Ο προϋπολογισμός στην εποχή του Μνημονίου: Μόνιμη παρουσία της ύφεσης, της ανεργίας και του χρέους;

Standard

Όπως κάθε χρόνο, το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ενόψει της συζήτησης του προϋπολογισμού, κατέθεσε τις απόψεις και τις προτάσεις του. Το κείμενο, μια πολυσέλιδη μελέτη (200 σελ.), αποτελεί ουσιαστική συμβολή σε  θέματα όπως ο χαρακτήρας της κρίσης στην Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές της διατάσεις και οι επιπτώσεις του Μνημονίου,  η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010, οι συνιστώσες του δημοσιονομικού προβλήματος, το φορολογικό σύστημα, το δημόσιο χρέος, οι ανισότητες, η φτώχεια και η κοινωνική συνοχή. Την επιστημονική ομάδα που συνέταξε τη μελέτη αποτέλεσαν οι:  Γιάννης Δραγασάκης, Θόδωρος Μητράκος, Ελισάβετ Μαυρίδου, Παναγιώτης Μπισμπίκος, Σταύρος Ντεγιαννάκης, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ενώ σε επιμέρους ζητήματα συνέδραμαν ο Γιάννης Ευσταθόπουλος, ο Απόστολος Καψάλης, ο Άγγελος Κούρος και ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το εισαγωγικό κεφάλαιο της σημαντικής αυτής μελέτης, τα οποία αναφέρονται στις επιπτώσεις της πολιτικής του Μνημονίου.

«EΝΘΕΜΑΤΑ»


μια επίκαιρη και σημαντική μελέτη

του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας

 

Ευχετήρια κάρτα, από το Σανατόριο «Σωτηρία», Δεκέμβριος 1964, έργο του Γιώργη Τρικαλινού (από το ημερολόγιο των ΑΣΚΙ για το 2011)

Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα βεβαιώνουν ότι το «Μνημόνιο» λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής και δημιουργίας ύφεσης, με αποτέλεσμα τόσο το χρέος όσο και η ανεργία να εκτινάσσονται σε πρωτοφανή επίπεδα. Το «Μνημόνιο» φαίνεται να προσδοκά την αντιστάθμιση στις τάσεις αυτές με την αύξηση των εξαγωγών, αλλά οι προσδοκίες αυτές δεν επιβεβαιώνονται. Γι’ αυτό και ο κίνδυνος να περάσουμε από το «δημοσιονομικό εκτροχιασμό» σε έναν εκτροχιασμό της ύφεσης, της ανεργίας και του χρέους δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αν δεν υπάρξει αναπροσαρμογή της πολιτικής προς την απασχόληση και την πραγματική οικονομία.

Εσωτερική υποτίμηση. Πυρήνας της πολιτικής του «Μνημονίου» είναι η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η ταυτόχρονη μείωση των μισθών και των τιμών, ως μέσο για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η στρατηγική αυτή υποθέτει ότι το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι κυρίως πρόβλημα τιμών, παραβλέποντας τις διαρθρωτικές του διαστάσεις, που συνδέονται με την ισχνή και στρεβλή παραγωγική βάση, το χαμηλό τεχνολογικό και ερευνητικό επίπεδο κτλ. Πέραν αυτού, η «εσωτερική υποτίμηση» μέχρι τώρα στην πράξη λειτουργεί αποκλειστικά σε βάρος των μισθών, όχι όμως και σε βάρος των τιμών, γεγονός που καθιστά την εσωτερική υποτίμηση μηχανισμό αναδιανομής και έντασης της ύφεσης. Συγκεκριμένα το κείμενο του προϋπολογισμού εκτιμά ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξηθεί κατά 4,6% το 2010 και κατά 2,2% το 2011. Την ίδια περίοδο οι μισθοί αναμένεται να σημειώσουν σημαντική μείωση (στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Η καθίζηση της εσωτερικής ζήτησης  και η σύνθλιψη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η ιδιωτική κατανάλωση βρίσκεται σε συνεχή πτώση από το 2009 (-1,8% το 2009, -4,1% το 2010) και αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω πτώση το 2011, κατά 4,3%. Η δημόσια κατανάλωση επίσης, μετά τη μείωσή της κατά 9%, αναμένεται να μειωθεί κατά 8,5% το 2011, -6% το 2012 και -1,0 το 2013. Ανάλογες τάσεις προβλέπονται και για τις επενδύσεις.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο καπιταλισμός ως θεσμικό κακό: από τον Μαξ Βέμπερ στους επισκόπους της Βραζιλίας

