Η «κρίση στον Τύπο» και ο πειραματικός σωλήνας των ελληνικών ΜΜΕ

Standard

του Γιώργου Καράμπελα

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Γονατιστή Καρυάτιδα, που κάθεται στις φτέρνες της», π. 1911-1913

Με το πέρας του καλοκαιριού, η αναμενόμενη ως μοιραία εισβολή της «εποχής του Μνημονίου» σε όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας άρχισε να υλοποιείται δραστικά και στον χώρο των ΜΜΕ. Τα ελληνικά ΜΜΕ, που την τελευταία εικοσαετία αποδείχθηκαν προπύργιο της διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στη χώρα, και ταυτόχρονα βασικός πυλώνας της καταναλωτικής, ιδιωτεύουσας κουλτούρας που σφράγισε τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας», μετατρέπονται σήμερα σε πεδίο «πυρηνικών δοκιμών» ενόψει της γενικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που επιχειρείται με όχημα τον «μηχανισμό στήριξης» της χώρας και ιδεολογικό προκάλυμμα την αποφυγή του πολυπρόσωπου φαντάσματος της «χρεοκοπίας» (δημοσιονομική χρεοκοπία, χρεοκοπία των ασφαλιστικών ταμείων, χρεοκοπία επιχειρήσεων κ.ο.κ.).

Χρειάζεται να τονίσουμε τον διττό χαρακτήρα αυτού που εννοούμε εδώ ως «πεδίο πυρηνικών δοκιμών», ή ως «πειραματικό σωλήνα», αν προτιμά κανείς την πιο μετριοπαθή διατύπωση του τίτλου: δεν πρόκειται απλώς για επιμέρους εφαρμογή ενός γενικού σχεδίου, αλλά επίσης –και συγχρόνως– για απόπειρα παραγωγής του ίδιου του γενικού σχεδίου μέσα σε έναν επιμέρους τομέα, με τη μέθοδο της δοκιμής και του σφάλματος, και με εκμετάλλευση όλων των εγγενών ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων αυτού του τομέα. Κανείς δεν ήξερε στην πραγματικότητα τι ακριβώς είναι μια ατομική βόμβα, μέχρι που δοκιμάστηκε· και η δοκιμή αυτή ναι μεν βασίστηκε σε μια θεωρία, αλλά, από όλες τις πρακτικές απόψεις, «γέννησε» την ίδια την πυρηνική εποχή στην οποία εντάσσεται με τον πολύ ειδικό τρόπο του ορίου, της απαρχής. Ειρωνικά, έχουμε να κάνουμε εδώ με την αμφισημία εκείνη που διατύπωσε με φιλοσοφικούς όρους η καντιανή θεωρία της κρίσης: μια κρίση μπορεί να είναι προσδιοριστική, να εφαρμόζει τον γενικό νόμο σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μπορεί να είναι και αναστοχαστική, να παράγει τον γενικό νόμο από μια ιδιαίτερη περίπτωση. Σε μεγάλο βαθμό, η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει αυτήν ακριβώς την καντιανή δομή: παράγεται από και παράγει το κεφάλαιο, σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης (της σχέσης-κεφάλαιο) που γι’ άλλους εκδηλώνεται ως επίθεση και όλεθρος και γι’ άλλους ως «ευκαιρία»… Συνέχεια ανάγνωσης

Η Μάρτα Χάρνεκερ στην Ελλάδα

Standard

 

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγική ομιλία του Ν. Θεοτοκά στη διάλεξη της Μάρτα Χάρνεκερ με θέμα «Οι προκλήσεις της Αριστεράς τον 21ο αιώνα: Η περίπτωση της Λατινικής Αμερικής» (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 9.12.2010), που οργάνωσαν το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», η Αυτόνομη κίνηση Μεταπτυχιακών «Manifesto» και το  δίκτυο transform!europe, με την υποστήριξη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου. Σχετικά, βλ. και  τη συνέντευξη της Μ. Χάρνεκερ, που δημοσιεύεται σήμερα, σε άλλη σελίδα του κυριακάτικου φύλλου.

