Ο κόσμος χάλασε!

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

«Δε χάλασε ο κόσμος, αν δεν προλάβουμε να έχουμε κι αυτό το θέμα την Κυριακή»: μια από τις πιο συνηθισμένες μου αποστροφές, στις συνεδριάσεις της συντακτικής των «Ενθεμάτων», όταν, κάθε βδομάδα, τα νεότερα και δραστηριότερα μέλη της ομάδας κατεβάζουν κρουνούς ιδεών και προτάσεων για την ύλη του φύλλου. Τρίτη βράδυ, κι ενώ με έξαψη συζητάμε τι και πώς θα μπορέσουμε να γράψουμε για την ισοπέδωση των εργασιακών δικαιωμάτων, την πανεργατική απεργία της Τετάρτης, τη λαίλαπα απολύσεων στον Τύπο και αλλού, η φράση «Δε χάλασε ο κόσμος αν δεν έχουμε κάτι σχετικό», μόλις αρχίζει να σχηματίζεται, καταστέλλεται εν τη γενέσει της, καθώς και οι τέσσερις, με μια φωνή λέμε: «Ναι, ο κόσμος χάλασε!». Και άρκεσε μια γρήγορη ματιά στο νόμο που ψηφίστηκε την Τρίτη με υπερκατεπείγουσες διαδικασίες για να καταλάβουμε το γιατί.

Οι βασικές διατάξεις του νόμου μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο (αντιγράφω από το άρθρο του Ανδρέα Πετρόπουλου, στην κυριακάτικη Αυγή, 12.12.10): κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων,  ριζική περικοπή μισθών, ελεύθερες απολύσεις. Κι ακόμα, στα ειδικότερα, διευρύνεται και θεσμοποιείται η δυνατότητα  του εργοδότη να εφαρμόζει την τριήμερη ή τετραήμερη απασχόληση,  όπως και την εκ περιτροπής απασχόληση (μέχρι 9 μήνες), τη «δοκιμαστική εργασία» (μέχρι ένα χρόνο) ή την ενοικίαση εργαζομένων (μέχρι και τρία χρόνια), ενώ καταργείται ουσιαστικά η διαιτησία, και ανοίγει ο δρόμος για απολύσεις και μειώσεις μισθών χωρίς όριο.

(Πράγματα, όλα αυτά, πρωτοφανή και αδιανόητα μόλις λίγους μήνες πριν. Βέβαια, είναι τόσα και τόσο καταιγιστικά τα όσα συμβαίνουν καθημερινά, που έχουμε χάσει το λογαριασμό. Ποιος  θα μπορούσε, λ.χ., να φανταστεί ότι τα ΜΑΤ θα ξυλοκοπούσαν άγρια έξω από τα δικαστήρια τον γραμματέα της νεολαίας κοινοβουλευτικού κόμματος; Ότι θα τον έστελναν αναίσθητο στο νοσοκομείο; Ότι στη συνέχεια, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη –με υπουργό τον στυλοβάτη του αριστεροπασοκισμού Χρ. Παπουτσή– θα απαξιούσε να βγάλει έστω μια ανακοίνωση ή να εκφράσει τύποις τη «λύπη» του;).

Επανέρχομαι.»Ενοικίαση εργαζομένων», «δοκιμαστική εργασία» κ.ο.κ. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα σημάνουν όλα αυτά στην πράξη, σε ποιες εργασιακές και κοινωνικές πραγματικότητες θα αντιστοιχηθούν τούτες οι νέες λέξεις. Πρόκειται πάντως, και αυτό είναι το σοβαρό, για κάτι πολύ μονιμότερο και βαθύτερο από την επιδείνωση των όρων ζωής και εργασίας, την ελάττωση των χρημάτων, την επερχόμενη οικονομική, κοινωνική και ψυχολογική καταρράκωση — που ήδη από μόνα τους είναι πολύ σοβαρά. Πρόκειται για την κατεδάφιση ενός ολόκληρου συστήματος, μιας πραγματικότητας, ενός τρόπου θέσμισης της κοινωνίας που χτίστηκε λιθαράκι-λιθαράκι εδώ και ενάμιση αιώνα. Όπως το εξηγούσε ωραία ο Αντώνης Λιάκος (Το Βήμα,12.12.2010):

Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον αντιδικτατορικό αγώνα στους ορίζοντες της Αριστεράς του 21ου αιώνα