Standard

του Μικαέλ Λεβί

 

Έγκον Σίλε, "Όρθιος γυμνός άντρας", 1914

Υπάρχει μια εμπεδωμένη παράδοση στο δυτικό πολιτισμό, η ηθική κρίση να ερμηνεύεται αποκλειστικά σε συσχετισμό προς την ατομική ευθύνη. Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά στη σφαίρα της πολιτικής ή της οικονομίας, θεωρείται ότι η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαφθορά ή στις ανήθικες πράξεις κάποιων προσώπων. Για παράδειγμα, η πρόσφατη οικονομική κρίση προκάλεσε την εμφάνιση ενός πλήθους ηθικολογούντων σχολίων, που κατήγγειλαν την κακή και ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Ο κύριος Σαρκοζί και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί ένα κίνημα προς την ηθικοποίηση του καπιταλισμού.

Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ έγραψε ένα σοβαρό και μαζί ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, τονίζοντας, στο Οικονομία και Κοινωνία, τον ριζικά απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος:

«Η ανταγωνιστικότητα (Konkurrenzfähigkeit), η αγορά –η αγορά της εργατικής δύναμης, η χρηματιστηριακή/χρηματοπιστωτική αγορά, η αγορά των εμπορευμάτων– και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε αποφασιστικά σημεία και εμβάλλουν μεταξύ των ανθρώπινων όντων απρόσωπες δυνάμεις. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι ούτε ηθικές ούτε ανήθικες, απλώς δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ηθική· είναι ξένες προς κάθε έννοια ηθικής. Η “δουλεία χωρίς αφέντη” στην οποία ο καπιταλισμός φυλακίζει τον εργαζόμενο ή τον οφειλέτη μπορεί να αναλυθεί μόνο ως θεσμικό φαινόμενο (…).»[1]

Παρά το γεγονός ότι ο Βέμπερ δεν αποκαλεί ρητά τον καπιταλισμό «θεσμικό κακό», ο ορισμός του περί δουλείας-χωρίς-αφέντη αποτελεί σχόλιο ισχυρό από ηθική και πολιτική άποψη, απολύτως ξένο προς κάθε είδους απολογητικό λόγο, ο οποίος εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα και ο οποίος επιμένει να εξισώνει τον καπιταλισμό με την ελευθερία. Στο δοκίμιό του για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία (1906), ο Βέμπερ καταρρίπτει ειρωνικά τη σχετική συμβατική φιλελεύθερη/ αστική θέση στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, «είναι απολύτως γελοίο να αποδίδεται στον σημερινό καπιταλισμό με τη μορφή που αυτός εισήχθη στη Ρωσία ή που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ […] οποιαδήποτε εκλεκτική συγγένεια προς την έννοια της “δημοκρατίας” ή ακόμη και της “ελευθερίας”». Αντίθετα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να τεθεί το ερώτημα κατά ποιοN τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να ισχύσουν σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας.[2]

Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο λογοδοτεί όχι στο παρόν, αλλά στο παρελθόν και στο μέλλον

