Για μια «νέα ταυτότητα» των ΑΕΙ;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Αναγνωρίζω τη βασιμότητα της λανθάνουσας ή εμφανούς αιτίασης προς τον «νεποτισμό», δηλαδή την «εύνοια δημόσιων λειτουργών προς τους συγγενείς τους» («nepos»), χωρίς όμως να κλείνω τα μάτια μου στην «ευνοιοκρατία» της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όταν όμως διακηρύσσεται η ανάγκη αλλαγής του «DNA της λειτουργίας των Πανεπιστημίων», είναι χρήσιμο να μη ρίχνουμε τη σφαίρα του «διαλόγου» στην εξέδρα, «χάρτινη» ή «τηλεοπτική».

Τι εμφανίζεται ως κεντρικό ζήτημα που θα κρίνει την έκβαση της «μητέρας των μαχών»; Πρόκειται για τη θεσμοθέτηση του «Συμβουλίου του Ιδρύματος», κατά την αρχική τιτλοφόρησή του στο «Κείμενο διαβούλευσης», που εκτιμάται ως «αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης» των Πανεπιστημίων. Και τούτο γίνεται στη «βάση της ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και πρακτικής». Αν «παραμείνουν στην αρμοδιότητα» της Συγκλήτου τα θεωρούμενα ως αμιγώς «ακαδημαϊκά ζητήματα», τότε στο «Συμβούλιο του Ιδρύματος» ανατίθεται η ευθύνη της «στρατηγικής ανάπτυξης (συνεργασίες κ.ά.)», της «έγκρισης του προϋπολογισμού» και της «προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία» ή του «απολογισμού λειτουργίας», της «αξιοποίησης της περιουσίας», της «έγκρισης του Εσωτερικού Κανονισμού» και της «τήρησής» του, της «επιλογής» και της «παύσης» του πρύτανη κλπ. Μολονότι δεν είναι γνωστή η αριθμητική σύνθεση του «Συμβουλίου» και η αναλογία «εσωτερικών» και «εξωτερικών» μελών, τα τελευταία προδιαγράφονται ως «σημαντικές προσωπικότητες που έχουν διακριθεί σε διάφορους τομείς της επιστήμης, των γραμμάτων, των τεχνών και της ευρύτερης κοινωνίας». Επιπλέον, «επιλέγονται» από την πολιτεία ως «άτομα και όχι ως ex officio εκπρόσωποι φορέων ή οργανισμών».

Πώς ακριβώς επιχειρείται να αναδιαταχθεί η «διοίκηση» των Πανεπιστημίων, που με τη νέα δισυπόστατη μορφή της θα πρέπει να «απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της ακαδημαϊκής κοινότητας, των κοινωνικών και οικονομικών φορέων και της πολιτείας»; Μόνο που, παρά την παρενθετική μνεία της οικείας «συνταγματικής επιταγής», η πρόθεση είναι σαφής: η «ταυτόχρονη δημιουργία ισχυρών και αποτελεσματικών αντίβαρων». Πού όμως; Σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που κατά το ισχύον Σύνταγμα είναι «πλήρως αυτοδιοικούμενα». Δηλαδή, κατά την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 32/1990 ή 3313/1994), η «αρχή της αυτοδιοικήσεως» έχει ως «περιεχόμενο την εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν με δικά τους όργανα στις δικές τους υποθέσεις», «χωρίς καμιά κρατική ανάμειξη» που θα μετέτρεπε τον «έλεγχο νομιμότητας» σε «έλεγχο σκοπιμότητας».

