Ράλλης Κοψίδης: οι κρίσιμες αποφάσεις

Standard

Παραμονή του Δεκαπενταύγουστου του 2010 έφυγε από κοντά μας ο χαράκτης, ζωγράφος και αγιογράφος Ράλλης Κοψίδης (1929-2010), ένας σεμνός και σημαντικός δημιουργός, που υπηρέτησε ουσιαστικά τη νεοελληνική τέχνη. Έχοντας από καιρό κατά νου να μιλήσουμε για τον Κοψίδη και το έργο του, καθώς μάλιστα ήταν  δυσανάλογα λίγα όσα γράφτηκαν στον Τύπο, απευθυνθήκαμε, καθώς πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων, σε τρεις εκλεκτούς φίλους και γνώστες του έργου του, τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, τον Ν. Π. Παΐσιο και τον Χρήστο Μπουλώτη και τους ζητήσαμε τον οβολό τους. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκρισή τους.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Του Ν. Π. Παΐσιου

Στην πορεία του Ράλλη Κοψίδη, πορεία που μοιάζει ταξίδι σε γαληνεμένη θάλασσα, στέκουν ξέχωρα τρεις κρίσιμες αποφάσεις που ξεπροβάλλουν ως φάροι –ας θυμηθούμε το, αφιερωμένο σε ζωγράφους, περίφημο ποίημα του Μπωντλαίρ, Les Phares— και συνοψίζουν την εξέλιξή του στη ζωγραφική. Σε αυτές τις κρίσιμες αποφάσεις θα αναφερθούμε σύντομα, ως φόρο τιμής και μνήμης στο ζωγράφο που, παραμονές του φετινού Δεκαπενταυγούστου, πέρασε τις Αραχνιασμένες Πόρτες (Ερωτόκριτος).

Το 1953, ο Κοψίδης μετρά ήδη τέσσερα χρόνια στην ΑΣΚΤ: έναν χρόνο στο προκαταρκτικό με καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη και τρία χρόνια στο εργαστήριο του Ανδρέα Γεωργιάδη (1892-1981), του υπογραφόμενου «Ανδρέας Γεωργιάδης ο Κρης», για να δηλώσει την καταγωγή του, αλλά κυρίως για να εκφράσει τον ευσεβή (ή βέβηλο) πόθο του να ακολουθήσει, με τους ακαδημαϊκούς μανιερισμούς του,  το γράμμα (όχι το πνεύμα) του Θεοτοκόπουλου. Τη χρονιά αυτή, ο Κοψίδης θα γνωρίσει από κοντά τον Κόντογλου, αφού προηγήθηκε, λίγο νωρίτερα, η γνωριμία με το έργο του. Ο Γεωργιάδης θα βάλει στον Κοψίδη ένα τρομερό δίλημμα (ουκ εις δυσίν κυρίοις δουλεύειν), δίλημμα που ο ίδιος ο Κοψίδης θα επιβάλλει στον εαυτό του: «Μέσα μου γινότανε μια πάλη. Άρχισε να σβήνει μέσα μου ο ενθουσιασμός για την τέχνη της “Ευρώπης” που μας δίδασκε η Σχολή. Καταλάβαινα πως θά  ‘πρεπε να διαλέξω. Τη Σχολή ή τον άγνωστο δάσκαλό μου».[1]

Η απόφαση του Κοψίδη να ακολουθήσει τον Κόντογλου δείχνει το μέτρο της γενναιότητας και εντιμότητας του άνδρα. Από έναν εξωτερικό παρατηρητή, η εγκατάλειψη της Σχολής από τον πρώτο εισακτέο του 1949, φαίνεται σαν τρέλα ή βήμα στο κενό. Στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και του ψυχροπολεμικού διχασμού, το πτυχίο της ΑΣΚΤ τουλάχιστο θα του εξασφάλιζε το μισθό ενός καθηγητή τεχνικών στη μέση εκπαίδευση. Το καταφύγιο αυτό, που το είχε χρησιμοποιήσει, για παράδειγμα, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος στους χαλεπούς καιρούς της Κατοχής, ο Κοψίδης το αρνείται. Άρνηση που γίνεται ακόμα πιο σημαντική, αν αναλογιστούμε ότι ο Κοψίδης θα μπορούσε κάλλιστα να μην είχε ομολογήσει ποτέ στο Γεωργιάδη τη λατρεία του για τον Κόντογλου.

