Χωρίς χαρτιά, χωρίς δικαιώματα, χωρίς τίποτε

Standard

Στις 18 Μαρτίου 1996, 330 Αφρικανοί «χωρίς χαρτιά», άντρες γυναίκες και παιδιά, μπήκαν στην εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο Παρίσι. Η γαλλική αστυνομία εκκένωσε την εκκλησία στις 22 Μαρτίου. Ακολούθησαν ανάλογες κινητοποιήσεις, όπως η απεργία πείνας τριακοσίων Αφρικανών «χωρίς χαρτιά» στην εκκλησία του Αγίου Βερνάρδου στις 28 Ιουνίου· εκδιώχθηκαν στις 23 Αυγούστου. Στις 21 Δεκεμβρίου 1996, και ενώ κορυφώνονταν οι διαμαρτυρίες εναντίον του διαβόητου νομοσχεδίου Ντεμπρέ, σύμφωνα με το οποίο όποιος παρείχε στέγη σε μετανάστες «χωρίς χαρτιά» έπρεπε να το δηλώσει στο οικείο αστυνομικό τμήμα, ειδάλλως διέπραττε «αδίκημα φιλοξενίας», στο Théâtre des Amandiers στη Ναντέρ, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εκδήλωση αλληλεγγύης. Η εκεί ομιλία του Ζακ Ντερριντά με τίτλο «Παραλείψεις του δικαιώματος στη δικαιοσύνη (μα τι λείπει λοιπόν στους “χωρίς χαρτιά”;)» περιλαμβάνεται στον τόμο Jacques Derrida, Πέραν του κοσμοπολιτισμού, μετάφραση-σημειώσεις: Βαγγέλης Μπιτσώρης, Κριτική, Αθήνα 2003, σ. 130-157.

Αλληλέγγυοι στους μετανάστες απεργούς πείνας της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, με τη σκέψη μας στο ζοφερό ανθρωποφαγικό κλίμα που απειλεί βέβαια πολύ περισσότερα από τα δικαιώματα των μεταναστών, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το στοχαστικό αυτό κείμενο, φωτεινό δείγμα της παρέμβασης του διανοούμενου και πολίτη Ζακ Ντερριντά. Ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων».

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Χαρακτικό του Λώρενς Χάυντ, από το λεύκωμα «Σταυρός του Νότου», 1951

του Ζακ Ντεριντά

Δεν γνωρίζω ποιος επινόησε τούτη τη διατύπωση –«χωρίς χαρτιά»–, και πώς εδραιώθηκε σταδιακά, ώστε να νομιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, η τρομακτική έκφραση «χωρίς χαρτιά». […] Όταν κατονομάζεται –με μία λέξη– ένας «χωρίς χαρτιά», υποθέτουμε ότι κάτι του λείπει. Αυτός είναι «χωρίς». Αυτή είναι «χωρίς». Τι του λείπει, τι της λείπει, ακριβώς; Το έλλειμμά τους θα πρέπει να είναι αυτό που αντιπροσωπεύει το εν λόγω χαρτί. Το δικαίωμα, το δικαίωμα στο δικαίωμα. Υποθέτουμε ότι ο «χωρίς χαρτιά» τελικά είναι «χωρίς δικαίωμα» και δυνάμει εκτός νόμου. Η αμφισβήτηση της φυσιολογικής του κατάστασης και της ταυτότητάς του ως πολίτη λίγο απέχει από την αμφισβήτηση απλώς της ταυτότητάς του. Θα έλεγε κανείς ότι του λείπει κάτι περισσότερο από ένα ορισμένο πράγμα, ένα πράγμα μεταξύ άλλων πραγμάτων: είναι γυμνός και εκτεθειμένος, χωρίς δικαιώματα, χωρίς καταφυγή, εν ελλείψει του ουσιαστικού πράγματος. Χωρίς τίποτε. Αυτό που του λείπει, στ’ αλήθεια, αυτή η έλλειψη που του αποδίδει κανείς και θέλει να την κολάσει, να την τιμωρήσει –ας μην το κρύβουμε από τους εαυτούς μας, μάλιστα θα ήθελα να το δείξω χρησιμοποιώντας εσκεμμένα τούτη την πολύ συγκεκριμένη λέξη– είναι η αξιοπρέπεια. Ο «χωρίς χαρτιά» φαίνεται να έχει έλλειψη αξιοπρέπειας. Ποια αξιοπρέπεια; Τίνος πράγματος είναι ανάξιος ο «χωρίς χαρτιά»; Και γιατί ένας «χωρίς χαρτιά» υποτίθεται ότι είναι ανάξιος-αναξιοπρεπής; Γιατί, εν ονόματι ποίου πράγματος του αρνείται κανείς την αξιοπρέπεια; Διότι ο νόμος και η γαλλική αστυνομία δεν αρκούνται να μεταχειρίζονται σκληρά τους «χωρίς χαρτιά», να τους αναγκάζουν να στοιβάζονται σε τόπους που μόλις και μετά βίας είναι κατοικήσιμοι, πριν τους συγκεντρώσουν σε ένα είδος στρατοπέδων διαλογής, στρατοπέδων «μετάβασης», πριν τους καταδιώξουν, πριν τους εκδιώξουν από τις εκκλησίες και την επικράτεια, πριν τους αντιμετωπίσουν περιφρονώντας συχνά τα δικαιώματα του ανθρώπου, θέλω να πω ακριβώς τα δικαιώματα που εγγυάται η Σύμβαση της Γενεύης και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 3), περιφρονώντας τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου και περιφρονώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια — η οποία, και το λέω ζυγίζοντας αυτές τις λέξεις, κυριολεκτικά δεν τους αναγνωρίζεται, τους αμφισβητείται ρητά. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Άνθρωποι χωρίς χαρτιά

