Όρος και το επισκεπτόταν, για πολυήμερες μάλλον παραμονές. «Τρεις φορές έχω πάει εκεί πέρα τραβηγμένος απ’ την τέχνη του και το βαθύ του μυστήριο», γράφει ο ίδιος στο βιβλιαράκι του Ο εξαίσιος Άθωνας (Αθήνα 1964, σ. 10). Οι τρεις αυτές φορές είναι: Αύγουστος 1955, Σεπτέμβριος 1956, Αύγουστος 1963. Δεν γνωρίζω αν ξαναπήγε μετά το 1963. Ο Κοψίδης έκανε στο Όρος ό,τι κάνει κάθε άλλος επισκέπτης ή προσκυνητής, μα επιπλέον σχεδίαζε πολύ. Με κριτήριο βιβλιολογικό, σε ποια δηλαδή βιβλία πρωτοδημοσιεύτηκαν, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε (και να αναζητήσουμε περαιτέρω) τα αγιορείτικα έργα του σε τρεις ομάδες.

Α. Εκείνα που βρίσκονται στα βιβλία του ίδιου για το Άγιο Όρος.

Β. Εκείνα που περιέχονται σε βιβλία άλλων συγγραφέων για το Όρος.

Γ. Όσα περιέχονται σε βιβλία άλλων συγγραφέων, τα οποία δεν είναι αποκλειστικώς αφιερωμένα στο Όρος, αλλά συνδέονται με αυτό εμμέσως ή μερικώς, ή, σε άλλες περιπτώσεις, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό.

Θα ασχοληθούμε παρακάτω με τις δύο πρώτες ομάδες. Η τρίτη είναι πολύ εκτεταμένη και χρειάζεται άλλο χώρο η παρουσίασή της.

Α. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τρία μικρά βιβλία:

1. Σταυροί εις τον Άθωνα, έκδοσις Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας, Αθήνα 1963, σ. 26. Είναι αφιερωμένο στον Κόντογλου και προλογίζεται από τον Ν.Κ. Μουτσόπουλο. Εκδίδεται «επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους» ως «συμβολή εις την μελέτην της λαϊκής τέχνης του Άθωνος». Περιέχει πολλές δεκάδες σχέδια που αντιγράφουν, κατά κατηγορίες, διάφορους τύπους αγιορειτικών σταυρών (κεραμοπλαστικούς, ανάγλυφους σε πέτρα ή μάρμαρο, ολόγλυφους σε μάρμαρο, σιδερένιους συμπαγείς ή διάτρητους, κεντητούς κ.λπ.).

2. Ο εξαίσιος Άθωνας, Αθήνα 1964, σ. 32, με δεκατέσσερα χαρακτικά (τα περισσότερα hors-texte), εκ των οποίων δύο έγχρωμα. Αφιερωμένο στον Νίκο Μουτσόπουλο, τον προλογιστή του προηγούμενου βιβλίου, «που σκέφτεται ελληνικά». Τα αγιορείτικο οδοιπορικό του συγγραφέα, τυπωμένο σε πλήρως ατονικό σύστημα, εκφράζει μια προσέγγιση αισθητική και ελληνοκεντρική:

Συνέχεια ανάγνωσης

Το στερνό όνειρο του Ράλλη Κοψίδη

Standard

του Χρήστου Μπουλώτη

Πλακάτο απλώνεται χαρακτικά το φως, μελίχρωμο· πίσω απ’ το βενετσιάνικο κάστρο προβάλλει το κεφάλι κοριτσιού, δεξιόστροφα, προς Ρωμέικο Γιαλό, αιφνίδια προβάλλει, κι ενός πουλιού κεφάλι, είκοσι φορές πάνω απ’ το φυσικό –τι είκοσι; πενήντα κι άλλο τόσο. Το κορίτσι κράζει σαν τις κουρούνες σε μποστάνι αυγουστιάτικο, ανθρώπινα λαλάει το πουλί κι αρθρώνουνε μαζί την ωραία πολιτεία. Μύρινα, Μύρινα! του φωνάζουν. Πού είμαι; λέει εκείνος έντρομος από νοσταλγία και τρέχοντας, δεκάχρονο παιδί μες στα σοκάκια, τοπογραφεί γραμμή γραμμή τα χρόνια με γραφίτη. Ποιος σάρωσε τα πρόσωπα; Ούτε πνοή, ούτε σκιάς ξεφτίδι. Ξοπίσω του μόνο βήματα πεταλωμένα στις μύτες, στα τακούνια. Στρέφει το βλέμμα. Ένα άλλο αγόρι είναι, ομήλικο, τιραντοφόρο, με τσίγκινη καράβα στα χέρια του σαν αφιέρωμα ακριβό, σαν τάμα. Είσαι ο Νίκος; το ρωτάει. Όχι, ο Ράλλης είμαι. Τότε εγώ ποιος είμαι; Άργησες, κυλήσαν γρήγορα οι αιώνες. Επισκοπεί τα γύρω ριπηδόν. Τα παλιά σφαγεία πάνω από το λιμάνι τώρα μπαρ, και το σινέ-Κύμα μπαρ κι αυτό. Θαμπή μια εικόνα εισβάλλει τότε από ψηλά: κουρελιασμένη η χιτλερική σημαία με τον αγκυλωτό στην κορυφή του κάστρου, είκοσι άντρες κληρωτοί για εκτέλεση, χάραμα, πέφτει κηλίδα μελανή στο χάραμα, σκεπάζεται η Μύρινα. Όχι δεν είναι σαμποτάζ, φωνάζει μ’ όλη του τη φωνή, κοιτάξτε πώς τη σημαία ραμφίζει το πουλί, που δεν αντέχει κόκκινο και μαύρο πάνω στο γαλάζιο. Εγώ είμαι ο Ράλλης; Όχι, εγώ. Τότε εγώ ποιος είμαι; Θυμάται ξαφνικά το τζιτζίκι που είχε θάψει με κατάνυξη και ψαλμωδίες βυζαντινές στη σχισμή του τοίχου, πλάι στην εξώπορτα του πατρικού του, λιοπύρι προπολεμικό. Αν το ’βρω στη σχισμή κι αναστηθεί, θα με  ’βρω, αλλιώς δεν θα ’μαι. Αρχινάει να τζιτζικίζει ο ίδιος ασταμάτητα έως τις εκβολές του ύπνου του.