Standard

Στο πλαίσιο των αντιδράσεων και της έντονης συζήτησης που έχει προξενήσει, στους κόλπους των πανεπιστημίων, οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για την ανώτατη εκπαίδευση, δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από ένα παλιότερο, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο: την ομιλία της Catherine Drew Gilpin Faust, ιστορικού ειδικευμένης στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο – κατά την επίσημη τελετή ανάληψης των καθηκόντων της ως 28ης προέδρου του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, 12.10.2007. Το πλήρες κείμενο είναι προσιτό στη διεύθυνση http://www.president.harvard.edu/speeches/faust/071012_installation.php )

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

της Κάθριν Ντριου Γκίλπιν Φάουστ

μετάφραση: Ελένη Καλαφάτη

Τα Πανεπιστήμια, πράγματι, έχουν την υποχρέωση της λογοδοσίας. Αλλά εμείς, στην ανώτατη εκπαίδευση, χρειάζεται να πάρουμε την πρωτοβουλία να ορίσουμε για ποιο πράγμα λογοδοτούμε. Μας ζητούν να αναφέρουμε ποσοστά αποφοίτησης, στατιστικά στοιχεία για την εισαγωγή στα προπτυχιακά τμήματα, αποτελέσματα τυποποιημένων τεστ που αποσκοπούν στην εκτίμηση της «προστιθέμενης αξίας» των χρόνων φοίτησης, τα δολάρια από την έρευνα, τον αριθμό των δημοσιεύσεων των διδασκόντων. Αλλά τέτοια μετρήσιμα μεγέθη δεν μπορούν να συλλάβουν τα επιτεύγματα, πόσο μάλλον τις επιδιώξεις των πανεπιστημίων. Πολλές από αυτές τις μετρήσεις είναι χρήσιμες και ρίχνουν φως σε συγκεκριμένες όψεις του εγχειρήματός μας. Οι στόχοι μας, όμως, είναι πολύ πιο φιλόδοξοι και ως εκ τούτου είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσουμε την ευθύνη μας.

Επιτρέψτε μου να αποτολμήσω έναν ορισμό. Η ουσία του πανεπιστημίου είναι ότι λογοδοτεί αποκλειστικά στο παρελθόν και το μέλλον –όχι απλώς ή έστω κυρίως στο παρόν. […]. Ένα πανεπιστήμιο κοιτάζει και προς τα πίσω και προς τα εμπρός με τρόπους που πρέπει –που θα όφειλε– να έρχονται σε σύγκρουση με τις με τις άμεσες ανησυχίες ή απαιτήσεις ενός κοινού. Τα πανεπιστήμια αναλαμβάνουν δεσμεύσεις δεν έχουν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, κι αυτές οι επενδύσεις έχουν αποδόσεις που δεν μπορούμε να προβλέψουμε και συχνά δεν μπορούμε να μετρήσουμε […] Αισθανόμαστε αμήχανοι όταν επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε αυτές τις προσπάθειες με όρους αποτελεσματικότητας, ως μετρήσιμα χρήσιμες σε ιδιαίτερες σύγχρονες ανάγκες. Αντίθετα, τις συνεχίζουμε «γι’ αυτές τις ίδιες», γιατί ορίζουν εκείνο που στο πέρασμα των αιώνων μάς έκανε ανθρώπους, όχι γιατί μπορεί να αυξήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας […].

Από τη φύση τους, τα πανεπιστήμια καλλιεργούν μια κουλτούρα ανησυχίας, ακόμη και ανυποταξίας. Αυτό βρίσκεται στην καρδιά της ευθύνης τους προς το μέλλον. Εκπαίδευση, έρευνα, διδασκαλία είναι πάντα προσανατολισμένες στην αλλαγή […]

Δεν εύκολο να πείσεις ένα έθνος ή τον κόσμο να σεβαστεί, και πολύ περισσότερο να χρηματοδοτήσει, θεσμούς που προορισμός τους είναι να αμφισβητούν τις θεμελιώδεις παραδοχές της κοινωνίας.

