Wikileaks: Πέραν της συνωμοσιολογίας

Standard

του Μιχάλη Σκομβούλη

 

Χένρυ Μουρ, "Γυναίκα που κρατάει μια γάτα", 1949.

Ο ιστότοπος Wikileaks λειτουργεί από το 2006, αναρτώντας έγγραφα που αφορούν κρατικές κυρίως παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Έγινε διάσημος τον Απρίλιο του 2010, όταν δημοσίευσε ντοκουμέντα για εγκληματικές ενέργειες εναντίον αμάχων από τον αμερικάνικο στρατό στο Ιράκ, ενώ τον Ιούλιο ακολούθησε η ανάρτηση ενός πολύ μεγάλου όγκου απόρρητων εγγράφων για το Αφγανιστάν. Για μια ανάλυση των προηγούμενων αναρτήσεων του ιστότοπου, καθώς και για τον φερόμενο ως ιδρυτή της Τζούλιαν Ασσάντζ (ο οποίος, εν τω μεταξύ, έγινε ένας από τους πλέον καταζητούμενους ανθρώπους στον κόσμο), παραπέμπουμε σ’ ένα προηγούμενο άρθρο της Αυγής (Ν. Κυριακίδης, «wikileaks.org: Ασύμετρες απειλές, μη συμβατικά media, ένας ρευστός κόσμος», Η Αυγή, 1.8.2010). Η υπόθεση της έκθεσης των «μυστικών» εγγράφων της αμερικάνικης διπλωματίας από την ιστοσελίδα Wikileaks είναι ιδιαίτερα σοβαρή και, όπως θα φανεί, αφορά και την Αριστερά, για αρκετά διαφορετικούς λόγους όμως από αυτούς που σχετίζονται με το «ξεγύμνωμα» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και άλλα παρόμοια. Όσο σοβαρή είναι η υπόθεση άλλο τόσο κρύβει και κινδύνους.

Ο πρώτος κίνδυνος είναι αυτός της γελοιοποίησης και της «σάτιρας». Πόσο πολύ, αλήθεια, ξεφτίζει μια τέτοια υπόθεση όταν περιορίζεται στο μπότοξ και την Ουκρανέζα του Καντάφι, στα πάρτι του Μπερλουσκόνι, στην παρομοίωση του Σαρκοζί με γυμνό βασιλιά, των Πούτιν και Μεντβέντεφ με τον Μπάτμαν και τον Ρόμπιν; Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κοινωνικές-οικονομικές συνισταμένες διαμόρφωσης της διεθνούς πολιτικής θα έμπαιναν στο περιθώριο μπροστά στις προσωπικότητες των «μεγάλων ανδρών» και, ακόμα χειρότερα, στα καπρίτσια τους. Η κυβερνοεπίθεση που δέχθηκε η ιστοσελίδα λίγο πριν την ανάρτηση των εγγράφων εμπόδισε αυτή τη φορά την άμεση πρόσβαση σ’ αυτά. Οι διαχειριστές της ιστοσελίδας επέλεξαν να αποστείλουν τα έγγραφα σε μεγάλες διεθνείς εφημερίδες, πράγμα που σημαίνει όμως ότι η διάχυση της πληροφορίας έγινε μέσα από μεγάλα συγκροτήματα (The Guardian, Le Monde κλπ.), και γι’ αυτό υπέστη σημαντικό φιλτράρισμα ως προς την πολιτική ουσία της και τη σειρά παρουσίασης της. Ένα φιλτράρισμα με όρους αγοράς των ΜΜΕ, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι σημαντικότερος και αφορά την ήδη σοβούσα συνωμοσιολογία. Ο κίνδυνος αυτός είναι σημαντικότερος, διότι αφορά και το κατεξοχήν ουσιώδες κομμάτι των εγγράφων, δηλαδή τις πληροφορίες σχετικά με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, σε σχέση με τους συμμάχους τους. Σημαντικά, απ’ αυτή τη σκοπιά, δείχνουν να είναι τα έγγραφα για τη στάση των σκληρά καπιταλιστικών κρατών της Μ. Ανατολής (βλ. Σαουδική Αραβία) απέναντι στο Ιράν, που αναδεικνύονται πολύ πιο επιθετικά από τις ίδιες τις ΗΠΑ, την ενεργητική σε πολλές περιπτώσεις αντίθεση συμφερόντων με την Τουρκία που φτάνει παλιότερα μέχρι την υποστήριξη του PKK (καταρρίπτοντας το μύθο των «τουρκόφιλων αμερικάνων») και τις ανοιχτά προβληματικές σχέσεις σήμερα με την κυβέρνηση Ερντογάν, την αμερικάνικη δυσπιστία απέναντι στον «δικό» τους πρόεδρο στο Αφγανιστάν (που φανερώνει πόσο πιο σύνθετα είναι εκεί τα πράγματα), τη σημασία που αποδίδεται στον «κινέζικο κίνδυνο», την αναβάθμιση της Γαλλίας σε στρατηγικό σύμμαχο στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας από το 2005 (δηλαδή ήδη αρκετά πριν την έλευση του «ατλαντικού» Σαρκοζί, αφήνοντας έτσι έκθετο τον Σιράκ και την αντίθεση του στον πόλεμο του Ιράκ).