Εκεί τον περιμένει ο μέγας ύπνος.

Μύρινα, 20 Αυγούστου 2010

 

 

 

 

 

 

 

Η χρονοεικόνα του κινηματογράφου

Standard

 

Ο κινηματογράφος για τον Ζιλ Ντελέζ δεν είναι μια γλώσσα που απαιτεί ερμηνεία, αναζήτηση κρυφών νοημάτων·  μπορεί να εννοηθεί ως μια σύνθεση από προλεκτικά σημεία και εικόνες. Με αυτή του την προσέγγιση ο Ντελέζ προσφέρει μια θεώρηση που αποτελεί ισχυρή εναλλακτική λύση απέναντι στις κυρίαρχες μέχρι σήμερα ψυχαναλυτικές και σημειολογικές προσεγγίσεις περί κινηματογράφου. Στο έργο του Ο κινηματογράφος, αντλώντας από τη φιλοσοφία του Μπερξόν, προσφέρει μια συναρπαστική ανάλυση για την αναπαράσταση του χρόνου στο φιλμ και την κινηματογραφική αντιμετώπιση της μνήμης, της σκέψης και του λόγου, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Ρομπέρ Μπρεσόν, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Μπάστερ Κίτον, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Φριτς Λανγκ, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Φρανσουά Τριφό, ο Όρσον Γουέλς

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «νήσος» ο δεύτερος τόμος του έργου με τίτλο Η χρονοεικόνα (μετάφραση: Μιχάλης Μάτσας, επιμέλεια: Κική Καψαμπέλη). Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Συμπεράσματα».

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Φωτογραφία της Όζα και της Μάρτιν Τζόνσον, π. 1936

του Ζιλ Ντελέζ

μετάφραση: Μιχάλης Μάτσας

Ο κινηματογράφος δεν είναι ούτε γλωσσικό σύστημα (langue), παγκόσμιο ή πρωτόγονο, ούτε καν γλώσσα (langage). Φέρνει στο φως μια νοητή ύλη, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα προαπαιτούμενο, μια προϋπόθεση, ένα αναγκαίο σύστοιχο, διαμέσου του οποίου η γλώσσα κατασκευάζει τα δικά της «αντικείμενα» (σημαίνουσες μονάδες και διεργασίες). Αυτό το σύστοιχο όμως, αν και αδιαχώριστο, είναι πολύ ειδικό: συνίσταται σε κινήσεις και σε διεργασίες της σκέψης (προγλωσσικές εικόνες), καθώς και σε οπτικές γωνίες ως προς αυτές τις κινήσεις και τις διεργασίες (προσημαίνοντα σημεία). Συγκροτεί μια ολόκληρη «ψυχομηχανική», το πνευματικό αυτόματο ή το δυνάμενο να εκφερθεί ενός γλωσσικού συστήματος, που διαθέτει τη δική του λογική. […]

Συνέχεια ανάγνωσης

Για τα ΑΣΚΙ

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ


του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Ευχετήρια κάρτα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, χ.χ. Έργο της Ζιζή Μακρή.

Δύσκολα μιλάς για το σπίτι σου σε ώρες κρίσιμες. Όταν οι ένοικοί του λιγοστεύουν, όταν τα πράγματα στα δωμάτιά του μένουν στοιβαγμένα. Ένα σπίτι που χρόνια τώρα χτίστηκε από πολλούς ανθρώπους που μοιράστηκαν όνειρα, επιδιώξεις, καλές και κακές στιγμές. Δύσκολα. Κι ακόμη πιο πολύ όταν αυτό που θες να υπερασπιστείς μοιάζει σχεδόν πολυτέλεια: Πώς να μιλήσεις για τα ΑΣΚΙ και τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση μπροστά στο φάσμα της ανεργίας, τις περικοπές των μισθών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων; Πώς να εξηγήσεις ότι και τα Αρχεία πλήττονται από όλα αυτά, πως ό,τι χτίστηκε κινδυνεύει να συρρικνωθεί, απειλώντας ανθρώπους και έργα; Γιατί και αυτές οι πενιχρές επιχορηγήσεις, με τις οποίες ξεκίνησαν, συρρικνώθηκαν σταδιακά, αντικαταστάθηκαν από τα περίφημα ευρωπαϊκά προγράμματα,  για να φτάσουμε στην ουσιαστική  διακοπή τους. Ωσάν η δημόσια χρηματοδότηση να είναι ελεημοσύνη ή ρουσφέτι, και όχι υποχρέωση ενός κράτους που θα έπρεπε να σέβεται το αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει, όπως τόνιζε ο Φίλιππος Ηλιού, την ιστορία του. Στον «πολιτιστικό δαρβινισμό», που επιβάλλεται σήμερα, μπορεί να επιβιώσει ο ισχυρότερος φορέας∙ είτε ο πιο εφεκτικός προς κάθε εξουσία είτε ο πιο εύπορος. Και τα ΑΣΚΙ δεν είναι τίποτε από τα δυο.