 


 

 

Ράλλης Κοψίδης: οι κρίσιμες αποφάσεις

Standard

Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου του 2010 έφυγε από κοντά μας ο χαράκτης, ζωγράφος και αγιογράφος Ράλλης Κοψίδης (1929-2010), ένας σεμνός και σημαντικός δημιουργός, που υπηρέτησε ουσιαστικά τη νεοελληνική τέχνη. Έχοντας από καιρό κατά νου να μιλήσουμε για τον Κοψίδη και το έργο του, καθώς μάλιστα ήταν  δυσανάλογα λίγα όσα γράφτηκαν στον Τύπο, απευθυνθήκαμε, καθώς πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων, σε τρεις εκλεκτούς φίλους και γνώστες του έργου του, τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, τον Ν. Π. Παΐσιο και τον Χρήστο Μπουλώτη και τους ζητήσαμε τον οβολό τους. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκρισή τους.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Του Ν. Π. Παΐσιου

Στην πορεία του Ράλλη Κοψίδη, πορεία που μοιάζει ταξίδι σε γαληνεμένη θάλασσα, στέκουν ξέχωρα τρεις κρίσιμες αποφάσεις που ξεπροβάλλουν ως φάροι –ας θυμηθούμε το, αφιερωμένο σε ζωγράφους, περίφημο ποίημα του Μπωντλαίρ, Les Phares— και συνοψίζουν την εξέλιξή του στη ζωγραφική. Σε αυτές τις κρίσιμες αποφάσεις θα αναφερθούμε σύντομα, ως φόρο τιμής και μνήμης στο ζωγράφο που, παραμονές του φετινού Δεκαπενταυγούστου, πέρασε τις Αραχνιασμένες Πόρτες (Ερωτόκριτος).

Το 1953, ο Κοψίδης μετρά ήδη τέσσερα χρόνια στην ΑΣΚΤ: έναν χρόνο στο προκαταρκτικό με καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη και τρία χρόνια στο εργαστήριο του Ανδρέα Γεωργιάδη (1892-1981), του υπογραφόμενου «Ανδρέας Γεωργιάδης ο Κρης», για να δηλώσει την καταγωγή του, αλλά κυρίως για να εκφράσει τον ευσεβή (ή βέβηλο) πόθο του να ακολουθήσει, με τους ακαδημαϊκούς μανιερισμούς του,  το γράμμα (όχι το πνεύμα) του Θεοτοκόπουλου. Τη χρονιά αυτή, ο Κοψίδης θα γνωρίσει από κοντά τον Κόντογλου, αφού προηγήθηκε, λίγο νωρίτερα, η γνωριμία με το έργο του. Ο Γεωργιάδης θα βάλει στον Κοψίδη ένα τρομερό δίλημμα (ουκ εις δυσίν κυρίοις δουλεύειν), δίλημμα που ο ίδιος ο Κοψίδης θα επιβάλλει στον εαυτό του: «Μέσα μου γινότανε μια πάλη. Άρχισε να σβήνει μέσα μου ο ενθουσιασμός για την τέχνη της “Ευρώπης” που μας δίδασκε η Σχολή. Καταλάβαινα πως θά  ‘πρεπε να διαλέξω. Τη Σχολή ή τον άγνωστο δάσκαλό μου».[1]

Η απόφαση του Κοψίδη να ακολουθήσει τον Κόντογλου δείχνει το μέτρο της γενναιότητας και εντιμότητας του άνδρα. Από έναν εξωτερικό παρατηρητή, η εγκατάλειψη της Σχολής από τον πρώτο εισακτέο του 1949, φαίνεται σαν τρέλα ή βήμα στο κενό. Στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και του ψυχροπολεμικού διχασμού, το πτυχίο της ΑΣΚΤ τουλάχιστο θα του εξασφάλιζε το μισθό ενός καθηγητή τεχνικών στη μέση εκπαίδευση. Το καταφύγιο αυτό, που το είχε χρησιμοποιήσει, για παράδειγμα, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος στους χαλεπούς καιρούς της Κατοχής, ο Κοψίδης το αρνείται. Άρνηση που γίνεται ακόμα πιο σημαντική, αν αναλογιστούμε ότι ο Κοψίδης θα μπορούσε κάλλιστα να μην είχε ομολογήσει ποτέ στο Γεωργιάδη τη λατρεία του για τον Κόντογλου.