Standard

του Παντελή Μπουκάλα

(αναδημοσίευση από την Καθημερινή, 27.1.2011

 

Απορία πρώτη: Αν καταλαμβανόταν η Ακρόπολη ή η Μητρόπολη από Τούρκους αλεξιπτωτιστές στο πλαίσιο κάποιας «Βαριοπούλας», πόσο μεγαλύτερος θα μπορούσε να γίνει ο ηθικοεθνικός μας πανικός, όταν τώρα η παρουσία των 237 μεταναστών σε κτίριο της Νομικής που δεν χρησιμοποιούνταν στην εκπαιδευτική διαδικασία οδήγησε αστραπιαία στην κατάχρηση (από πολιτικούς και δημοσιογράφους) ενός εθνικοαπελευθερωτικού λεξιλογίου που του στερεί κάθε νόημα η ίδια η κατάφωρη υπερβολή του; Αν τώρα η «ιερή αγανάκτηση» μιλάει για «ανακατάληψη» ή «απελευθέρωση της Νομικής» (από ανθρώπους, παρεμπιπτόντως, που συμφωνούν στη μετακίνησή τους σε άλλο δημόσιο κτίριο), πού θα βρεθούν λέξεις ικανές να αποδώσουν την οργή όταν θα συμβεί κάτι όντως οριακό, απίστευτο κ.λπ.;

Απορία δεύτερη: Όσοι τώρα, μηνίοντες, διατείνονται ότι «μόνο στην Ελλάδα γίνονται τέτοια αδιανόητα πράματα», δεν διαθέτουν υπολογιστή; Υπάρχει πάντως η λύση των ίντερνετ καφέ. Αν πληκτρολογήσουν στο ψαχτήρι τις λεξούλες «sans-papiers», θα θυμηθούν ότι και στη Γαλλία «γίνονται τέτοια αδιανόητα πράγματα». Το 1996, στην κορύφωση του κινήματος των «ανθρώπων χωρίς χαρτιά», τριακόσιοι μετανάστες κατέλαβαν την εκκλησία του Αγίου Βερνάρδου, με αιτήματα ίδια με των απεργών πείνας της Νομικής. Αν η κατάληψη ενός ναού κριθεί ύβρις, τι είναι άραγε, για το σύστημα σκέψης οιουδήποτε χριστιανού, η εισβολή στην παρισινή εκκλησία 1.500 αστυνομικών, οι οποίοι, πιθανόν σταυροκοπηθέντες πρώτα, μπούκαραν και «χειροτόνησαν» τους καταληψίες; Μάλλον δεν γνώριζαν τι έπραξαν οι Σπαρτιάτες εναντίον του κατηγορηθέντος για δοσοληψίες με τον Ξέρξη στρατηγού Παυσανία, που είχε προσφύγει ικέτης σε ναό: έχτισαν την είσοδο και τα παράθυρα και τον οδήγησαν σε θάνατο από ασιτία. Είναι μια λύση.