Εδώ το προβληματικό στοιχείο των «αποκαλύψεων» βρίσκεται στα ιδεολογικά αποτελέσματα που μπορεί να έχουν, σε διπλό μάλιστα επίπεδο. Αφενός, η συνωμοσιολογία που αφορά την ίδια την εμφάνιση της Wikileaks: ότι από πίσω μπορεί να κρύβονται οι «Κινέζοι» ή κάποιοι μοχθηροί «Εβραίοι» που επιδιώκουν τον παγκόσμιο όλεθρο, ή ακόμα και οι ίδιοι οι Αμερικάνοι. Πρόκειται για σενάρια που ήδη κυκλοφορούν και μας θυμίζουν τα όσα ευφάνταστα ακούγονταν και ακούγονται για την 11η Σεπτεμβρίου. Η επίκληση άλλωστε μιας 11ης Σεπτεμβρίου της διπλωματίας από τον δεξιό ιταλό υπουργό Εξωτερικών δεν μπορεί παρά να επιδεινώνει την ιδεολογική ηγεμόνευση της υπόθεσης προς αυτή την κατεύθυνση. Σε μια τέτοια περίπτωση, το μόνο που θα αρκούσε να απαντήσει κανείς είναι ότι ακόμα και αν έχουν έτσι τα πράγματα, ακόμα και αν οι Κινέζοι ή οι Εβραίοι ή οι Αμερικάνοι (ή και όλοι μαζί!) κρύβονται από πίσω, η δημοσίευση των εγγράφων δεν παύει να αποτελεί ένα εμφανές εμπειρικό γεγονός από μόνο του σημαντικό, όπως αντίστοιχα ακόμα και αν η 11η Σεπτεμβρίου είναι προϊόν συνωμοσίας η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους δεν παύει να αποτελεί από μόνη της ένα συγκλονιστικό εμφανές γεγονός με πολλαπλές εμπειρικές συνέπειες.