Μερικά χρόνια αργότερα, έχει έρθει η ώρα του απογαλακτισμού από τον Κόντογλου. Το χρονικό σημείο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ιδιαίτερη ακρίβεια, πάντως θα πρέπει οπωσδήποτε να συμβαίνει μετά την επιστροφή του Κοψίδη (1961) από τη διετή παραμονή του στο Chevetogne του Βελγίου, όπου, με παραίνεση του Κόντογλου, πήγε για να τοιχογραφήσει το καθολικό της Μονής των Βενεδικτίνων μοναχών. Παρόλο που ο Κοψίδης έχει μαθητεύσει πιστά στον Κόντογλου —παρά τους πόδας Γαμαλιήλ— τα μάτια της ψυχής του έχουν παραμείνει ανοιχτά και άγρυπνα. Στο κείμενο που έγραψε για να σκιαγραφήσει τον χαμένο του δάσκαλο –ένα έξοχο υπόδειγμα αγάπης και γενναιοφροσύνης μαθητή προς δάσκαλο– δηλώνει με ευγένεια τις αντιρρήσεις του: «Με δισταγμό συχνά του έλεγα πως τα καλύτερά του έργα τά ’κανε νέος, μολονότι ένα τέτοιο πράμα δεν είναι εύκολο να το πεις. Μα λίγο λίγο με τα χρόνια είχε πάψει να κάνει αυτό που ονόμαζε “κοσμική ζωγραφική”. Η ορθοδοξία τον υποχρεώνει στην άρνησή της. “ Η αγιογραφία τι είναι” έλεγε, “δεν είναι ζωγραφική;” Ξεχνούσε όμως τον κίνδυνο του φορμαλισμού που καραδοκούσεΚι αν εκείνος, δυνατός τεχνίτης με έντονο προσωπικό ύφος, γλύτωνε τις κακοτοπιές, ο κίνδυνος αυτός για τους άλλους μπορούσε να γίνει αιτία να σβηστούνε ολότελα».[2] Τα χρόνια κοντά στον Κόντογλου, ο Κοψίδης σκόρπισε απλόχερα εικονογραφήσεις σε δεκάδες θρησκευτικά έντυπα και τοιχογράφησε εκατοντάδες μέτρα φρέσκου σε εκκλησίες. Κατόρθωνε όμως πάντα να ξεχωρίζει από το δάσκαλό του. «Να σβηστούνε ολότελα»: ο κίνδυνος αυτός τον οδηγεί στην απόφαση να αποκτήσει ένα εντελώς προσωπικό, δικό του ύφος, πάνω στις αρχές την μεταβυζαντινής βαλκανικής τέχνης των ανωνύμων που γεφυρώνει με αρτιότερο τρόπο το χάσμα (που επισήμανε ο Κόντογλου με το έργο του) στη νεοελληνική συνείδηση και τέχνη. Συνέχεια ανάγνωσης