του Νικου Θεοτοκα

 

 

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Ευχαριστώ θερμά, εκ μέρους του Τμήματος και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου, για την παρουσία σας εδώ σήμερα. Επιτρέψτε μου να πω δυο αμήχανα λόγια για την ομιλήτρια, που η παρουσία της είναι τιμή και έμπνευση για το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ομολογώ ότι βλέποντάς την ανάμεσά μας, ακαταπόνητη και μαχητική, εκπληρώνεται μια ανομολόγητη επιθυμία: ν’ αντικρίσω τη μορφή της πολύτιμης δασκάλας που δεν συναντήθηκε ποτέ με την ευγνωμοσύνη των ανώνυμων μαθητών της. Συγνώμη για τον ανεπίτρεπτο, σε τέτοιες εκδηλώσεις, προσωπικό τόνο. Διακρίνω εδώ στο ακροατήριο αρκετές και αρκετούς τέτοιους μαθητές.

***

Η Μάρτα Χάρνεκερ είναι μια σημαντική διανοούμενη της Ευρώπης και του τόπου της. Ή, καλύτερα, των τόπων της. Των τόπων της Νότιας Αμερικής όπου, πριν διακόσια χρόνια, απλώθηκε η δυναμική των επαναστάσεων. Μια δυναμική η οποία, παράγοντας πρωτόγνωρες πυκνώσεις και επιταχύνσεις, απλώθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο: Από τις Ενωμένες Επαρχίες της Νοτίου Αμερικής ως την Ιβηρική και τα Βαλκάνια. Αυτό το ρεύμα για την ισότητα, την ελευθερία, την κοινή ευτυχία –για να θυμηθούμε τον Σαιν Ζυστ– και την ανεξαρτησία έκανε τον Τζέρεμυ Μπένθαμ να γράφει, το 1821, στον Σιμόν Μπολίβαρ πως οι πιο πιστοί σύμμαχοί του είναι η ελευθερωμένη Αϊτή και η επαναστατημένη Ελλάδα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Κλωντ Λεφόρ (1924-2010), στοχαστής της Αριστεράς και της δημοκρατίας

Standard

 

του Μιχάλη Πάγκαλου

Ο Κλωντ Λεφόρ, που πέθανε στις 3 Οκτωβρίου, είναι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές της Αριστεράς και της δημοκρατίας του 20ού αιώνα. Μαρξιστής στη νεότητά του, τροτσκιστής στη συνέχεια, συνιδρυτής με τον Κορνήλιο Καστοριάδη της ομάδας (και του περιοδικού) «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», θα απομακρυνθεί οριστικά από τον τροτσκισμό μέσα από τη σκληρή κριτική στον σταλινισμό και την ΕΣΣΔ, αλλά και μετά τη γνωριμία του με το έργο του Σολτζενίτσιν. Έκτοτε,  αφιερώθηκε στη φιλοσοφική μελέτη και ανάλυση των πιο κρίσιμων ερωτημάτων και  διλημμάτων της εποχής μας. Μελέτησε βαθιά τους πολιτικούς στοχαστές της νεωτερικότητας, από τον Μακιαβέλι και τον Τοκβίλ ως τον Καντόροβιτς και τη Χάννα Άρεντ. Δίδαξε πολιτική φιλοσοφία στην École des hautes Études en Sciences Sociales.

Με όλη του τη ζωή και το έργο  ο Λεφόρ υπερασπίστηκε την ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά συγχρόνως και τη θέση ότι η δημοκρατία χρειάζεται την κίνηση και τα κινήματα, τη συζήτηση και την «επινόηση» και ότι η ανάδυση νέων μορφών δημοκρατικής πολιτικής και νέων δημοκρατικών σημασιών (μιας νέας, παραδείγματος χάριν, νοηματοδότησης της έννοιας των δικαιωμάτων και ενός αγώνα για αυτά σε ολόκληρο τον κόσμο)  αποτελεί ουσιώδες μέρος της πάντα ανοιχτής αυτής δημοκρατικής συζήτησης. Από το πλούσιο έργο του, στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία: Τι είναι η γραφειοκρατία, μετ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη 1995 και Η προλεταριακή εμπειρία, μετ. Ιάσωνας Βελλής, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2008.

Ακολουθούν εκτενή αποσπάσματα από τα κείμενα της Isabelle Garo  (συνδιευθύντριας του περιοδικού Contretemps και του σεμιναρίου «Ο Μαρξ στον 21ο αιώνα), του Philippe Reynod (Παν. Paris 2-Panthéon-Assas) και του Michaël Foessel (Παν. της Βουργουνδίας), που δημοσιεύθηκαν στην εφ. Le Monde στις 9.10.2010.