Τα Αρχεία ξεκίνησαν με δυο σκοπούς παράλληλους, με τη σύνδεση ενός πολιτικού προτάγματος με ένα επιστημονικό. Τα «ανοιχτά αρχεία» δεν ήταν κεκτημένο, ήταν ζητούμενο, το οποίο έπρεπε να το κατακτήσουμε από κοινού, υπερβαίνοντας νοοτροπίες και αντιλήψεις.  Προς την κατεύθυνση αυτή έγιναν πολλά, σωστά και λάθη. Νέες συλλογές αποκτήθηκαν, οι δραστηριότητες διευρύνθηκαν με συνέδρια, εκδόσεις, μεταπτυχιακά σεμινάρια, διαδικτυακά προγράμματα,  καινούργια μέλη προστεθήκαμε στο εγχείρημα. Συλλέκτες μαρτυριών και τεκμηρίων, τις απλώσαμε στο δημόσιο ενδιαφέρον για να τις δούμε με ικανοποίηση και χαρά, κάποτε όμως και με προβληματισμό, να ταξιδεύουν σε άρθρα, βιβλία, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές εκπομπές. Συλλέκτες μαρτυριών και συναισθήματων ενός κόσμου που ήθελε να σώσει το παρελθόν αλλά και να σταθεί κριτικά απέναντί του, με άλλους όρους από εκείνους που οι διαδρομές της Αριστεράς στην Ελλάδα είχαν οικοδομήσει.

Σε αυτό τον κόσμο απευθυνόμαστε με αυτό το διήμερο εκδηλώσεων. Ζητώντας το δικό του μικρό χάδι, τη δική του ανάσα. Ζητώντας ξανά τη βοήθειά του. Για να μπορούμε να συνεχίσουμε να μαζεύουμε στάλα στάλα το λάδι που χρειάζεται για να ανάβει το καντήλι κυρίως όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν: φευγαλέα απεικάσματα, όπως έγραφε ο Σπύρος Ασδραχάς, μιας ιστορίας που όλοι είμαστε τα υποκείμενά της.

Το ημερολόγιο των ΑΣΚΙ, 2011: Ευχετήριες κάρτες πολιτικών κρατουμένων τα μετεμφυλιακά χρόνια

Standard

της Ιωάννας Παπαθανασίου

Ευχετήρια κάρτα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, χ.χ.

Ευχετήρια δελτάρια: ένας καθιερωμένος, τυπικός τρόπος επικοινωνίας, η ανταλλαγή ευχών το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, «επί τη ονομαστική εορτή» αλλά και με πολλές άλλες ευκαιρίες, διέρρηξε, ήδη από τα χρόνια του Eμφυλίου, τα όρια της συμβατικής αλληλογραφίας μέσα από τις φυλακές και τις εξορίες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και για είκοσι πέντε περίπου χρόνια, άνοιξε ένα παράθυρο επικοινωνίας ανάμεσα στις μικροκοινωνίες των εγκλείστων και στους «έξω», μετέφερε συναισθήματα, κοινώνησε την άσβεστη ελπίδα για το τέλος των διώξεων, καθώς και τη φλόγα της εσωτερικής αντίστασης.

Φιλοτεχνημένες από τους ίδιους τους πολιτικούς κρατούμενους, οι ευχετήριες κάρτες νοηματοδοτούνται ως οι συμβολικές παραστάσεις μιας εποχής και μιας ιδιαίτερης συνθήκης ζωής που επιστράτευσε την εικόνα για να υπερβεί τις απαγορεύσεις της αναγκαστικής λογοκρισίας. Χρώματα και λουλούδια, στάμπα και γκομπλέν, κολλάζ και άλλα χειροτεχνήματα με μέσα πενιχρά, ανεξάρτητα από το  αισθητικό αποτέλεσμα, κρύβουν μέσα τους ώρες δουλειάς, αξίες, εφευρετικότητα και φαντασία.

Το μικρό δείγμα που κοσμεί αυτό το ημερολόγιο αντλήθηκε από τις συλλογές της Ζωής Αρσένη, της Φώφης Λαζάρου, του Κυριάκου Τσακίρη και από το αρχείο της προδικτατορικής ΕΔΑ, που απόκεινται στα ΑΣΚΙ.


(Από το εισαγωγικό σημείωμα του επιτοίχιου ημερολογίου των ΑΣΚΙ για το 2011, που μόλις κυκλοφόρησε, με κάρτες πολιτικών κρατουμένων από τα μετεμφυλιακά χρόνια)

Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις των ΑΣΚΙ

Standard

Βιβλιοπαρουσιάσεις, Προβολές ντοκιμαντέρ, Συζητήσεις, Παζάρι βιβλίων, Εκπλήξεις και Δώρα

27 και 28 Δεκεμβρίου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων

Βιβλία και ιδέες, χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, μελομακάρονα, λαχνοί και εκδηλώσεις! Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) γιορτάζουν τα 18 τους χρόνια και, μαζί με τους Φίλους των ΑΣΚΙ, οργανώνουν στις 27 και 28 Δεκεμβρίου παζάρι βιβλίων σε ένα διήμερο γεμάτο εκδηλώσεις στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Από τις 11 το πρωί έως τις 9  το βράδυ θα είμαστε εκεί για να κουβεντιάσουμε, να αγοράσουμε παλιά και νέα βιβλία και περιοδικά (λογοτεχνικά, πολιτικά, ιστορικά) και, ιδίως, σπάνιες και εξαντλημένες εκδόσεις για τη σύγχρονη ιστορία και την ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα. Παράλληλα, θα φυλλομετρήσουμε τα νέα βιβλία που θα παρουσιαστούν, θα δούμε ντοκιμαντέρ, θα συζητήσουμε, συνδέοντας τη μνήμη με τον σύγχρονο στοχασμό. Θα γιορτάσουμε δηλαδή, θα ανταλλάξουμε ιδέες και θα συναντηθούμε, σε μια συγκυρία μοιάζει να μην αφήνει τίποτα ανεπηρέαστο και πλήττει τις συλλογικότητες  — ανάμεσά τους και  τα ΑΣΚΙ, που χρειάζονται περισσότερο από ποτέ τη στήριξή μας.