Standard

συνέντευξη του Θανάση Αθανασίου

Ο Θανάσης Αθανασίου δεν χρειάζεται ασφαλώς ιδιαίτερες συστάσεις για τους αναγνώστες της «Αυγής». Γνωστός και αγαπητός από την πολύχρονη αγωνιστική του δράση, τα βιβλία και την αρθρογραφία του, το μεταφραστικό του έργο, τη δημόσια παρουσία του στον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς, που με πάθος, νηφαλιότητα και συνέπεια υπηρέτησε για χρόνια. Στα τέλη Νοεμβρίου είχαμε τη χαρά να πάρουμε στα χέρια δύο βιβλία του: Πρώτον, τον Δρόμο που περπάτησα (πρόλογος: Χρόνης Μίσσιος, συνέκδοση των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και του Βιβλιοράματος), μια γλαφυρή μαρτυρία που ξεκινάει από την παιδική ηλικία του συγγραφέα στην Αλόννησο και καταλήγει στη μεταπολίτευση, επικεντρωνόμενη στα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα.  Δεύτερον, τον τόμο Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα. Πολιτικά σύμμεικτα (πρόλογος: Στέφανος Στεφάνου, εκδ. Επίκεντρο), μια συναγωγή πολιτικών δοκιμίων, ένα «πανόραμα και μάχη ιδεών, για την κρίση της Αριστεράς, την περιπέτεια του εκσυγχρονισμού της, την πολιτική πρακτική της, τα ελλείμματα της θεωρίας, σ’ έναν καμβά αγωνίας για ανίχνευση νέων δρόμων τον 21ο αιώνα», όπως λέει ο ίδιος. Τα δύο βιβλία παρουσιάστηκαν στην κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, στις 30 Νοεμβρίου 2010, από τον Παύλο Κλαυδιανό, τον Φώτη Κουβέλη, τον Στέφανο Στεφάνου και τον Γιώργο Τσιάκαλο, με συντονιστή τον Νικηφόρο Σταματάκη· παρουσιάστηκαν από κοινού, καθώς, όπως τόνισαν οι ομιλητές, παρά τις διαφορές τους, υπάρχει ένα κοινό νήμα που τα συνδέει στενά. Με την αφορμή αυτή, και εκκινώντας από το κοινό αυτό, αξιακό και πολιτικό νήμα, μιλήσαμε με τον Θανάση Αθανασίου, για τις μνήμες του χθες και τις αναζητήσεις του σήμερα, με το βλέμμα στο αύριο, την Αριστερά του 21ιου αιώνα.

Στρ. Μπ.

 

Τα δύο βιβλία, παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικό αφηγηματικό είδος το καθένα, έχουν ένα κοινό υπόστρωμα, πολλά σημεία επαφής. Μίλησέ μας γι’ αυτό το κοινό νήμα που συνδέει τα δύο βιβλία.

Ανρί Ματίς, "Μικρός χορευτής σε κόκκινο φόντο", 1938

Τα δύο πονήματα είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Το κοινό υπόστρωμα δεν είναι άλλο από τον αγώνα, την αντίσταση, με φυσική και πνευματική συμμετοχή, με την καρδιά και το μυαλό,  κόντρα στη λογική της συμμόρφωσης και της υποταγής σε μια πολιτική πραγματικότητα βαρβαρότητας και αθλιότητας.

Είναι, ταυτόχρονα, προσπάθεια να ανιχνεύσω εναλλακτικές διαδρομές για την  Αριστερά, μια Αριστερά  που μας πληγώνει και μας καταθλίβει, ανεξάρτητα, πιστεύω, από κομματική ή μη ένταξη: Ανεπάρκεια, αδυναμία εντοπισμού και ανάδειξης των τραγικών παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας, απουσία έμπνευσης και, κυρίως, εναλλακτικών προτάσεων και ενός άλλου στρατηγικού σχεδίου για την ελληνική κοινωνία τού σήμερα.  Όταν οι εναλλακτικές προτάσεις, η έμπνευση και το όραμα  απουσιάζουν, τότε η Αριστερά συρρικνώνεται απελπιστικά και αυτοπεριθωριοποιείται. Στο Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα αποτυπώνονται, διαχρονικά, σκέψεις και αγωνία για την πολιτική, τα κόμματα, την Αριστερά, από τη μεταπολίτευση μέχρι πρόσφατα.

 

Η μαρτυρία, με τον εύγλωττο τίτλο Ο Δρόμος που περπάτησα, μας μιλάει για την προσωπική σου ιστορία, που παράλληλα  είναι η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς που πάλεψε με αξιοπρέπεια, ιδανικά και οράματα. Ποιος είναι αυτός ο Δρόμος, ποια είναι τα στοιχεία που έκαναν  αυτή τη γενιά ξεχωριστή;

Με «όχημα» και «σκηνικό» προσωπικές διαδρομές και επιλογές, δράσεις και περιστατικά, το σημαινόμενο είναι πως ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται, αποκτά ταυτότητα και ουσία μέσα από οράματα, αξίες, συλλογικότητα, από τον ανιδιοτελή αγώνα για το κοινό καλό. Αυτό είναι το νόημα: η αντιστασιακή στάση ζωής ακόμη και όταν ο δρόμος αυτός έχει αγκάθια, ατραπούς και ματαιώσεις.  Αυτός, λοιπόν,  είναι ο δρόμος και αυτόν ακολούθησε, σε μεγάλο βαθμό, η γενιά μου, μια γενιά που δεν ξέρω αν είναι, πράγματι, ξεχωριστή, αλλά, βέβαιο είναι, ότι έζησε σε εποχές ξεχωριστές. Σε εποχές με ατραπούς και ανήφορους, αλλά δημιουργικές, αγωνιστικές, αισιόδοξες, εποχές ανάτασης. Ελπίζω οι νεότερες γενιές να μπορέσουν να βγουν νικητές απ’ τα σκοτάδια, από το νέο Μεσαίωνα και τα αδιέξοδα στα οποία ο άπληστος καπιταλισμός-καζίνο τους ετοιμάζει για να ζήσουν. Όσοι προσεγγίζουν τη σημερινή νεολαία με αλαζονεία και «αφ’ υψηλού» είναι οι ίδιοι «μικροί» και ανιστόρητοι!  Η νεολαία, σε κάθε περίπτωση, είναι πάντα το πιο υγιές τμήμα της κοινωνίας, είναι το σήμερα και το αύριο. Χρειάζεται, όμως, ταγούς, πρότυπα, δημιουργικούς εναλλακτικούς δρόμους που, δυστυχώς, δεν φαίνονται, ακόμη, στον ορίζοντα…