 

Από τη δημοκρατία στα ανθρώπινα δικαιώματα, μέσω του ολοκληρωτισμού

Standard

του Φιλίπ Ρεϋνώ

μετάφραση: Μιχάλης Πάγκαλος

Ο Κλωντ Λεφόρ κατελάμβανε μια μοναδική θέση στη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία, την οποία δεν μπορούμε να κατανοήσουμε αν παραβλέψουμε την πρωτοτυπία της πολιτικής του διαδρομής. Υπήρξε ένας από τους λιγοστούς γάλλους φιλοσόφους που έκαναν την πολιτική το κεντρικό θέμα του φιλοσοφικού τους έργου, χωρίς ωστόσο να αποδεχτεί την αγωνιστική έννοια της φιλοσοφίας που θριάμβευσε τη δεκαετία του ’70. Υπήρξε επίσης, και προπαντός, ένας από τους ελαχιστότατους Γάλλους διανοούμενους που παρέμειναν πιστοί στην Αριστερά, χωρίς ποτέ να εκφράσουν την παραμικρή συμπάθεια για τη ρητορική του «προοδευτισμού» που άλωσε τη Γαλλία μεταπολεμικά.

Ο Κλωντ Λεφόρ υπήρξε, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ένας από τους ιδρυτές της ομάδας «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» που γεννήθηκε από μια διάσπαση του γαλλικού τροτσκιστικού κινήματος. Παρόλο που η ομάδα αυτή ήθελε να είναι επαναστατική, δεν έπεσε ποτέ θύμα της αγαπημένης αυταπάτης των αριστερισμών της δεκαετίας του ’70, σύμφωνα με την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα θα γινόταν ένα «ρεφορμιστικό κόμμα» και θα έπρεπε να του υπενθυμίσουμε τα καθήκοντά του ωθώντας το να πραγματοποιήσει, παρά τη θέλησή του, μια επανάσταση την οποία θα είχε προδώσει. Ο Καστοριάδης και οι φίλοι του διέρρηξαν τις σχέσεις τους με την τροτσκιστική ορθοδοξία διότι έβλεπαν στην ΕΣΣΔ ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς που δεν έμοιαζε πλέον σε τίποτε με το «κράτος των εργατών» και που δεν τύγχανε της υπεράσπισης των κομμουνιστικών κομμάτων παρά στο βαθμό που αυτά τα ίδια απέβλεπαν στο να εγκαθιδρύσουν πανομοιότυπα καθεστώτα. Ο Καστοριάδης κατάλαβε αμέσως ότι η αναγνώριση του ολοκληρωτικού χαρακτήρα της ΕΣΣΔ συνεπαγόταν αναγκαστικά την εγκατάλειψη της ολότητας του μαρξισμού, αλλά κατεύθυνε τη σκέψη του σε έναν επανακαθορισμό του επαναστατικού σχεδίου που ο Λεφόρ, από τη μεριά του, εγκατέλειψε για να γίνει ο φιλόσοφος της δημοκρατίας, την οποία προσπάθησε να σκεφτεί μέσα στη ριζική της καινοφάνεια και χωρίς να οπισθοχωρεί απέναντι στο ερώτημα της σχέσης της με τις ολοκληρωτικές εμπειρίες του 20ού αιώνα.

Από αυτή την άποψη, αν θέλουμε να αποκτήσουμε μια ιδέα της πολιτικής του Λεφόρ, πρέπει να διαβάσουμε κατά προτεραιότητα, εκτός από το L’Invention démocratique (Η δημοκρατική ανακάλυψη, 1981) και την επιβλητική συλλογή άρθρων Le Temps présent, (Ο παρών καιρός, 2007) όπου συγκεντρώνονται τα πολιτικά γραπτά του που δημοσιεύτηκαν από το 1945 ώς το 2005. Θαυμάζουμε στο βιβλίο τη σιγουριά της ματιάς που τον έκανε να αποφύγει τα περισσότερα από τα λάθη στα οποία υπέπεσαν οι επιφανέστεροι από τους συγχρόνους του. Οξύς κριτικός του «προοδευτικού» Σαρτρ, που δημοσίευσε το 1952 στο περιοδικό Les Temps modernes το άρθρο «Οι κομμουνιστές και η ειρήνη», ο Λεφόρ υπήρξε ένας από τους καλύτερους αναλυτές της ουγγρικής εξέγερσης του 1956 που ήταν, πράγματι, η μόνη επαναστατική εμπειρία την οποία υποστήριξε αληθινά. Στρατευμένος υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, δεν είχε ποτέ αυταπάτες για το FLN [Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίας], ενώ κατάλαβε από πολύ νωρίς το ρόλο που θα έπαιζε ο Ντε Γκωλ στη λήξη του πολέμου της Αλγερίας και στον εκσυγχρονισμό της γαλλικής κοινωνίας. Στήριξε τον Μάη του 1968 χωρίς να τρέφει όμως ψευδαισθήσεις για τις αρετές των αριστερίστικων μικρο-γραφειοκρατιών και ήταν ένας από τους πρώτους που κατάλαβαν τη σημασία του αγώνα των σοβιετικών αντιφρονούντων και το έργο του Σολζενίτσιν. Τις παραμονές της ανόδου του Φρανσουά Μιττεράν στην εξουσία, ο Λεφόρ ανέλυε διεισδυτικά την επιρροή που είχαν στην ενότητα της Αριστεράς οι αυταπάτες του προοδευτικού φιλοκομμουνισμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Για μια διαφορετική εμπειρία της πολιτικής