ΔΕΥΤΕΡΑ 27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙ: Οι εκδηλώσεις ξεκινάν στις 12.00 το πρωί, με τους χαιρετισμούς του Σπύρου Ι. Ασδραχά και του Νίκου Πετραλιά. Θα ακολουθήσει η παρουσίαση του νέου βιβλίου των ΑΣΚΙ και του Ινστιτούτου «Ν. Πουλαντζάς»  σε συνεργασία με τις εκδόσεις το Θεμέλιο: Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις. Θα μιλήσουν η Έφη Αβδελά, ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και ο Ηλίας Νικολακόπουλος. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Γιάνης Γιανουλόπουλος.

ΑΠΟΓΕΥΜΑ: 17.30: Προβολή του ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη και της Εύης Καραμπάτσου Μακρόνησος. Μετά την προβολή, η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ηλία Στάβερη, θα ακολουθήσει συζήτηση, στις 19.30. Θα μιλήσουν ο Βαρδής Βαρδινογιάννης, ο Ηλίας Γιαννακάκης, o Στρατής Μπουρνάζος και ο Τάσος Σακελλαρόπουλος.

ΤΡΙΤΗ 28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΠΡΩΙ: Στις 12.00, εκδήλωση Αρχείο Μπέικου: Μνήμες και ιστορία. Μια εκδήλωση μνήμης και τιμής, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της Μαρίας Μπέικου Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ… (Καστανιώτης). Ομιλητές: Τασούλα Βερβενιώτη, Μαρία Μπέικου, Ιωάννα Παπαθανασίου, Ανταίος Χρυσοστομίδης. Αποσπάσματα διαβάζει ο Στάθης Γράμψας. Συντονιστής: Φώτης Προβατάς.

ΑΠΟΓΕΥΜΑ: Στις 17.30 θα γίνει η προβολή του ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος. Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση, στις 19.00, με τον Μάνο Ζαχαρία, τον Φώτο Λαμπρινό και την Άννα Φραγκουδάκη.

Στις 20.00 η βραδιά θα κλείσει με την κλήρωση της λαχειοφόρου αγοράς και με πολλές εκπλήξεις.

***

Σας περιμένουμε λοιπόν για να συναντηθούμε ξανά, να συζητήσουμε και να ενισχύσουμε οικονομικά τα ΑΣΚΙ που χρειάζονται τη βοήθειά μας σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Πληροφορίες,  ΑΣΚΙ,  210-3223062.

Οι σεισμοί, ο Πικιώνης και οι κοπάνες του 25ου

Standard

της Πατρίτσιας Καλαφατά

1954. Ναξιώτες μαρμαράδες, πελεκάνοι, παραδοσιακοί τεχνίτες και ένας οραματιστής αρχιτέκτονας-ζωγράφος-γλύπτης-στοχαστής χτίζουν ψηφίδα ψηφίδα έναν από τους πιο ιδιαίτερους και υποβλητικούς χώρους της Αθήνας. Το έργο είναι «καλλιτεχνικόν, εμπεριέχον πολλήν χειρωναξίαν» λέει ο Πικιώνης στην εισηγητική του έκθεση για τη διαμόρφωση των χώρων γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο Φιλοπάππου, την οποία απευθύνει στον τότε υπουργό Δημοσίων Έργων Κων/νο Καραμανλή. Οι τεχνίτες του υπηρετούν το όραμά του και κεντούν λιθόστρωτα μυστικιστικής ομορφιάς, ενσωματώνουν θραύσματα και σπαράγματα ερειπίων, συνθέτουν με λίθους ειδικής υφής, σχήματος και χρώματος αναπαυτήρια-καφενεία, αφηγούνται ιστορίες. Ιστορίες που άλλοι τις κατανοούν και άλλοι όχι. Οι μεν τον κατηγορούν για ελληνοκεντρισμό, οι δε για μοντερνισμό. Τα γνωστά.

Φωτογραφία του Χάρη Σαββίδη, από το μπλογκ "αντίδωρος τέχνη" (antidorostechne.blogspot.com)

1981. Οι πρώτοι μεγάλοι σεισμοί στην Αθήνα. Οι πρώτες ρωγμές, τα πρώτα ακατάλληλα κτίρια. Το 25ο Γυμνάσιο-Λύκειο Αθήνας στην Πλάκα, όπου και φοιτώ, δεν τη γλιτώνει. Κρίνεται ακατάλληλο και, μέχρι να επισκευαστούν οι ζημιές, τα μαθήματα φιλοξενούνται σε ένα σχολείο κάτω από το Αστεροσκοπείο με θέα πιάτο όλη την Αθήνα. Το επιστέγασμα σε όλη αυτήν την αναπάντεχη αλλαγή στη σχολική ρουτίνα είναι η γειτνίαση με του Φιλοπάππου. Σχεδόν κάθε μέρα μετά το σχόλασμα σκαρφαλώνουμε την πλαγιά του λόφου για να κόψουμε δρόμο από το Αστεροσκοπείο και να βρεθούμε λίγο μετά Στου Λουμπαρδιάρη για καφέ και σεράνο.