 

Το άλλο βιβλίο, Για μια Αριστερά του 21ου αιώνα, αποτελεί επίσης αποτύπωση μιας μακροχρόνιας διαδρομής στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, από τα χρόνια της Χούντας μέχρι σήμερα. Ποια νομίζεις ότι είναι τα βασικά επιτεύγματα  και οι βασικές αδυναμίες της Ανανεωτικής Αριστεράς όλα αυτά τα χρόνια;

Μεγάλο το «κεφάλαιο» αυτό που θέτει το ερώτημά σου, για να απαντηθεί σε λίγες λέξεις. Πρέπει κανείς να διατρέξει τα σχετικά μέρη του βιβλίου για να αντιληφθεί πληρέστερα τι ακριβώς έχει συμβεί με τη διαδρομή της Ανανεωτικής Αριστεράς. Ωστόσο, θα έλεγα ότι, θεωρητικά, η Ανανεωτική Αριστερά συνιστά την απόπειρα για την καθολική αναπροσαρμογή του αριστερού κινήματος στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες του καπιταλισμού, για πλήρη αποκοπή από την τριτοδιεθνιστική παράδοση και τον λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό» σε κάθε εκδοχή του, για την υιοθέτηση του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό με ενσωμάτωση της έννοιας της δημοκρατίας ως αυταξίας και, εν τέλει, συνιστά μια απόπειρα για ένα άλλο πολιτικό πολιτισμό. Ωστόσο, τις θεμελιώδεις αυτές επιλογές δεν τις υπηρέτησε πάντα με συνέπεια, ούτε τις γονιμοποίησε πολιτικά αποτελεσματικά. Η αυτονομία του χώρου τραυματίστηκε, πολλές φορές, η Ανανεωτική Αριστερά, ετεροκαθορίστηκε, άλλες φορές λειτούργησε φοβικά και κυρίως δεν εμβάθυνε στις τρομακτικές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας αλλά παρέμεινε, εν πολλοίς, σε ένα λόγο ασαφή, γενικόλογο, ατεκμηρίωτο και καταγγελτικό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον ραδιοφωνικό Μεσοπόλεμο στις μέρες του Wikileaks

Standard

Πλοπ! Η διαρροή της αθωότητας

του Στάθη Στασινού

Φωτογραφία του Izis, Παρίσι 1950

Το ραδιόφωνο είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το δέος του «κουτιού που μιλάει» ήταν αυτό που οδήγησε δεκάδες ακροατές να πιστέψουν πως η ραδιοφωνική αναπαράσταση του πολέμου των κόσμων από τον Όρσον Γουέλς ήταν μια πραγματική εισβολή Αρειανών. Αλλά η αξιοπιστία του ραδιοφώνου δεν αναπτύχθηκε υπό κενό. Ο Μεσοπόλεμος ήταν μια εποχή έντονων διεργασιών και αμφισβήτησης. Οι εφημερίδες είχαν χάσει μεγάλο μέρος του κύρους τους στο πρώτο ημίχρονο του πολέμου (1914-1918), αναπαράγοντας την προπαγάνδα της κάθε κυβέρνησης. Το ραδιόφωνο ήταν νέο, άμεσο, εντυπωσιακό και άσπιλο, και κέρδισε τις καρδιές των ανθρώπων. Ειδικά μετά το Κραχ, όταν η ανεργία έκανε το ραδιόφωνο μια φτηνή, λαϊκή διασκέδαση που δεν προϋπέθετε να μπορείς να διαβάζεις.

Εάν ήμασταν όμως λίγο πιο προσεκτικοί, θα παρατηρούσαμε πως τα ραδιόφωνα ήταν μια κεντρικά διευθυνόμενη δραστηριότητα που, τόσο για τυπικούς (μεγάλες και ακριβές εγκαταστάσεις) όσο και για πολιτικούς λόγους, δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο των κυβερνήσεων. Το ραδιόφωνο λοιπόν δεν ήταν ποτέ ελεύθερο από την κυβερνητική προπαγάνδα. Ο Ρούζβελτ και το Τρίτο Ράιχ δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο ένα κουτί που μιλά στον κάθε πολίτη προσωπικά. Και στο δεύτερο ημίχρονο του ευρωπαϊκού πολέμου (1939-1945), το ραδιόφωνο έγινε το πιο ποθητό μέσο ενημέρωσης που έφτανε πέρα από τα σύνορα των εμπολέμων.

Fast Forward. Το ίντερνετ ξεκίνησε την καριέρα του με πολύ καλύτερες περγαμηνές ανεξαρτησίας από το ραδιόφωνο. Η ίδια η αποκεντρωμένη δομή του, καθώς και η δυνατότητα του κάθε κόμβου να είναι πομπός και δέκτης ταυτόχρονα, έδωσαν ελπίδες σε πολλούς θεωρητικούς και απλούς ανθρώπους. Κι έτσι γρήγορα προτάθηκε ως εναλλακτική λύση πληροφόρησης. Η ίδια η εμπλοκή των ανθρώπων με τη διαχείριση της πληροφορίας τού έδωσε μια ακαταμάχητη αίγλη. Ποτέ ξανά δεν θα χρειαζόσουν τη Μπριτάνικα ή τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια για να σου εξηγήσει τον κόσμο, ποτέ ξανά ο κάθε κλόουν που βγαίνει στο γυαλί δεν θα ελέγχει το πώς προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα. Ή έτσι νόμιζαν.