Μερικά χρόνια αργότερα, έχει έρθει η ώρα του απογαλακτισμού από τον Κόντογλου. Το χρονικό σημείο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ιδιαίτερη ακρίβεια, πάντως θα πρέπει οπωσδήποτε να συμβαίνει μετά την επιστροφή του Κοψίδη (1961) από τη διετή παραμονή του στο Chevetogne του Βελγίου, όπου, με παραίνεση του Κόντογλου, πήγε για να τοιχογραφήσει το καθολικό της Μονής των Βενεδικτίνων μοναχών. Παρόλο που ο Κοψίδης έχει μαθητεύσει πιστά στον Κόντογλου —παρά τους πόδας Γαμαλιήλ— τα μάτια της ψυχής του έχουν παραμείνει ανοιχτά και άγρυπνα. Στο κείμενο που έγραψε για να σκιαγραφήσει τον χαμένο του δάσκαλο –ένα έξοχο υπόδειγμα αγάπης και γενναιοφροσύνης μαθητή προς δάσκαλο– δηλώνει με ευγένεια τις αντιρρήσεις του: «Με δισταγμό συχνά του έλεγα πως τα καλύτερά του έργα τά ’κανε νέος, μολονότι ένα τέτοιο πράμα δεν είναι εύκολο να το πεις. Μα λίγο λίγο με τα χρόνια είχε πάψει να κάνει αυτό που ονόμαζε “κοσμική ζωγραφική”. Η ορθοδοξία τον υποχρεώνει στην άρνησή της. “ Η αγιογραφία τι είναι” έλεγε, “δεν είναι ζωγραφική;” Ξεχνούσε όμως τον κίνδυνο του φορμαλισμού που καραδοκούσεΚι αν εκείνος, δυνατός τεχνίτης με έντονο προσωπικό ύφος, γλύτωνε τις κακοτοπιές, ο κίνδυνος αυτός για τους άλλους μπορούσε να γίνει αιτία να σβηστούνε ολότελα».[2] Τα χρόνια κοντά στον Κόντογλου, ο Κοψίδης σκόρπισε απλόχερα εικονογραφήσεις σε δεκάδες θρησκευτικά έντυπα και τοιχογράφησε εκατοντάδες μέτρα φρέσκου σε εκκλησίες. Κατόρθωνε όμως πάντα να ξεχωρίζει από το δάσκαλό του. «Να σβηστούνε ολότελα»: ο κίνδυνος αυτός τον οδηγεί στην απόφαση να αποκτήσει ένα εντελώς προσωπικό, δικό του ύφος, πάνω στις αρχές την μεταβυζαντινής βαλκανικής τέχνης των ανωνύμων που γεφυρώνει με αρτιότερο τρόπο το χάσμα (που επισήμανε ο Κόντογλου με το έργο του) στη νεοελληνική συνείδηση και τέχνη.

Γύρω στο 1976 έχει έρθει η ώρα να απογαλακτιστεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Ώριμος πια, με 8 ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό του μέχρι τότε, με απολύτως αναγνωρίσιμο ύφος, ο Κοψίδης είναι ένα καθιερωμένος ζωγράφος. «Ξεχνούσε όμως τον κίνδυνο του φορμαλισμού που καραδοκούσε», θυμάται για τον Κόντογλου. «Τις κακοτοπιές», τα επικίνδυνα (Καβάφης), ο Κοψίδης δεν τα ξεχνούσε. Αποφασίζει να αλλάξει, ή καλύτερα να μεταλλάξει, το κατακτημένο σώμα των τρόπων του, και, με όχημα ακόμα και τη φυσική ανατομία και προοπτική ( να που του φάνηκαν χρήσιμα τελικά τα ακαδημαϊκά μαθήματα του Γεωργιάδη), να δημιουργήσει μια σειρά από υπαρξιακά ελεγεία που στροβιλίζονται (ακόμα και όταν δεν το δηλώνουν άμεσα ούτε καν ως θέμα) γύρω από τη Λήμνο των παιδικών του χρόνων, τη δική του Αρκαδία. Ο Κοψίδης στην ύστερη φάση της ζωγραφικής του αποφασίζει να θρηνήσει για το χαμένο κόσμο της νιότης του: Πώς παρεδόθημεν τη φθορά; Πώς συνεζεύχθημεν τω θανάτω;

Έζησε, περιτριγυρισμένος από τη στοργική φροντίδα της οικογένειάς του: της γυναίκας και της κόρης του. Τώρα βρίσκεται ανάμεσα σε:

Μεγάλη αγάπη κι’ άχραντη, γαλήνη!

Σε εμάς που μείναμε πίσω απομένει να γνωρίσουμε και να φροντίσουμε  το έργο του.

 

Ο   Ν.Π. Παΐσιος ανήκει στο επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου Μπενάκη

 

Τα έργα του Ράλλη Κοψίδη που εικονογραφούν το δισέλιδο προέρχονται από το  λεύκωμα χαρακτικών Το Άδυτον (Αθήνα 1968) και το βιβλίο Ο εξαίσιος Άθωνας (Αθήνα 1964). Συλλογή Γιώργου Ριζόπουλου, Φωτογραφικό Αρχείο ΜΙΕΤ.

 


[1] Ράλλης Κοψίδης, «Ένας αντρειωμένος της τέχνης», στο Οι Έλληνες Ζωγράφοι, Αθήνα 1975, τόμ. Β΄, σελ. 221.

[2] Στο ίδιο, σ. 228.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ράλλης Κοψίδης: οι κρίσιμες αποφάσεις

Γράψτε απάντηση στο antonis vathis Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s