«Τα αγιορειτικά» του Ράλλη Κοψίδη

Standard

του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Ο εντοπισμός και η καταγραφή των πρωτότυπων έργων με τα οποία ζωγράφοι και χαράκτες στόλισαν λογής λογής βιβλία και έντυπα δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση, διότι τα βιβλία, όπως ξέρουμε, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα –το οποίο σήμερα γίνεται όλο και βραχύτερο–, αποσύρονται από τα βιβλιοπωλεία και χάνονται, για να αρχίσει μετά το παλαιοβιβλιοπωλικό κυνήγι τους, ένα άθλημα ου παντός, από πολλές απόψεις. Αφήνω κατά μέρος ότι τα εξώφυλλα και η εικονογράφηση των βιβλίων αλλάζουν συχνά από έκδοση σε έκδοση, γι’ αυτό και πρέπει να τις ελέγξεις ουσιαστικά όλες, αν θέλεις να βγάλεις άκρη και να είσαι σίγουρος για ό,τι λες. Τα πράγματα θα ήταν βεβαίως διαφορετικά, αν ήταν διαφορετική η κατάσταση των δημόσιων βιβλιοθηκών της πατρίδας μας.

Όλες οι περιπτώσεις αναζήτησης αυτών των ζωγραφικών έργων δεν είναι προφανώς το ίδιο δύσκολες, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι εξίσου δυσεύρετα όλα τα βιβλία. Η περίπτωση πάντως του Ράλλη Κοψίδη ανήκει στις δυσκολότερες, διότι το μεγαλύτερο μέρος των χαρακτικών και των σχεδίων του εκόσμησε θρησκευτικά βιβλία ή έντυπα, δηλαδή εκδόσεις που πολύ συχνά δεν πήραν την κανονική οδό παραγωγής και εμπορίας. Θέλω να πω πως πολλά από αυτά τα βιβλία δεν εκδόθηκαν από κανονικούς εκδότες, αλλά από μοναστήρια, θρησκευτικά σωματεία ή και ιδιώτες, και δεν έφτασαν τα περισσότερα στους πάγκους των γενικών βιβλιοπωλείων.[1] Θα φέρω ένα παράδειγμα. Το 1958 εκδόθηκε το βιβλίο Ο πολύτιμος μαργαρίτης. Βιογραφία των οσίων πατέρων ημών Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, προλεγόμενα-μετάφρασις-σημειώσεις αρχιμ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, έκδοση του περιοδικού Χριστιανική Σπίθα. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι το βιβλίο αυτό είναι κατάμεστο με δεκάδες θαυμάσια σχέδια του Κοψίδη; Το βιβλίο κυκλοφορεί ακόμη, σε φωτομηχανική ανατύπωση (4η έκδοση 2007), με όλα τα σχέδια του Κοψίδη, κακοτυπωμένα πια, αλλά ποιος φιλότεχνος διαβάζει βιβλία του Καντιώτη;

Ο Κοψίδης αγαπούσε το Όρος και το επισκεπτόταν, για πολυήμερες μάλλον παραμονές. «Τρεις φορές έχω πάει εκεί πέρα τραβηγμένος απ’ την τέχνη του και το βαθύ του μυστήριο», γράφει ο ίδιος στο βιβλιαράκι του Ο εξαίσιος Άθωνας (Αθήνα 1964, σ. 10). Οι τρεις αυτές φορές είναι: Αύγουστος 1955, Σεπτέμβριος 1956, Αύγουστος 1963. Δεν γνωρίζω αν ξαναπήγε μετά το 1963. Ο Κοψίδης έκανε στο Όρος ό,τι κάνει κάθε άλλος επισκέπτης ή προσκυνητής, μα επιπλέον σχεδίαζε πολύ. Με κριτήριο βιβλιολογικό, σε ποια δηλαδή βιβλία πρωτοδημοσιεύτηκαν, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε (και να αναζητήσουμε περαιτέρω) τα αγιορείτικα έργα του σε τρεις ομάδες.

Α. Εκείνα που βρίσκονται στα βιβλία του ίδιου για το Άγιο Όρος.

Β. Εκείνα που περιέχονται σε βιβλία άλλων συγγραφέων για το Όρος.

Γ. Όσα περιέχονται σε βιβλία άλλων συγγραφέων, τα οποία δεν είναι αποκλειστικώς αφιερωμένα στο Όρος, αλλά συνδέονται με αυτό εμμέσως ή μερικώς, ή, σε άλλες περιπτώσεις, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό.