Κανείς πια δεν αμφισβητεί πως το ίντερνετ έχει τα δικά του προβλήματα. Για παράδειγμα, το copy paste δεν κάνει την πληροφορία πιο αξιόπιστη, απλά πιο επίμονη. Κι αυτή η τάση αγελοποίησης είναι που βοήθησε το ΙΟΒΕ να διαδίδει τον γελοίο και ψευδή ισχυρισμό πως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων θα φέρει ανάπτυξη της τάξης του 13,2% του ΑΕΠ. Τα παραδοσιακά μέσα το αναπαρήγαγαν και οι υπόλοιποι απλώς έκαναν copy paste. Τόσο η συχνή αναμετάδοση, όσο και η σχετική έλλειψη επικαιρότητας (τα άρθρα στο ίντερνετ δεν μπαγιατεύουν εύκολα, κάνοντας την αναζήτηση διαχρονική), κάνουν την πληροφορία ακόμα πιο επίμονη. Κι αυτή η επιμονή τη νομιμοποιεί ως επιχείρημα, ανεξάρτητα με το πόσο τσαρλατάνικη είναι.

Η ελευθερία που στάζει. Παρ’ όλα αυτά, το ίντερνετ και οι κοινωνοί του (αριστεροί ή δεξιοί) συνέχιζαν να πιστεύουν πως όλα αυτά τα προβλήματα άξιζαν τον κόπο, διότι τους επέτρεπαν να δρουν πέρα και έξω από τα όρια της κατεστημένης εξουσίας.

Ήταν μια ισχυρή φαντασίωση ελευθερίας, και γι’ αυτό από μόνη της αρκετά επικίνδυνη. Διότι η φαντασίωση της ελευθερίας μπορεί να οδηγήσει και στη διεκδίκησή της, όπως πολύ συχνά μας έδειξε ο εθνικισμός και η χειραφέτηση των μαζών. Και όπως όλες τις ισχυρές ιδέες, τις χρησιμοποίησαν διάφοροι φερέλπιδες επιχειρηματίες αλλάζοντας τον κόσμο (και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους). Πέρα από τα προβλήματά τους, το ebay μας απελευθέρωσε από τα δεσμά της τοπικής αγοράς, το google από τα δεσμά της τοπικής πληροφορίας, το Facebook από τα δεσμά του τοπικού περίγυρου, το Skype από τα δεσμά της τοπικής τηλεφωνίας και τα μπλογκ από τα δεσμά της τοπικής και κεντρικά διευθυνόμενης πληροφόρησης.

Όμως, και συγχωρέστε με για την έλλειψη υπερβολικής αισιοδοξίας, οι άνθρωποι που γνώριζαν τη δομή του ίντερνετ καταλάβαιναν εδώ και χρόνια πως αυτή η ελευθερία ήταν πολύ εύκολο να περιοριστεί. Οι σταλεγάκες όμως (βλ. aimof.blogspot.com/2008/03/jer.html) δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλείς τύποι, γι’ αυτό συνήθιζαν να γκρινιάζουν σαν τους γέρους του μάπετ σόου, τη στιγμή που οι υπερασπιστές ακτιβιστές της ελευθερίας γκρέμιζαν την ιρανική ισλαμική επανάσταση μέσω Twitter. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαϊκισμός: έγκλημα ή διέξοδος;

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη και του Γιάννη Σταυρακάκη

«Όμως μέσα στο κομματικό σύστημα ελλόχευε μία ωρολογιακή βόμβα: O λαϊκισμός»

Γιάννης Λούλης (Ημερησία, 6.11.2010)

 

«Αν ο λαϊκισμός ήταν θρησκεία, η Ελλάδα θα ήταν Πακιστάν»

Στέφανος Κασιμάτης (Η Καθημερινή, 22.9.2010)

 

«Λαϊκισμός: 1. α. Πολιτική φιλοσοφία που υποστηρίζει τα δικαιώματα και την εξουσία του λαού

στην πάλη του ενάντια στην προνομιούχο ελίτ.

β. Το κίνημα που οργανώνεται γύρω από αυτή τη φιλοσοφία. […]»

American Heritage Dictionary

 

Ντέιβιντ Μπουρλιούκ, "Αμερικανοί εργάτες", 1922

Κάτι τρέχει με τον λαϊκισμό. Γιατί τροφοδοτεί άραγε συνεχώς ανησυχητικές διατυπώσεις, όπως οι δύο πρώτες παραπάνω; Φαίνεται πως δε περνά ούτε μέρα που να μην διαβάσουμε κάτι γι’ αυτή την τρομερή αρρώστια της πολιτικής που κατατρώει τη δημοκρατία μας και απειλεί να εκραγεί ως βόμβα στα χέρια του πολιτικού συστήματος που τον ανέθρεψε, οδηγώντας μας όλους στο χάος. Ιδού λοιπόν ο εχθρός: Ο λαϊκισμός! Αυτός υποτίθεται πως φταίει διαχρονικά για όλα τα δεινά μας και σίγουρα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η χώρα.

Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο βεβαίως. Ως γνωστόν, οι πολιτικοί –τόσο της χώρας μας όσο και οι ομόλογοί τους σε πολλές δημοκρατίες της Ευρώπης– δεν χάνουν ευκαιρία να μιλήσουν για τον εγκληματικό λαϊκισμό του αντιπάλου (προσοχή εδώ: πάντα του αντιπάλου), σε αντίθεση με τη δική τους «υπεύθυνη» στάση που συνήθως παραπέμπει σε μια αγιοποιημένη πια έννοια της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης στο πολιτικό κέντρο. Δεν ήταν τυχαίο το δίλημμα προ του οποίου μας έθετε, πριν από λίγο μόνον καιρό και συγκεκριμένα στις ευρωεκλογές του 2009, η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή και το οποίο αξίζει να θυμηθούμε: «Λαϊκισμός ή Υπευθυνότητα». Το εν λόγω δίλημμα αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση αυτής ακριβώς της λογικής. Και η ειρωνεία είναι πως, ακόμα και αν δεν τέθηκε ρητά, προ αυτού του διλήμματος μας έθεσε πολύ πρόσφατα και η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές: «είτε υποκύπτετε (εσείς, ο λαός) στον λαϊκισμό του αντιμνημονιακού μπλοκ, είτε τηρείτε μια υπεύθυνη πατριωτική στάση και ανανεώνετε την εμπιστοσύνη σας στην κυβέρνηση». Αυτό δεν ειπώθηκε με λίγα λόγια;

Δεδομένης της προνομιακής θέσης που κατέχει ο όρος στο λεξιλόγιό μας, πώς οριοθετείται σήμερα το νοηματικό εύρος του «λαϊκισμού»; Στον εγχώριο πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο, ο λαϊκιστής έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό (αν όχι απόλυτα) με τον «δημαγωγό» ή τον «δημοκόπο». Για να το θέσουμε με όσο το δυνατόν απλούστερους όρους, αποδίδεται σε εκείνους τους πολιτικούς (αν και όχι μόνον σε πολιτικούς) που κολακεύουν αφειδώς το λαό, υποσχόμενοι πράγματα τα οποία δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν. Σε εκείνους που καθορίζουν ακόμα και τις μεσοπρόθεσμες πολιτικές τους με βάση τη λογική της εξασφάλισης μερικών ψήφων παραπάνω σε κάποιες επερχόμενες εκλογές (σχετική εδώ και η περιβόητη «παροχολογία», σχεδόν συνώνυμη –όσον αφορά τα εγχώρια– του λαϊκισμού, όπως και η συζήτηση περί «πολιτικού κόστους»). Κανείς φυσικά δεν μπορεί να νομιμοποιεί αυτά τα φαινόμενα. Γιατί, όμως, οι διάφοροι πολιτικοί και δημοσιολόγοι δεν χρησιμοποιούν άλλους, πιο ταιριαστούς ίσως για την περιγραφή τους, όρους, όπως «δημαγωγός», «λαοπλάνος» ή και «λαοκόλακας»;

Μήπως, τελικά, ή αποκλειστική ταύτιση του «λαϊκισμού» με αυτές τις (υπαρκτές) παθογένειες της δημοκρατίας, μας κάνει να παραβλέπουμε κάποιες άλλες ουσιώδεις πτυχές του;  Συνέχεια ανάγνωσης

Ληστές και επαναστάσεις

Standard

του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος

 

Η μελέτη Bandits του  Έρικ Χομπσμπάουμ, που εκδόθηκε το 1969, αποτέλεσε ένα βιβλίο-σταθμό. Μέσα από τις σελίδες τους μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών ληστών και των εξεγερμένων παράνομων προβάλλει ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορικής μελέτης (από τους βαλκάνιους χαϊδούκους και τους ινδούς δακοΐτες μέχρι τους μπαντίτι του ιταλικού Νότου, τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας, τους ρώσους ρασμπόινικι, τους συμμορίτες της Κίνας, τους μεξικανούς και τους περουβιανούς παράνομους, τους ληστές των ταξιδιωτών στην Ευρώπη και τους ντεσπεράντος της Άγριας Δύσης, τους αυστραλούς μπουσρέιντζερς, τους βραζιλιάνους κανγκασέιρος και τους απαλλοτριωτές τραπεζών), εγκαινιάζοντας ένα νέο ρεύμα στις ιστορικές σπουδές. Το 2000 κυκλοφορεί η τέταρτη, αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση του έργου, όπου ο συγγραφέας έχει λάβει υπόψη του τις νεότερες έρευνες αλλά και τις κριτικές που δέχτηκε.

Η νέα αυτή έκδοση μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το όγδοο κεφάλαιο του κλασικού αυτού έργου.

«Ενθέματα»

Ο Ντικ Τάρπιν, "κρυμμένος σε μια σπηλιά στο δάσος του Έπινγκ". Γκραβούρα του J. Smith.