Τι ακριβώς σημαίνει ότι η «νέα ισχυρή, ευέλικτη, δυναμική ηγεσία των Ιδρυμάτων», «ικανή να εμπνέει εμπιστοσύνη στην κοινωνία και την πολιτεία», δεν θα είναι αιρετή από την «πανεπιστημιακή κοινότητα»; Ας πιάσουμε τα πράγματα από τη ρίζα. Η κύρια μεταβολή στο πεδίο της «μακροδομής» που προϋποθέτει η σχεδιαζόμενη με περισσή ρητορική ως «νέα ταυτότητά» τους, τοποθετείται στην τελευταία κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ, με την πλήρη υιοθέτηση των «ιδεολογικών παραδοχών της κυρίαρχης οικονομικής θρησκείας της ελεύθερης αγοράς» (Hobsbawm). Πρόκειται για το «Educational Reform Act» (1988), το οποίο ως προς το θέμα που εξετάζεται εδώ (ένα χρόνο νωρίτερα αναγγέλλεται) αφορά την αντικατάσταση της «Επιτροπής Πανεπιστημιακών Επιχορηγήσεων» («University Grants Committee», έτους 1919) από το «Συμβούλιο Πανεπιστημιακής Χρηματοδότησης» («Universities Funding Council»).

Η συμβολική της νέας τιτλοφόρησης αυτού του οργάνου υπονοεί τη δραστική συμμετοχή («more managerial» και «περισσότερο εξαρτημένο από την κυβέρνηση»* βλ. Μ. Shattock, «The last Days of the University Grants Committee», Minerva, 25, 1987, σ. 474) εκπροσώπων της βιομηχανίας για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των σχέσεων Πανεπιστημίου και επιχειρήσεων και την κατανομή των χρηματοδοτήσεων (ή των δανείων) με γνώμονα την «αποτελεσματικότητα» της «εφαρμοσμένης έρευνας», ό,τι δηλαδή επιμετράται με την «αξιολόγηση», την «ανταγωνιστικότητα», την «αριστεία» και την «προστιθεμένη αξία». Με παραμέτρους, ακριβώς, του τρόπου λειτουργίας της αγοράς που ως προς τα Πανεπιστήμια, με την αναγωγή των φοιτητών σε «πελάτες» («customers»), θα έχουν ως αδέκαστο «εργοδότη» την κυβέρνηση και εργαζόμενους χωρίς «μονιμότητα» (για την «tenure» πολλοί έγιναν σε λίγο «τενόροι» ή τένοντες ακρωτηριασμένοι). Η ίδια η Θάτσερ είχε συναφώς αποφανθεί ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνον τα άτομα και οι οικογένειές τους».

Πώς έγινε αντιληπτή η ανάγκη προσαρμογής των ελληνικών πανεπιστημίων σ’ αυτόν τον αναπροσανατολισμό τους; Εκτός από επιμέρους νομοθετήματα που επέτρεψαν την εισαγωγή της «επιχειρηματικότητας» (οι «Ειδικοί Λογαριασμοί» θεσπίζονται το 1988), χωρίς την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου της αυτοδιοίκησής τους, υπήρξαν γενικότερες προτάσεις και από στελέχη του σημερινού κυβερνώντος κόμματος. Για παράδειγμα, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, προτάθηκε στον τότε υπουργό Παιδείας και νυν πρωθυπουργό, η θέσπιση ενδεκαμελούς «Διοικητικού Συμβουλίου», με «διεθνή» προκήρυξη της θέσης του «Προέδρου» (ο «πρώτος στην τάξη πρωτοκόλλου του Ιδρύματος» δεν αποκλείεται να είναι και «αλλογενής προσωπικότητα της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών», αρκεί να έχει «διαπρέψει ως δημιουργικός υποστηρικτής του ελληνικού πολιτισμού»). Και ως προς τη σύνθεσή του, «θα απαρτίζεται από εξέχοντα μέλη της ελληνικής κοινωνίας και της ομογένειας, που διακρίθηκαν στα γράμματα, τις τέχνες, την επιστήμη, την πολιτική και σε κάθε είδους επιχειρηματική ή άλλη δημιουργική απασχόληση», χωρίς να μπορεί τουλάχιστον να «επιλεγεί οιοσδήποτε μέλος θρησκευτικού ιεραρχικού σχήματος».