Το δεύτερο επίπεδο συνωμοσιολογικής εκμετάλλευσης αφορά το ίδιο το περιεχόμενο των αποκαλύψεων: oι οπαδοί της «ρεαλιστικής» διεθνολογικής σκέψης θα αδράξουν την ευκαιρία και θα δικαιωθούν για τα αδήριτα συμφέροντα που διαμοιράζουν και διαμορφώνουν «γεωπολιτικά» τον πλανήτη. Θα διακρίνουν τις «υπόγειες» συμφωνίες και τις –πάντα υπόγειες– πρακτορικές διαδρομές. Απέναντι σ’ ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε ότι, για όποιον προσεγγίζει από μια στοιχειώδη δομική σκοπιά τη διεθνή πολιτική, η Wikileaks δεν μας αποκαλύπτει κανένα άγνωστο και συγκλονιστικό «σχέδιο» για την πορεία του κόσμου, παρά επίσημες πηγές τεκμηρίωσης: ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας πέρασαν κατά τη δεύτερη θητεία Μπους από πολύ δύσκολη φάση ή ότι ορισμένα κράτη στη Μέση Ανατολή όπως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία ασκούν έναν ανεξέλεγκτο (μικρο)ιμπεριαλισμό δεν αποτελούν «αποκαλύψεις», αλλά επιβεβαιώσεις ήδη δεδομένων τάσεων, των οποίων η εξήγηση πάει πολύ πέραν της «αποκάλυψής» τους. Ως εκ τούτου, η επίκληση της 11ης Σεπτεμβρίου θα θύμιζε τις «ασύμμετρες απειλές» του Πολύδωρα για τις πυρκαγιές: μια επίκληση για να κρύψεις τη δική σου γύμνια.

Για την Αριστερά, επομένως, αλλού θα έπρεπε να βρίσκεται η σημασία της υπόθεσης αυτής. Πιστεύουμε ότι σχετίζεται με τη δυναμική της ελεύθερης και ανεξέλεγκτης διακίνηση της δημόσιας πληροφορίας, ως μεθόδου βραχυκύκλωσης των κυκλωμάτων της εξουσίας. Η αμηχανία της Χίλαρυ Κλίντον απέναντι στο συμβάν και το γεγονός ότι οι ευρωπαίοι γραφειοκράτες έσπευσαν να εκδηλώσουν τον προβληματισμό τους, δεν μπορεί παρά να συνιστά ένα τοπικό αλλά σημαντικό πλήγμα στην καρδιά αυτού το οποίο συνιστά το «μυστικό» της κρατικής εξουσίας, που θεμελιακά στηρίζεται περισσότερο σ’ έναν «μυστικισμό» παρά σε μια «πραγματική» κατοχή πληροφορίας (όπως είπαμε, η Wikileaks δεν μας λέει περίπου τίποτα που να μη γνωρίζουμε ήδη, αλλά βλέπουμε ότι το ζήτημα δεν βρίσκεται εκεί).

Η διάχυση πληροφορίας στο Διαδίκτυο έχει αποτελέσει σημαντικό παράγοντα οργάνωσης και συντονισμού των κοινωνικών κινημάτων ήδη από το 1999 και τις διαδηλώσεις στο Σιάτλ. Απέναντι στις εντεινόμενες προσπάθειες καταστολής της (όπως είναι ο αυταρχικός νόμος Χαντοπί στη Γαλλία και άλλες αντίστοιχες νομοθεσίες καταπολέμησης του ελεύθερου λογισμικού), η εμφάνιση της Wikileaks συγκροτεί μια σημαντική αντίρροπη τάση, οι συνέπειες της οποίας μπορεί να πηγαίνουν πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι φανταζόμαστε και να φτάνουν μέχρι το ελληνικό χρέος. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στο όχι και τόσο προβεβλημένο αίτημα για το «άνοιγμα των βιβλίων», ώστε να ενημερωθεί επιτέλους η κοινωνία σε ποιους «χρωστάει». Για μια κυβέρνηση που τόσο κόπτεται για την προώθηση της δημόσιας διαφάνειας μέσω ηλεκτρονικών αναρτήσεων, μοιάζει πραγματικά παράδοξο γιατί θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση στα κιτάπια του δημόσιου χρέους μόνο οι «ειδικοί» του ΟΔΔΗΧ, και κυρίως οι κ.κ. Χριστοδούλου και Παπακωνσταντίνου, και γιατί θα έπρεπε να χρειαζόμαστε μια ελληνική Wikileaks ώστε να αποκατασταθεί η περίφημη διαφάνεια.

 

Ο Μιχάλης Σκομβούλης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Paris 1.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s