O  ληστής πρέπει να διαλέξει αν θα γίνει κακοποιός ή επαναστάτης. Η κοινωνική ληστεία από τη φύση της αμφισβητεί, σε επίπεδο αρχής, την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων της ταξικής κοινωνίας και την πολιτική της λειτουργία, όποιοι και να ‘ναι οι συμβιβασμοί της με αυτά στην πράξη. Στο βαθμό που αποτελεί φαινόμενο κοινωνικής διαμαρτυρίας, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος ή εν δυνάμει υποκινητής της εξέγερσης.

Ως προς αυτό διαφέρει ριζικά από το συνηθισμένο υπόκοσμο του εγκλήματος, απέναντι στον οποίο είχαμε ήδη κάποιες ευκαιρίες να τον αντιπαραβάλλουμε. Ο υπόκοσμος (όπως υποδηλώνει και η ονομασία του) είναι μια αντι-κοινωνία, που υφίσταται αντιστρέφοντας τις αξίες του «φυσιολογικού» κόσμου, κατά τα άλλα όμως παρασιτεί σε βάρος του. Ένας επαναστατικός κόσμος είναι κι αυτός «φυσιολογικός» κόσμος, με εξαίρεση ίσως κάποιες ιδιαίτερα αποκαλυψιακές στιγμές, οπότε ακόμα και οι αντικοινωνικοί κακοποιοί παρουσιάζουν παροξυσμό πατριωτισμού ή επαναστατική έξαψη. Επομένως, για τον αληθινό υπόκοσμο, οι επαναστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασυνήθιστα καλές ευκαιρίες για εγκλήματα. Δεν υπάρχουν εν­δείξεις ότι ο ιδιαίτερα πλούσιος υπόκοσμος του Παρισιού προ­μήθευσε αγωνιστές ή οπαδούς στις γαλλικές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, μολονότι το 1871 οι πόρνες ήταν σα­φώς υπέρ της Κομμούνας: αλλά, ως τάξη, ήταν μάλλον θύματα εκμετάλλευσης παρά εγκληματίες. Οι εγκληματικές συμμορίες που μάστιζαν την ύπαιθρο της Γαλλίας και της Ρηνανίας μετά το 1790 δεν ήταν επαναστατικά φαινόμενα αλλά συμπτώματα κοινωνικής αταξίας. Ο υπόκοσμος μπαίνει στην ιστορία των ε­παναστάσεων μόνο στο βαθμό που οι classes dangereuses ζουν πλάι στις classes laborieuses, ιδιαίτερα σε μερικές συνοικίες της πόλης, και επειδή οι αρχές αντιμετωπίζουν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και παράνομους — σε επίπεδο αρχής, όμως, η διάκριση είναι ξεκάθαρη.

Οι ληστές, από την άλλη, μοιράζονται τις αξίες και τις επι­διώξεις του αγροτικού κόσμου και, σαν παράνομοι και στασια­στές, είναι συνήθως ευαίσθητοι στα επαναστατικά του ξεσπά­σματα. Ως άνθρωποι που έχουν ήδη κερδίσει την ελευθερία τους μπορεί να περιφρονούν συνήθως την αδρανή και παθητική μά­ζα, ακριβώς όμως σε στιγμές επανάστασης αυτή η παθητικότη­τα εξαφανίζεται. Πολυάριθμοι χωρικοί γίνονται, ληστές. Στους ουκρανικούς ξεσηκωμούς του 16ου και 17ου αιώνα, οι αγρότες δήλωναν κοζάκοι. Το 1860-1861 οι αγροτικές αντάρτικες μονά­δες συγκροτήθηκαν γύρω από ληστρικές συμμορίες, και με α­νάλογο τρόπο: οι τοπικοί αρχηγοί συμμοριών τράβηξαν κοντά τους, μαζικά, αποστρατευμένους στρατιώτες των Βουρβώνων, λιποτάχτες, όσους ήθελαν ν’ αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία, δραπέτες φυλακών, ανθρώπους που φοβούνταν διώξεις για πράξεις κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη γαριβαλδινή απε­λευθέρωση, χωρικούς και ορεσίβιους που γύρευαν ελευθερία, εκδίκηση, λάφυρα, ή έναν συνδυασμό όλων αυτών. Όπως η συ­νηθισμένη παράνομη συμμορία, οι μονάδες αυτές προσπάθησαν αρχικά να συγκροτηθούν στα περίχωρα των οικισμών απ’ όπου αντλούσαν τα μέλη τους, να εγκαταστήσουν μια βάση στα κοντινά βουνά ή δάση, και ξεκίνησαν τη δράση τους με ενέργειες που δύσκολα ξεχώριζαν από τις πράξεις των κοινών ληστών. Μόνο που το κοινωνικό πλαίσιο ήταν τώρα διαφορετικό. Στη μειοψηφία των ανυπόταχτων είχε προσχωρήσει τώρα και η πλειοψηφία. Κοντολογίς, για να παραθέσουμε έναν ολλανδό μελετητή της Ινδονησίας, σε τέτοιες στιγμές «η ληστρική συμμορία συσχετίζεται με άλλες ομάδες και εκδηλώνεται με αυτό το προσωπείο, ενώ ομάδες που ξεκίνησαν με πιο έντιμα ιδανικά παίρνουν ληστρικό χαρακτήρα». […]