Στις αρμοδιότητες του «Συμβουλίου» ανήκει η «χάραξη της στρατηγικής του ιδρύματος», ο «ανώτατος έλεγχος της λειτουργίας» του, η σύνταξη της «ετήσιας έκθεσης των επιδόσεών» του, με τον «έλεγχο της ποιότητας και των επιδόσεων των συλλογικών ενοτήτων παραγωγής έργου και παροχής υπηρεσιών», η απόφαση της «πολιτικής απολαβών και κινήτρων», η διαχείριση της «περιουσίας και των πόρων» του και η «αξιολόγηση των επιδόσεων» του διοικητικού προσωπικού. Ό,τι απομένει ονομάζεται «ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση» και αφορά απλώς το «διδακτικό έργο και την επιστημονική έρευνα», με «ανώτατο όργανο» τη Σύγκλητο, στην οποία «προεδρεύει» ο πρύτανης. Ο σχεδιαστής του «πιλοτικού» ή «πειραματικού» Πανεπιστημίου υποψιάζεται πάντως τη «σφόδρα πιθανολογούμενη αντισυνταγματικότητα», και για τούτο «ενδόμυχα εύχεται την αναθεώρηση» της οικείας πρόβλεψης του Συντάγματος το «συντομότερο δυνατό» (Κ. Μ. Σοφούλης, Για το σύγχρονο δημόσιο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2000).

Θα γίνει τούτο με τη «Νέα Εθνική Ατζέντα» και τον «συναινετικό ορισμό της επόμενης Βουλής ως Αναθεωρητικής», όπως προτείνει αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και συναινεί ο πρωθυπουργός, ή θα επαναληφθεί το 2006/2007 από την αντίστροφη φορά; Το «Κείμενο διαβούλευσης» θα αποκτήσει νομική υπόσταση δύο φάσεων, με την πρώτη ώς τον Ιούνιο και τη δεύτερη μετά από πέντε χρόνια; Μήπως η «μητέρα των μαχών» βρίσκεται αλλού; Τι ακριβώς συζητάει η «τρόικα» όταν αθόρυβα και σχεδόν χαράματα επισκέπτεται το Υπουργείο Παιδείας; Μόνο ό,τι γενικόλογα τιτλοφορείται στο «Μνημόνιο» (Παράρτημα IV) ως «ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις ανοιχτές αγορές», με παράδειγμα την αλλαγή νομοθεσίας σε «σημαντικούς τομείς υπηρεσιών», όπως είναι το «λιανικό εμπόριο και η εκπαίδευση»; Ή ο «αντιπρόσωπος του δανειολήπτη», η Τράπεζα της Ελλάδος, γνωρίζει και κοινοποιεί περισσότερα, όταν σημειώνει στην «Ενδιάμεση Έκθεση» του 2010 (σ. 167) ότι οι «λειτουργικές δαπάνες των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ είναι εξαιρετικά υψηλές», με τη δημιουργία «νέων τμημάτων για το αντικείμενο των οποίων δεν υπάρχει ενδιαφέρον στην αγορά» και με τη «δωρεάν επ’ αόριστον φοίτηση»;

Με το επίρρημα «πλήρως», ήδη από την εποχή που περιελήφθη στο Σύνταγμα του 1975, είχε ερμηνευθεί ότι η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση συναρτάται με την «ανάδειξη των οργάνων που διοικούν τα ΑΕΙ μόνον απ’ όσους τα απαρτίζουν» — άρα «αποκλείεται οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση, και συγκεκριμένα της εποπτεύουσας διοικητικής αρχής» (Αρ. Μάνεσης, «Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας», Ο Πολίτης, τχ. 6, Νοέμβριος 1976, σ. 26). Και όταν η ελάσσων αντιπολίτευση έγινε ισχυρή κυβέρνηση, ο «νόμος-πλαίσιο» που ψήφισε το 1982 επανέλαβε τα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που είναι «πλήρως αυτοδιοικούμενα». Τούτο από τον πρωθυπουργό, κατά την ομιλία του σε ευρωπαίους πρυτάνεις, σήμαινε ότι οικοδομείται «ένα Πανεπιστήμιο» το οποίο θα «εκφράζει την εποχή που ζούμε» (Εξόρμηση, 14.9.1984).