Αν είναι αλήθεια ότι τυχαία γεγονότα σε ευαίσθητες ηλικίες σηματοδοτούν την κατοπινή οπτική μας, άνετα θα έβαζα την εικόνα αυτή ανάμεσα στις πιο επιδραστικές της εφηβείας μου. Εκείνο το ξύλινο περίπτερο-«αναπαυτήριο» (όπως το αποκαλούσε ο Πικιώνης), που θύμιζε κάτι από απωανατολίτικο σκηνικό, αλλά με σαφείς αναφορές στην ελληνική παράδοση, που καμία σχέση δεν είχε με τις καφετέριες της εποχής και σου υπέβαλλε την αίσθηση ότι ήσουν προνομιούχος που μπορούσες να πιεις εκεί τον καφέ σου ή να κάνεις εκεί τις κοπάνες σου. Ή εκείνο το πλακόστρωτο που απλωνόταν μπροστά μας, μια γραμμή που ένωνε τα βήματά μας με την Ακρόπολη απέναντι. Α, αυτό το πλακόστρωτο! Ένα ποίημα. Χαζεύαμε τα θραύσματα, τις πέτρες που αντανακλούσαν απόκοσμα το φως, τα σχήματα, τις ψηφίδες που το συνθέτανε – το ένιωθες πως τίποτα δεν ήτανε τυχαίο σε εκείνο το λίθινο κολάζ.

Κάποιος από την παρέα μάς είχε πει ότι όλα αυτά γύρω μας ήταν του Πικιώνη. Έκτοτε o Πικιώνης ταυτίστηκε στο μυαλό μου όχι ακριβώς με τον αρχιτέκτονα αλλά με τον καλλιτέχνη  που κατάφερε να φτιάξει με τρόπο μαγικό έναν χώρο που με γαλήνευε και επέβαλλε ψιθυριστά την αισθητική του. Το όνομά του το συνέδεσα με την καθησυχαστική αίσθηση που μου δημιουργούσε εκείνη η διαδρομή σαν διάλειμμα στη δίνη των εφηβικών υπερβολών.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά λίγες ημέρες πριν με αφορμή τη μεγάλη αναδρομική έκθεση που οργανώνει το Μουσείο Μπενάκη για τον Πικιώνη. Αυτόν τον μυστήριο, ευγενή καλλιτέχνη (πώς αλλιώς να τον πω δεν ξέρω), που μου αποκάλυψε τότε εκείνο που πιστεύω ακράδαντα έκτοτε: ότι ο πολιτισμός δημιουργεί πολιτισμό, η αισθητική εμπνέει αισθητική, ότι όλα τα μεγάλα και ουσιαστικά έργα συγκινούν και αγγίζουν και «καλλιεργούν» ακόμα και τον πιο αδαή, ότι εντέλει η τέχνη δεν είναι εκ περισσού.

Στο καφενείο αυτό δεν ξαναπήγα έκτοτε, ούτε και ξαναπερπάτησα στα λιθόστρωτα του Φιλοπάππου.  Δεν έτυχε.  Ίσως ήταν και η ανάγκη να διαφυλάξω αλώβητη αυτήν την εικόνα στη μνήμη μου, δεν ήθελα να τη διαψεύσει ο χρόνος. Μπορεί και να με καταρράκωναν κι εκείνα τα ιλιγγιώδη γυαλιστερά τζιπ που έβλεπα περνώντας από εκεί, παρκαρισμένα πάνω στην αρχή του πλακόστρωτου, και δεν μου έκανε καρδιά να ανηφορίσω παραπέρα.

Δυστυχώς, το καφενείο-αναπαυτήριο που σχεδίασε ο Πικιώνης δίπλα στον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη έχει δεινοπαθήσει έκτοτε. Μπορεί να κηρύχτηκε μνημείο το 1996, αλλά από το 2005 παραμένει κλειστό και ρημάζει από την εγκατάλειψη. Βέβαια και κατά τη λειτουργία του, για σαράντα περίπου χρόνια, από την οικογένεια Κανέλλου (στην οποία είχαν εκμισθώσει το περίπτερο ο ΕΟΤ και στη συνέχεια η ΕΤΑ ΑΕ) υπέστη ουκ ολίγα: αυθαίρετες αισθητικές επεμβάσεις και επεκτάσεις, καταπατήσεις του γύρω αρχαιολογικού χώρου κτλ. Λέγεται μάλιστα ότι όταν ο ίδιος ο Πικιώνης είχε παραπονεθεί, ήδη από τότε, για τις συρόμενες τζαμαρίες που είχαν προστεθεί στο κτίσμα, ο Κανέλλος τού παρουσίασε υπογραφές πελατών που υποστήριζαν ότι το μέρος ήταν πιο όμορφο έτσι…

Χρόνια τώρα η δραστήρια επιτροπή κατοίκων Φιλοπάππου καταγγέλλει τις αυθαιρεσίες και τις καταπατήσεις, διεκδικώντας τα αυτονόητα.  Σήμερα το αναπαυτήριο του Πικιώνη βρίσκεται υπό κατάρρευση. Αυτό που φοβόμουν και δεν περνούσα τόσα χρόνια από εκεί επαληθεύτηκε τελικά. Παρόλο που έχει εγκριθεί από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων η μελέτη για την επισκευή και αποκατάσταση του μνημείου στην αρχική του μορφή, δεν έχει γίνει τίποτα γιατί αναμένεται η ένταξη σε ΕΣΠΑ για χρηματοδότηση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να ξεκινήσει καμία εργασία.