Είναι ασυνήθιστο να γίνει η ληστεία επαναστατι­κό κίνημα και να κυριαρχήσει σε αυτό. Όπως έχουμε δει, υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί, και τεχνικοί και ιδεολογικοί, που την κάνουν ακατάλληλη για κάτι παραπάνω από πρόσκαιρες ενέργειες λίγων δεκάδων ενόπλων, και η εσωτερική της οργάνωση δεν προσφέρει κανένα πρότυπο που να μπορεί να γενικευτεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμα και οι κοζάκοι, που ανέπτυξαν αρκετά μεγάλες και δομημένες μόνιμες κοινό­τητες, και πολύ σημαντικές κινητοποιήσεις για τις εκστρατείες τους, πρόσφεραν μόνο ηγέτες και όχι μοντέλα στις μεγάλες α­γροτικές εξεγέρσεις: τις καθοδήγησαν σαν «τσάροι του λαού», όχι σαν αταμάνοι. Η ληστεία είναι λοιπόν πιθανότερο να προ­σχωρήσει σε αγροτικές επαναστάσεις απλώς σαν μια όψη μιας πολύμορφης κινητοποίησης, και έχοντας συνείδηση ότι αποτε­λεί υποδεέστερη μορφή, με εξαίρεση ένα σημείο: προμηθεύει πολεμιστές και πολέμαρχους. Πριν την επανάσταση μπορεί να είναι, για να παραθέσω τα λόγια ενός άξιου ιστορικού της α­γροτικής αναταραχής στην Ινδονησία, «ένα χωνευτήρι απ’ όπου αναδύονται η θρησκευτική αναβίωση από τη μία και η εξέγερση από την άλλη». Όταν ξεσπάει η επανάσταση, οι ληστές μπορεί να σμίξουν με το γενικό χιλιαστικό ξεσηκωμό: «Οι ομάδες των Rampok ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, και γρήγορα τις ακο­λουθούσαν περιπλανώμενες ομάδες του πληθυσμού, κυριευμέ­νες από την προσδοκία ενός Μαχντί ή της χιλιετίας». (Πρόκει­ται για περιγραφή του γιαβανέζικου κινήματος μετά την ήττα των Γιαπωνέζων στα 1945). Ωστόσο, χωρίς τον αναμενόμενο Μεσσία, το χαρισματικό ηγέτη ή το «δίκαιο βασιλιά» (ή οποι­ονδήποτε που να διεκδικεί το στέμμα του), ή -για να παραμεί­νουμε στο ινδονησιακό παράδειγμα- τους εθνικιστές διανοού­μενους πίσω από τον Σουκάρνο, που προσκολλήθηκαν σ’ αυτό το κίνημα, τέτοια φαινόμενα είναι πιθανότερο να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω τους, το πολύ, κάποιες ενέργειες οπισθοφυλα­κής από ξεκομμένους αντάρτες. Συνέχεια ανάγνωσης

Μπορεί η αλληλέγγυα οικονομία να δώσει αριστερή διέξοδο στην κρίση;

Standard

του Παναγιώτη Πάντου

"Η παρέλαση των φτωχών, Ουάσινγκτον, 1968". Φωτογραφία του Κώστα Μάνου.

Δήμοι και κοινωνική πολιτική. Η τελευταία δεκαπενταετία σημαδεύτηκε από την προσπάθεια του κράτους να μειώσει τις κοινωνικές παροχές προς τους πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό μια σειρά από κοινωνικές παροχές πέρασαν στη φροντίδα των δήμων, χωρίς όμως τους αντίστοιχους πόρους και την κατάλληλη επιστημονική στήριξη. Το αντίβαρο για να μην καταρρεύσει το σύστημα ήταν η χρηματοδότησή του μέσω κοινοτικών προγραμμάτων (π.χ. «Βοήθεια στο σπίτι» κ.λπ.) ή μέσω διαφόρων κονδυλίων χωρίς μόνιμο χαρακτήρα (π.χ. προγράμματα stage, συμβασιούχοι σε θέσεις πάγιων αναγκών κ.λπ.). Ως αποτέλεσμα διαμορφώθηκε ένα πλέγμα κοινωνικών υπηρεσιών χωρίς σταθερή παρέμβαση στα κοινωνικά προβλήματα, βασισμένο σε συμβασιούχους υπαλλήλους, με προσωπικό που προσλαμβάνεται με αδιαφανείς διαδικασίες.

Η εφαρμογή του «Καλλικράτη» όχι μόνο δεν αλλάζει αυτή την τάση, αλλά αντίθετα την ενισχύει.

Η οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια νέες ανάγκες. Σήμερα οι εργαζόμενοι βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται και την ανεργία να εκτοξεύεται. Οι νέες ανάγκες που δημιουργούνται, δεν μπορούν όμως να αντιμετωπιστούν με τα μέσα με τα οποία οι δήμοι ασκούσαν κοινωνική πολιτική τα προηγούμενα χρόνια. Με άλλα λόγια, η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να είναι να περισώσουμε ό,τι μπορούμε από μια παλαιάς κοπής κοινωνική πολιτική, που έχει τις ρίζες της στην προηγούμενη τριακονταετία. Οι νέες συνθήκες απαιτούν και νέα εργαλεία.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να ανοίξει η συζήτηση για τον πρακτικό σχεδιασμό μιας οικονομίας των αναγκών, η οποία ρητά θα επιδιώκει τη δημιουργία ενός εύρωστου οικονομικού πεδίου που δεν θα στοχεύει στο κέρδος, αλλά στην κάλυψη συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών, την αξιοπρεπή αμοιβή των εργαζομένων και τον κοινωνικό έλεγχο των επιχειρήσεων.

Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει χώρο ανάπτυξης μιας τέτοιας αλληλέγγυας οικονομίας, και μάλιστα σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, με στόχο την επαναφορά μέρους της σημερινής ιδιωτικής οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο.

Μια νέα κοινωνική χάρτα για τους δήμους

Πρώτο βήμα για μια τέτοια προσπάθεια είναι η υιοθέτηση κάποιων βασικών αρχών, που θα διασφαλίζουν ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις που θα δημιουργηθούν δεν θα αποτελέσουν δούρειο ίππο για την ιδιωτικοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών και την περαιτέρω επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών:

α) Οι δημοτικές παροχές δεν πρέπει να αφορούν μόνο το κομμάτι του πληθυσμού που αντιμετωπίζει ακραία κοινωνικά προβλήματα, αλλά να απευθύνονται σε όλους.

β) Η κοινωνική πολιτική πρέπει να εστιάζει στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων, που δεν είναι κοινές σε κάθε πόλη.

γ) Η κοινωνική παρέμβαση του δήμου δεν μπορεί να έχει μόνο ποσοτικούς στόχους, αλλά πρέπει να μεριμνά και για την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει άλλος δρόμος για την αλλαγή στο Πανεπιστήμιο

Standard

του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη

 

Ζαν Μέτζινγκερ, "Σφίγγα", 1920

Οι τελευταίες τρεις δεκαετίες αποτελούν περίοδο θεαματικής ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Σε μικρό διάστημα έγιναν μεγάλα και σημαντικά βήματα — στις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές καθώς και στην έρευνα. Οι ποσοτικοί και ποιοτικοί δείκτες αυτό μαρτυρούν.

Όμως συσσωρεύτηκαν και πολλά προβλήματα. Η μεγάλη πρόοδος συντελέστηκε σε αντίξοες συνθήκες. Η  υποχρηματοδότηση, οι εμβαλωματικές προσθήκες στον ν. 1268 που μάλλον ανεπιτυχώς προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν καταχρήσεις του νόμου και δυσλειτουργίες, οι πιο πρόσφατες αποσπασματικές προσπάθειες «μεταρρύθμισης» ενάντια στη βούληση της πανεπιστημιακής κοινότητας και οι εκβιαστικές πρακτικές που τις συνόδευαν συνέβαλαν στη δημιουργία ενός κλίματος μεγάλης δυσπιστίας. Γι’ αυτό οι ευθύνες των κυβερνώντων υπήρξαν μεγάλες. Η θετική σκέψη, βασική ιδιότητα κάθε χώρου παραγωγής επιστημονικής γνώσης όπως είναι το πανεπιστήμιο, άρχισε να υποχωρεί μπροστά σε αμφίσημες πρακτικές, που συνδυάζουν την τυπική αποδοχή ενός μέτρου με την ουσιαστική του απόρριψη, και σε στρατηγικές επιβίωσης που εμφορούνται από αμυντικά αντανακλαστικά. Η θεσμική απροσδιοριστία σε συνδυασμό με το διασυρμό του δημόσιου πανεπιστημίου στην κοινωνία παρήγαγε ένα καθεστώς αβεβαιότητας και την αίσθηση ότι καθώς υποβαθμίζεται η δουλειά μας τα αποτελέσματα πολύχρονων προσπαθειών είναι επισφαλή.

Πολλοί τώρα αισθανόμαστε ότι μας άφησαν μετέωρους. Έχουμε δίκιο.

Αυτό το κλίμα εμποδίζει τους διδάσκοντες να δουλέψουν, τους φοιτητές να συγκεντρωθούν στις σπουδές τους και –το σπουδαιότερο– αναστέλλει την επεξεργασία του αναγκαίου σχεδίου που θα ξεκολλήσει τα πανεπιστήμια από τα υπάρχοντα προβλήματα.  Έχουμε καθηλωθεί σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων που δεν ωφελεί κανέναν. Είναι πλέον φανερό ότι για να λειτουργήσει ικανοποιητικά το δημόσιο πανεπιστήμιο θα πρέπει να το μετασχηματίσουμε.

Το γνωρίζουμε όλοι. Τα πανεπιστήμια πρέπει να αλλάξουν. Όχι όμως στην κατεύθυνση που φαντάζεται αυτοσχεδιάζοντας επί χάρτου το Υπουργείο. Όχι υπό την αιγίδα του λαϊκισμού της αγοράς και στη βάση μιας οργανωτίστικης λογικής που αντιμετωπίζει τα πανεπιστήμια ως επιχειρηματικούς οργανισμούς και τους πανεπιστημιακούς ως μοναχικούς επιχειρηματίες. Τα πανεπιστήμια είναι ακαδημαϊκοί θεσμοί. Η θεσμική υποταγή της επιστήμης στη αγορά, την οποία  η κυβέρνηση ζητά ως αντάλλαγμα για να προσφέρει την αναγκαία αυτοτέλεια, είναι ακαδημαϊκά απαράδεκτη. Στη μετάλλαξη του ρόλου του πανεπιστημίου δεν συναινούμε. Συνέχεια ανάγνωσης