Κι αν τώρα η «εποχή» αυτή αποδοκιμάζεται, με μορφή «πατροκτονίας», ως «δήθεν δημοκρατική»; ΄Ηδη, από την αρχή του τρέχοντος έτους, η επιτροπή που όρισε η 63η Σύνοδος των Πρυτάνεων έβλεπε μόνο στα «πιλοτικά» ιδρυόμενα Πανεπιστήμια να υιοθετείται ένα σύστημα «διοίκησης» («Board of Trustees») με εκλεγμένα μέλη της «πανεπιστημιακής κοινότητας όσο και από μέλη διορισμένα από την Πολιτεία και εκλεγμένα από κοινωνικούς φορείς», με «ικανότητες διαχείρισης και διοίκησης» και «επιτυχή σταδιοδρομία στην επιχειρηματικότητα» τα τελευταία.

Βέβαια, κάτι έχει αντιληφθεί περισσότερο η υπουργός, και για τούτο θέτει το δελφικό δίλημμα: «πόσο ένας νόμος παρεμβαίνει στο εσωτερικό της οργάνωσης σπουδών ή κατά πόσο παραμένει αντικείμενο των ίδιων των ιδρυμάτων». Εκτιμά ότι μπορεί να βρεθεί μια «ενδιάμεση κατάσταση», αρχικά με «κοινούς όρους» και μετά αυτά να «προχωρούν μόνα τους», με την αναπότρεπτη υπόμνηση: «πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος», με τα «όρια στα οποία μας επιτρέπει να κινηθούμε». Δηλαδή δεν μπορεί να παρακαμφθεί κατευθείαν το γνώριμο άρθρο 16 για τα «νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση». Όσο για τον λαλίστατο υφυπουργό, αποφαίνεται –εντελώς παραπλανητικά– ότι ένα «κείμενο διαβούλευσης δεν μπορεί να κρίνεται αντισυνταγματικό».

Προφανώς η έγνοια για το Σύνταγμα δεν είναι αυτοσκοπός, ακόμη κι όταν η τήρησή του «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» που «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία» (άρθρο 20, § 4 ή το «114»). Ο «συνταγματικός πατριωτισμός» (βλ. και Αντ. Μανιτάκης, «Το “δικαίωμα αντίστασης” κατά το άρθρο 120 § 4», Νομικό Βήμα, τ. 52, 2004, σ. 905-921) εδώ θα μπορούσε να αναχθεί σε «ακαδημαϊκό πατριωτισμό», δηλαδή σε «μηχανισμό» προστασίας της «ηθικής της αντικειμενικότητας» από την «ηθική της αποτελεσματικότητας» (κατά τη διάκριση του Μαξ Βέμπερ που είχε χρησιμοποιηθεί σε μια περίοδο «αμερικανοποίησης» των γερμανικών Πανεπιστημίων). Κι αν η πρώτη ανήκει στην «Universitas» και η δεύτερη στη «Multiversitas» καθίσταται σαφής η θέση αιχμής (και όχι στάση οπισθοφυλακής) ότι η πανεπιστημιακή παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό (βλ. και τα Πρακτικά του συνεδρίου που οργάνωσε το «Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς», Η υπεράσπιση του άρθρου 16 και η ακαδημαϊκή αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, Αθήνα 2007). Ό,τι ακριβώς μας γίνεται αυτές τις μέρες οξύτερα αντιληπτό μέσω Λονδίνου και Ρώμης…

 

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s