Θα ασχοληθούμε παρακάτω με τις δύο πρώτες ομάδες. Η τρίτη είναι πολύ εκτεταμένη και χρειάζεται άλλο χώρο η παρουσίασή της.

Α. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τρία μικρά βιβλία:

1. Σταυροί εις τον Άθωνα, έκδοσις Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας, Αθήνα 1963, σ. 26. Είναι αφιερωμένο στον Κόντογλου και προλογίζεται από τον Ν.Κ. Μουτσόπουλο. Εκδίδεται «επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους» ως «συμβολή εις την μελέτην της λαϊκής τέχνης του Άθωνος». Περιέχει πολλές δεκάδες σχέδια που αντιγράφουν, κατά κατηγορίες, διάφορους τύπους αγιορειτικών σταυρών (κεραμοπλαστικούς, ανάγλυφους σε πέτρα ή μάρμαρο, ολόγλυφους σε μάρμαρο, σιδερένιους συμπαγείς ή διάτρητους, κεντητούς κ.λπ.).

2. Ο εξαίσιος Άθωνας, Αθήνα 1964, σ. 32, με δεκατέσσερα χαρακτικά (τα περισσότερα hors-texte), εκ των οποίων δύο έγχρωμα. Αφιερωμένο στον Νίκο Μουτσόπουλο, τον προλογιστή του προηγούμενου βιβλίου, «που σκέφτεται ελληνικά». Τα αγιορείτικο οδοιπορικό του συγγραφέα, τυπωμένο σε πλήρως ατονικό σύστημα, εκφράζει μια προσέγγιση αισθητική και ελληνοκεντρική:

Συνέχεια ανάγνωσης

Το στερνό όνειρο του Ράλλη Κοψίδη

Standard

του Χρήστου Μπουλώτη

Πλακάτο απλώνεται χαρακτικά το φως, μελίχρωμο· πίσω απ’ το βενετσιάνικο κάστρο προβάλλει το κεφάλι κοριτσιού, δεξιόστροφα, προς Ρωμέικο Γιαλό, αιφνίδια προβάλλει, κι ενός πουλιού κεφάλι, είκοσι φορές πάνω απ’ το φυσικό –τι είκοσι; πενήντα κι άλλο τόσο. Το κορίτσι κράζει σαν τις κουρούνες σε μποστάνι αυγουστιάτικο, ανθρώπινα λαλάει το πουλί κι αρθρώνουνε μαζί την ωραία πολιτεία. Μύρινα, Μύρινα! του φωνάζουν. Πού είμαι; λέει εκείνος έντρομος από νοσταλγία και τρέχοντας, δεκάχρονο παιδί μες στα σοκάκια, τοπογραφεί γραμμή γραμμή τα χρόνια με γραφίτη. Ποιος σάρωσε τα πρόσωπα; Ούτε πνοή, ούτε σκιάς ξεφτίδι. Ξοπίσω του μόνο βήματα πεταλωμένα στις μύτες, στα τακούνια. Στρέφει το βλέμμα. Ένα άλλο αγόρι είναι, ομήλικο, τιραντοφόρο, με τσίγκινη καράβα στα χέρια του σαν αφιέρωμα ακριβό, σαν τάμα. Είσαι ο Νίκος; το ρωτάει. Όχι, ο Ράλλης είμαι. Τότε εγώ ποιος είμαι; Άργησες, κυλήσαν γρήγορα οι αιώνες. Επισκοπεί τα γύρω ριπηδόν. Τα παλιά σφαγεία πάνω από το λιμάνι τώρα μπαρ, και το σινέ-Κύμα μπαρ κι αυτό. Θαμπή μια εικόνα εισβάλλει τότε από ψηλά: κουρελιασμένη η χιτλερική σημαία με τον αγκυλωτό στην κορυφή του κάστρου, είκοσι άντρες κληρωτοί για εκτέλεση, χάραμα, πέφτει κηλίδα μελανή στο χάραμα, σκεπάζεται η Μύρινα. Όχι δεν είναι σαμποτάζ, φωνάζει μ’ όλη του τη φωνή, κοιτάξτε πώς τη σημαία ραμφίζει το πουλί, που δεν αντέχει κόκκινο και μαύρο πάνω στο γαλάζιο. Εγώ είμαι ο Ράλλης; Όχι, εγώ. Τότε εγώ ποιος είμαι; Θυμάται ξαφνικά το τζιτζίκι που είχε θάψει με κατάνυξη και ψαλμωδίες βυζαντινές στη σχισμή του τοίχου, πλάι στην εξώπορτα του πατρικού του, λιοπύρι προπολεμικό. Αν το ’βρω στη σχισμή κι αναστηθεί, θα με  ’βρω, αλλιώς δεν θα ’μαι. Αρχινάει να τζιτζικίζει ο ίδιος ασταμάτητα έως τις εκβολές του ύπνου του.