Standard

του Μικαέλ Φεσέλ

 

Δεν πιστεύουμε πλέον ότι η πολιτική εμπειρία είναι δυνατή. Λυτρωμένοι από τα πάντα, και πρωτίστως από τις αυταπάτες, δυσπιστούμε απέναντι στα συλλογικά σχέδια και στα συλλογικά αισθήματα: υπερβολικά ρομαντικά, ασύμβατα με τη μετριοπαθή διαύγεια του 21ου αι., ενίοτε εγκληματικά.

Το έργο και το ύφος του Κλωντ Λεφόρ ορθώνονται ενάντια σε αυτή την έλλειψη πίστης που τις περισσότερες φορές τρέπεται σε κυνισμό. Η αντιολοκληρωτική σκέψη έχει συχνά κατηγορηθεί ως υπεύθυνη για τον θρίαμβο του εμπορικού ρεαλισμού. Δεν υπάρχει χειρότερη διαστρέβλωση. Πρώτον διότι ο αντιολοκληρωτισμός δεν συγκροτεί σύστημα: δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στον βεβιασμένο μοραλισμό των νέων φιλοσόφων και σε αυτόν τον υπομονετικό γεωμέτρη του πολιτικού που ήταν ο Κλωντ Λεφόρ. Έπειτα, επειδή συγχέουμε την πολιτική εμπειρία με την επανάσταση, και την επανάσταση με τον ενωτικό ξεσηκωμό των μαζών. Το πρώτο, λοιπόν, δίδαγμα του Λεφόρ είναι ότι η επανάσταση έχει πραγματοποιηθεί, ότι είναι δημοκρατική και ότι  προεκτείνεται σήμερα, παρά τις απόπειρες να αποδυναμωθούν τα αποτελέσματά της.

Σε μια δημοκρατία, ούτε ο διανοούμενος ούτε ο  ειδικός κατέχουν τα μυστικά της κοινωνίας: είναι μια επίπονη κατάσταση για αυτούς που ισχυρίζονται ότι καθοδηγούν το πραγματικό από τη θέση των βεβαιοτήτων τους.

Υπάρχουν λοιπόν ακόμη πολιτικές εμπειρίες, αλλά δεν ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα ούτε σε ορισμένους τόπους ούτε σε ορισμένους δρώντες.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι συμβολές και τα όρια ενός μείζονος στοχαστή

Standard

της  Ιζαμπέλ Γκαρό

μετάφραση: Μιχάλης Πάγκαλος

Ο Κλωντ Λεφόρ τη δεκαετία του 1970

Τοποθετημένη μεταξύ του Ψυχρού Πολέμου και της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, η θεωρητική διαδρομή του Κλωντ Λεφόρ υιοθετεί και, συγχρόνως, συμβάλλει στην αποτύπωση της πορείας μιας ήττας, ήτοι της ήττας της αριστεράς του κοινωνικού μετασχηματισμού. Αν, ωστόσο, τρέψουμε αυτή τη διαπίστωση σε ανοιχτό ερώτημα, ερώτημα επίσης θεμελιωδώς «ακαθόριστο», τότε μας οδηγεί στο να θέσουμε το πιο επίκαιρο από όλα τα ζητήματα: πώς να οικοδομήσουμε και ταυτόχρονα να επανακαθορίσουμε μια αλτερνατίβα σε αυτόν τον καπιταλισμό της κρίσης και των καταστροφικών σπασμών; Διότι, ενώπιον της κρίσης και του ίδιου του αντιολοκληρωτικού λόγου, που θριάμβευσε σε βαθμό που να χάσει το αντικείμενο και ταυτόχρονα τον αντίπαλό του, μπορεί και πρέπει να τεθεί ξανά υπό ερώτηση τόσο η κρίση μιας σοσιαλδημοκρατίας που προσηλυτίστηκε στο φιλελευθερισμό, όσο και η συναφής κρίση όλης της Αριστεράς.