Δεν ξέρω αν σε περιόδους κρίσης είναι πολυτέλεια να μιλάει κανείς για χρηματοδοτήσεις με σκοπό την αποκατάσταση ιστορικών καφενείων. Μήπως όμως σε αυτές τις περιόδους ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε όσο τίποτα άλλο τέτοια «αναπαυτήρια» για τις ψυχές μας;

 

Σημείωση: Η έκθεση «Δημήτρης Πικιώνης 1887-1968», που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο Οδού Πειραιώς), θα διαρκέσει μέχρι τις 13 Μαρτίου 2011.

 

Η Πατρίτσια Καλαφατά είναι φιλόλογος-επιμελήτρια.

 

Ορθώς κείμενα: «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη»

Standard

του Παντελή  Μπουκάλα

(αναδημοσίευση από την Καθημερινή, 21.12.2010)

Δύσκολα τα Χριστούγεννα του τεμπέλη.  Όχι, δεν πρόκειται για τον μαστρο-Παύλο τον Πισκολέτο, τον ήρωα του Παπαδιαμάντη, που αν συνέτασσε «τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν διά σχόλην, την Δευτέραν διά χουζούρι, την Τρίτην διά σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι’ εργασίαν, και το Σάββατον διά ξεκούρασμα». Για τον ανώνυμο τεμπέλη Έλληνα πρόκειται, τον τεμπέλληνα, όπως μονολεκτικά τον ονομάζει η ειρωνεία των κατά φαντασίαν δουλευταράδων του τόπου.

Έτσι δεν ζωγραφίζουν, χρόνια τώρα, τον μέσο πολίτη όσοι δεν έτυχε να ακούσουν ότι πολλοί εκπαιδευτικοί δουλεύουν και ταξί τα βράδια για να τα βγάλουν πέρα; Σαν εξ επαγγέλματος άεργους δεν μυκτηρίζουν οι «επιτυχημένοι» όσους εξωθούνται από την ανεργία σε δύο και τρεις ανασφάλιστες δουλειές, κούριερ ή ό,τι άλλο, για να μη χάσουν εντελώς τον αυτοσεβασμό τους; Και σαν παράσιτα δεν αντιμετωπίζουν τους συνταξιούχους που ούτε να ονειρευτούν δεν τολμούν την παπαδιαμαντική «ραστώνη, το δόλτσε φαρ νιέντε των αδελφών Ιταλών»; Ναι, μια χαρά κρατούν οι αστικοί μύθοι. Να, ακόμα μιλούν επιτιμητικά οι κήνσορες για το «ένα-ενάμισι εκατομμύριο των δημοσίων υπαλλήλων», κι ας μετρήθηκαν πολύ λιγότεροι. Και δεν είναι βέβαια οι μισοί αργόσχολοι και οι υπόλοιποι διεφθαρμένοι, όπως τους κατηγορούν οι αυθεντίες των τηλεδικείων.

Ο τεμπέλης του Παπαδιαμάντη καταφεύγει στην ταβέρνα, «διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθερά του, δαρμένος από τον κουνιάδο του, ξωρκισμένος από την σπιτονοικοκυράν του και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του». Κάπως έτσι, διωγμένος, υβρισμένος, δαρμένος, ξορκισμένος και φασκελωμένος, νιώθει και ο «τεμπέλληνας» της παραπολιτικής μυθοπλασίας, αλλά όχι από τους συγγενείς (μόνο οι σπιτονοικοκύρηδες μένουν ίδιοι, να απαιτούν τα καθυστερούμενα νοίκια). Διωγμένος με συνοπτικές ή και εκβιαστικές διαδικασίες από τη δουλειά του· δαρμένος και χημικοβομβαρδισμένος από τα ΜΑΤ· φασκελωμένος από τους Ευρωπαίους «εταίρους»· υβρισμένος από όσους δογματίζουν πως του χρειάζεται μαστίγιο για να αναμορφωθεί. «Μου φαίνεται πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουν διωρισμένα τα πράγματα» λέει πάντως ο Παπαδιαμάντης.

 


Ο κόσμος χάλασε!

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

«Δε χάλασε ο κόσμος, αν δεν προλάβουμε να έχουμε κι αυτό το θέμα την Κυριακή»: μια από τις πιο συνηθισμένες μου αποστροφές, στις συνεδριάσεις της συντακτικής των «Ενθεμάτων», όταν, κάθε βδομάδα, τα νεότερα και δραστηριότερα μέλη της ομάδας κατεβάζουν κρουνούς ιδεών και προτάσεων για την ύλη του φύλλου. Τρίτη βράδυ, κι ενώ με έξαψη συζητάμε τι και πώς θα μπορέσουμε να γράψουμε για την ισοπέδωση των εργασιακών δικαιωμάτων, την πανεργατική απεργία της Τετάρτης, τη λαίλαπα απολύσεων στον Τύπο και αλλού, η φράση «Δε χάλασε ο κόσμος αν δεν έχουμε κάτι σχετικό», μόλις αρχίζει να σχηματίζεται, καταστέλλεται εν τη γενέσει της, καθώς και οι τέσσερις, με μια φωνή λέμε: «Ναι, ο κόσμος χάλασε!». Και άρκεσε μια γρήγορη ματιά στο νόμο που ψηφίστηκε την Τρίτη με υπερκατεπείγουσες διαδικασίες για να καταλάβουμε το γιατί.