Εκεί τον περιμένει ο μέγας ύπνος.

Μύρινα, 20 Αυγούστου 2010

 

 

 

 

 

 

 

Η χρονοεικόνα του κινηματογράφου

Standard

 

Ο κινηματογράφος για τον Ζιλ Ντελέζ δεν είναι μια γλώσσα που απαιτεί ερμηνεία, αναζήτηση κρυφών νοημάτων·  μπορεί να εννοηθεί ως μια σύνθεση από προλεκτικά σημεία και εικόνες. Με αυτή του την προσέγγιση ο Ντελέζ προσφέρει μια θεώρηση που αποτελεί ισχυρή εναλλακτική λύση απέναντι στις κυρίαρχες μέχρι σήμερα ψυχαναλυτικές και σημειολογικές προσεγγίσεις περί κινηματογράφου. Στο έργο του Ο κινηματογράφος, αντλώντας από τη φιλοσοφία του Μπερξόν, προσφέρει μια συναρπαστική ανάλυση για την αναπαράσταση του χρόνου στο φιλμ και την κινηματογραφική αντιμετώπιση της μνήμης, της σκέψης και του λόγου, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Ρομπέρ Μπρεσόν, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Μπάστερ Κίτον, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Φριτς Λανγκ, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Φρανσουά Τριφό, ο Όρσον Γουέλς

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «νήσος» ο δεύτερος τόμος του έργου με τίτλο Η χρονοεικόνα (μετάφραση: Μιχάλης Μάτσας, επιμέλεια: Κική Καψαμπέλη). Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Συμπεράσματα».

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Φωτογραφία της Όζα και της Μάρτιν Τζόνσον, π. 1936

του Ζιλ Ντελέζ

μετάφραση: Μιχάλης Μάτσας

Ο κινηματογράφος δεν είναι ούτε γλωσσικό σύστημα (langue), παγκόσμιο ή πρωτόγονο, ούτε καν γλώσσα (langage). Φέρνει στο φως μια νοητή ύλη, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα προαπαιτούμενο, μια προϋπόθεση, ένα αναγκαίο σύστοιχο, διαμέσου του οποίου η γλώσσα κατασκευάζει τα δικά της «αντικείμενα» (σημαίνουσες μονάδες και διεργασίες). Αυτό το σύστοιχο όμως, αν και αδιαχώριστο, είναι πολύ ειδικό: συνίσταται σε κινήσεις και σε διεργασίες της σκέψης (προγλωσσικές εικόνες), καθώς και σε οπτικές γωνίες ως προς αυτές τις κινήσεις και τις διεργασίες (προσημαίνοντα σημεία). Συγκροτεί μια ολόκληρη «ψυχομηχανική», το πνευματικό αυτόματο ή το δυνάμενο να εκφερθεί ενός γλωσσικού συστήματος, που διαθέτει τη δική του λογική. […]

Συνέχεια ανάγνωσης