Ο Κλωντ Λεφόρ, από τη μεριά του, είχε καταγγείλει πίσω από την «άγρια δυναμική» του καπιταλισμού τον κίνδυνο ενός οικονομισμού που θα καταργεί την πολιτική. Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, διότι τις παλαιές δημοκρατικές υποσχέσεις τις διαδέχτηκε ο ρατσισμός του κράτους, οι πολιτικές της καταστολής και η στρατιωτικοποίηση του κόσμου στην προοπτική της απορρόφησης της έκρηξης των ανισοτήτων. Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα; Το ερώτημα τίθεται εκ νέου, εν μέρει εξαιτίας αυτών που, όπως ο Κλωντ Λεφόρ, πήραν το ρίσκο να ομολογήσουν τους «ευτυχείς» αρραβώνες καπιταλισμού και δημοκρατίας.

 


Τι είναι η οικολογική δημοκρατία

Standard

του Τάκη Νικολόπουλου

Ποια σχέση μπορεί να έχει το οικολογικό πρόβλημα (παρά την αυξανόμενη  τελευταία, αλλά μειοψηφική εντούτοις, αμφισβήτησή του, είτε από ευρωπαίους σκεπτικιστές επιστήμονες είτε –στο πλαίσιο της γενικότερης κατά το περιοδικό  Nature απαξιωμένης  επιστήμης («science scorned»)[1]— από  συντηρητικούς αμερικανούς «εμπόρους της αμφιβολίας»)[2] με την κριτική που υφίσταται εδώ και αρκετά χρόνια, από δεξιά και αριστερά, η δημοκρατία  στην αντιπροσωπευτική της εκδοχή (και η οποία συνοδεύεται και με άλλα «κοσμητικά» επίθετα: συναλλακτική, επαγγελματική, τηλεδημοκρατία κ.ά); Μήπως η λύση ή βελτίωση του οικολογικού προβλήματος, που είναι εν τέλει πολιτικό πρόβλημα,  είναι άμεσα συναρτημένη με μια αλλαγή  του μοντέλου της πολιτικής δημοκρατίας,  ούτως ώστε να μιλάμε, όπως πριν μερικά χρόνια, εκπλήσσοντάς μας θετικά, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας,  για οικολογική δημοκρατία; Και εάν ναι, σε ποιο βαθμό και σε ποιο επίπεδο, Τοπικό; Εθνικό; Παγκόσμιο;.  Τρεις θεωρήσεις καταγράφονται:

Α. Μια πρώτη θεώρηση της οικολογικής  δημοκρατίας έχει περιβαλλοντικό χαρακτήρα και ταυτίζεται  αφενός με αυτό που ο αείμνηστος καθηγητής  Γ.  Παπαδημητρίου  πρώτος είχε ονομάσει «περιβαλλοντικό  σύνταγμα» (άρθρο 24  Σ),  και αφετέρου,  περιεχομενικά,  ιδεολογικά  και στρατηγικά, με την αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη έννοια της  βιώσιμης  ή αειφόρου –οι όροι μάλλον δεν ταυτίζονται– ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, εδώ  η οικολογική δημοκρατία  εμπεριέχεται στο (και υλοποιείται από το) κράτος, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, την οικονομική μεγέθυνση μέσω της λεγόμενης (κλασικής) περιβαλλοντικής οικονομίας (Hotelling, Pigou) ή αργότερα οικολογία της αγοράς (κανόνες, οικονομικά εργαλεία της αγοράς)  και πράσινη ανάπτυξη, στην τεχνο-επιστήμη. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού συντάγματος  και της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης (βλ. παρακάτω) το κράτος αυτής της δημοκρατίας παρεμβαίνει σε επείγουσες οικολογικές καταστάσεις, όπως άλλωστε και σε χρηματοπιστωτικές, για να σώσει τις υποτιθέμενες αυτορρυθμιζόμενες αγορές (φυσικών πόρων).

Συνέχεια ανάγνωσης