Οι βασικές διατάξεις του νόμου μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο (αντιγράφω από το άρθρο του Ανδρέα Πετρόπουλου, στην κυριακάτικη Αυγή, 12.12.10): κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων,  ριζική περικοπή μισθών, ελεύθερες απολύσεις. Κι ακόμα, στα ειδικότερα, διευρύνεται και θεσμοποιείται η δυνατότητα  του εργοδότη να εφαρμόζει την τριήμερη ή τετραήμερη απασχόληση,  όπως και την εκ περιτροπής απασχόληση (μέχρι 9 μήνες), τη «δοκιμαστική εργασία» (μέχρι ένα χρόνο) ή την ενοικίαση εργαζομένων (μέχρι και τρία χρόνια), ενώ καταργείται ουσιαστικά η διαιτησία, και ανοίγει ο δρόμος για απολύσεις και μειώσεις μισθών χωρίς όριο.

(Πράγματα, όλα αυτά, πρωτοφανή και αδιανόητα μόλις λίγους μήνες πριν. Βέβαια, είναι τόσα και τόσο καταιγιστικά τα όσα συμβαίνουν καθημερινά, που έχουμε χάσει το λογαριασμό. Ποιος  θα μπορούσε, λ.χ., να φανταστεί ότι τα ΜΑΤ θα ξυλοκοπούσαν άγρια έξω από τα δικαστήρια τον γραμματέα της νεολαίας κοινοβουλευτικού κόμματος; Ότι θα τον έστελναν αναίσθητο στο νοσοκομείο; Ότι στη συνέχεια, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη –με υπουργό τον στυλοβάτη του αριστεροπασοκισμού Χρ. Παπουτσή– θα απαξιούσε να βγάλει έστω μια ανακοίνωση ή να εκφράσει τύποις τη «λύπη» του;).

Επανέρχομαι.»Ενοικίαση εργαζομένων», «δοκιμαστική εργασία» κ.ο.κ. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα σημάνουν όλα αυτά στην πράξη, σε ποιες εργασιακές και κοινωνικές πραγματικότητες θα αντιστοιχηθούν τούτες οι νέες λέξεις. Πρόκειται πάντως, και αυτό είναι το σοβαρό, για κάτι πολύ μονιμότερο και βαθύτερο από την επιδείνωση των όρων ζωής και εργασίας, την ελάττωση των χρημάτων, την επερχόμενη οικονομική, κοινωνική και ψυχολογική καταρράκωση — που ήδη από μόνα τους είναι πολύ σοβαρά. Πρόκειται για την κατεδάφιση ενός ολόκληρου συστήματος, μιας πραγματικότητας, ενός τρόπου θέσμισης της κοινωνίας που χτίστηκε λιθαράκι-λιθαράκι εδώ και ενάμιση αιώνα. Όπως το εξηγούσε ωραία ο Αντώνης Λιάκος (Το Βήμα,12.12.2010):

Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον αντιδικτατορικό αγώνα στους ορίζοντες της Αριστεράς του 21ου αιώνα

Standard

συνέντευξη του Θανάση Αθανασίου

Ο Θανάσης Αθανασίου δεν χρειάζεται ασφαλώς ιδιαίτερες συστάσεις για τους αναγνώστες της «Αυγής». Γνωστός και αγαπητός από την πολύχρονη αγωνιστική του δράση, τα βιβλία και την αρθρογραφία του, το μεταφραστικό του έργο, τη δημόσια παρουσία του στον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς, που με πάθος, νηφαλιότητα και συνέπεια υπηρέτησε για χρόνια. Στα τέλη Νοεμβρίου είχαμε τη χαρά να πάρουμε στα χέρια δύο βιβλία του: Πρώτον, τον Δρόμο που περπάτησα (πρόλογος: Χρόνης Μίσσιος, συνέκδοση των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και του Βιβλιοράματος), μια γλαφυρή μαρτυρία που ξεκινάει από την παιδική ηλικία του συγγραφέα στην Αλόννησο και καταλήγει στη μεταπολίτευση, επικεντρωνόμενη στα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα.  Δεύτερον, τον τόμο Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα. Πολιτικά σύμμεικτα (πρόλογος: Στέφανος Στεφάνου, εκδ. Επίκεντρο), μια συναγωγή πολιτικών δοκιμίων, ένα «πανόραμα και μάχη ιδεών, για την κρίση της Αριστεράς, την περιπέτεια του εκσυγχρονισμού της, την πολιτική πρακτική της, τα ελλείμματα της θεωρίας, σ’ έναν καμβά αγωνίας για ανίχνευση νέων δρόμων τον 21ο αιώνα», όπως λέει ο ίδιος. Τα δύο βιβλία παρουσιάστηκαν στην κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, στις 30 Νοεμβρίου 2010, από τον Παύλο Κλαυδιανό, τον Φώτη Κουβέλη, τον Στέφανο Στεφάνου και τον Γιώργο Τσιάκαλο, με συντονιστή τον Νικηφόρο Σταματάκη· παρουσιάστηκαν από κοινού, καθώς, όπως τόνισαν οι ομιλητές, παρά τις διαφορές τους, υπάρχει ένα κοινό νήμα που τα συνδέει στενά. Με την αφορμή αυτή, και εκκινώντας από το κοινό αυτό, αξιακό και πολιτικό νήμα, μιλήσαμε με τον Θανάση Αθανασίου, για τις μνήμες του χθες και τις αναζητήσεις του σήμερα, με το βλέμμα στο αύριο, την Αριστερά του 21ιου αιώνα.

Στρ. Μπ.

 

Τα δύο βιβλία, παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικό αφηγηματικό είδος το καθένα, έχουν ένα κοινό υπόστρωμα, πολλά σημεία επαφής. Μίλησέ μας γι’ αυτό το κοινό νήμα που συνδέει τα δύο βιβλία.

Ανρί Ματίς, "Μικρός χορευτής σε κόκκινο φόντο", 1938

Τα δύο πονήματα είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Το κοινό υπόστρωμα δεν είναι άλλο από τον αγώνα, την αντίσταση, με φυσική και πνευματική συμμετοχή, με την καρδιά και το μυαλό,  κόντρα στη λογική της συμμόρφωσης και της υποταγής σε μια πολιτική πραγματικότητα βαρβαρότητας και αθλιότητας.

Είναι, ταυτόχρονα, προσπάθεια να ανιχνεύσω εναλλακτικές διαδρομές για την  Αριστερά, μια Αριστερά  που μας πληγώνει και μας καταθλίβει, ανεξάρτητα, πιστεύω, από κομματική ή μη ένταξη: Ανεπάρκεια, αδυναμία εντοπισμού και ανάδειξης των τραγικών παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας, απουσία έμπνευσης και, κυρίως, εναλλακτικών προτάσεων και ενός άλλου στρατηγικού σχεδίου για την ελληνική κοινωνία τού σήμερα.  Όταν οι εναλλακτικές προτάσεις, η έμπνευση και το όραμα  απουσιάζουν, τότε η Αριστερά συρρικνώνεται απελπιστικά και αυτοπεριθωριοποιείται. Στο Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα αποτυπώνονται, διαχρονικά, σκέψεις και αγωνία για την πολιτική, τα κόμματα, την Αριστερά, από τη μεταπολίτευση μέχρι πρόσφατα.

 

Η μαρτυρία, με τον εύγλωττο τίτλο Ο Δρόμος που περπάτησα, μας μιλάει για την προσωπική σου ιστορία, που παράλληλα  είναι η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς που πάλεψε με αξιοπρέπεια, ιδανικά και οράματα. Ποιος είναι αυτός ο Δρόμος, ποια είναι τα στοιχεία που έκαναν  αυτή τη γενιά ξεχωριστή;

Με «όχημα» και «σκηνικό» προσωπικές διαδρομές και επιλογές, δράσεις και περιστατικά, το σημαινόμενο είναι πως ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται, αποκτά ταυτότητα και ουσία μέσα από οράματα, αξίες, συλλογικότητα, από τον ανιδιοτελή αγώνα για το κοινό καλό. Αυτό είναι το νόημα: η αντιστασιακή στάση ζωής ακόμη και όταν ο δρόμος αυτός έχει αγκάθια, ατραπούς και ματαιώσεις.  Αυτός, λοιπόν,  είναι ο δρόμος και αυτόν ακολούθησε, σε μεγάλο βαθμό, η γενιά μου, μια γενιά που δεν ξέρω αν είναι, πράγματι, ξεχωριστή, αλλά, βέβαιο είναι, ότι έζησε σε εποχές ξεχωριστές. Σε εποχές με ατραπούς και ανήφορους, αλλά δημιουργικές, αγωνιστικές, αισιόδοξες, εποχές ανάτασης. Ελπίζω οι νεότερες γενιές να μπορέσουν να βγουν νικητές απ’ τα σκοτάδια, από το νέο Μεσαίωνα και τα αδιέξοδα στα οποία ο άπληστος καπιταλισμός-καζίνο τους ετοιμάζει για να ζήσουν. Όσοι προσεγγίζουν τη σημερινή νεολαία με αλαζονεία και «αφ’ υψηλού» είναι οι ίδιοι «μικροί» και ανιστόρητοι!  Η νεολαία, σε κάθε περίπτωση, είναι πάντα το πιο υγιές τμήμα της κοινωνίας, είναι το σήμερα και το αύριο. Χρειάζεται, όμως, ταγούς, πρότυπα, δημιουργικούς εναλλακτικούς δρόμους που, δυστυχώς, δεν φαίνονται, ακόμη, στον ορίζοντα…

 

Το άλλο βιβλίο, Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα, αποτελεί επίσης αποτύπωση μιας μακροχρόνιας διαδρομής στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, από τα χρόνια της Χούντας μέχρι σήμερα. Ποια νομίζεις ότι είναι τα βασικά επιτεύγματα  και οι βασικές αδυναμίες της Ανανεωτικής Αριστεράς όλα αυτά τα χρόνια;

Μεγάλο το «κεφάλαιο» αυτό που θέτει το ερώτημά σου, για να απαντηθεί σε λίγες λέξεις. Πρέπει κανείς να διατρέξει τα σχετικά μέρη του βιβλίου για να αντιληφθεί πληρέστερα τι ακριβώς έχει συμβεί με τη διαδρομή της Ανανεωτικής Αριστεράς. Ωστόσο, θα έλεγα ότι, θεωρητικά, η Ανανεωτική Αριστερά συνιστά την απόπειρα για την καθολική αναπροσαρμογή του αριστερού κινήματος στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες του καπιταλισμού, για πλήρη αποκοπή από την τριτοδιεθνιστική παράδοση και τον λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό» σε κάθε εκδοχή του, για την υιοθέτηση του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό με ενσωμάτωση της έννοιας της δημοκρατίας ως αυταξίας και, εν τέλει, συνιστά μια απόπειρα για ένα άλλο πολιτικό πολιτισμό. Ωστόσο, τις θεμελιώδεις αυτές επιλογές δεν τις υπηρέτησε πάντα με συνέπεια, ούτε τις γονιμοποίησε πολιτικά αποτελεσματικά. Η αυτονομία του χώρου τραυματίστηκε, πολλές φορές, η Ανανεωτική Αριστερά, ετεροκαθορίστηκε, άλλες φορές λειτούργησε φοβικά και κυρίως δεν εμβάθυνε στις τρομακτικές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας αλλά παρέμεινε, εν πολλοίς, σε ένα λόγο ασαφή, γενικόλογο, ατεκμηρίωτο και καταγγελτικό.

Συνέχεια ανάγνωσης