Απορία τρίτη: Άραγε, δεν μπορούμε να κρύψουμε το αίσθημα υπεροχής μας έναντι των ξένων ούτε και όταν δηλώνουμε ότι τους νοιαζόμαστε; Μάλλον. Αλλιώς δεν εξηγείται η σιγουριά όλων των βοώντων εν τη τηλεοπτική ερήμω ότι τους μετανάστες «τους καθοδήγησαν» και τους «παραπλάνησαν». Τους θεωρούμε δηλαδή πρόβατα προς διαβουκόληση, ανίκανους να έχουν πολιτική σκέψη, ανίκανους να κάνουν λόγο την ανάγκη και την αγωνία τους, να διεκδικήσουν. Και όμως, διαβάζοντας δηλώσεις τους σε εφημερίδες άλλα πληροφορείσαι. Ιδού η δήλωση του Μαροκινού Νουά στον προχθεσινό «Ελεύθερο Τύπο»: «Το 2008 έκανα απεργία πείνας γιατί δεν μου έδιναν άδεια παραμονής στην Ελλάδα, που δικαιούμουν. Τελικά η αίτησή μου έπειτα από πολλές προσπάθειες έγινε αποδεκτή. Ήρθα να συμπαρασταθώ στους μετανάστες που αν και πληρούν τις προϋποθέσεις, η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτε».  Λοιπόν, αν αντιστρέψει κανείς όχι τα πράγματα, αλλά τον τρόπο που τα βλέπουμε, ίσως το κτίριο της Νομικής είναι αυταπόδεικτα το καταλληλότερο: Εκεί δεν διδάσκεται το Δίκαιο;

 


Για το Πειραματικό εργαστήρι έρευνας της κινηματογραφικής τέχνης

Standard

Λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη διευκρινιστική επιστολή της Ομάδας Παιδείας των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη». Η απάντηση του Νίκου Πολίτη θα δημοσιευτεί την επόμενη Κυριακή.

Ανρί Ματίς, «Το ανοιχτό παράθυρο», 1905

Στο άρθρο του της 23.1.2011 με τίτλο «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη και το ομιχλώδες κινηματογραφικό τοπίο», ο συνεργάτης σας κ. Νίκος Πολίτης, πέραν των όποιων προσωπικών του θέσεων και εκτιμήσεων για την δράση και τους στόχους των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», παρουσιάζει μια εξαιρετικά ανακριβή εικόνα της πρότασής μας για την ίδρυση «Πειραματικού εργαστηρίου έρευνας της κινηματογραφικής τέχνης». Επισημαίνουμε τις ανακρίβειες και διευκρινίζουμε καλόπιστα κάποια βασικά σημεία της πρότασης που θεωρούμε ότι δεν έχει κατανοήσει:

1. Ουδέποτε αμφισβητήσαμε την αξία του Τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ, ενώ το εγχείρημα που προτείνουμε δεν έχει καμιά πρόθεση να το υποκαταστήσει ή να το ανταγωνιστεί. Αντιθέτως, όπως ρητά αναφέρεται στο σχετικό κείμενο, στόχος μας είναι μεταξύ άλλων «η βελτίωση της υπάρχουσας κινηματογραφικής παιδείας στη χώρα μας», στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το συγκεκριμένο πανεπιστημιακό Τμήμα.

2. Πολλά από τα μέλη της Ομάδας Παιδείας των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη είναι διδάσκοντες του Τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ, κάποιοι μάλιστα από το ιδρυτικό έτος λειτουργίας του, και γνωρίζουν πολύ καλά τις συνθήκες που επικρατούν, το αξιόλογο έργο που επιτελεί, αλλά και τις σοβαρές δομικές αδυναμίες του. Υπηρετούν με αφοσίωση το Τμήμα με τη διδασκαλία τους, αλλά και με τη συνεχή προσπάθεια βελτίωσής του. Παρεμπιπτόντως, έκπληξη προκαλεί η δήλωση του κ. Πολίτη ότι το Τμήμα «είναι πολύ καλά εξοπλισμένο» (!), όταν είναι κοινή διαπίστωση μεταξύ διδασκόντων και φοιτητών ότι η μόνιμη υπο-χρηματοδότηση και οι σημαντικές ελλείψεις βασικού εξοπλισμού αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στη δουλειά τους. (Και μια διόρθωση: το Τμήμα δεν θα «βγάλει φέτος τους πρώτους αποφοίτους του». Αυτό έχει ήδη συμβεί).

3. Το συνέδριο στο οποίο αναφέρεται ο κ. Πολίτης είχε για θέμα τη Σημασία της Οπτικοακουστικής Παιδείας και διοργανώθηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Το συνέδριο αυτό αφιέρωσε ένα από τα στρογγυλά τραπέζια του στην ανώτατη κινηματογραφική παιδεία στη χώρα μας, στο οποίο συμμετείχαν ως ομιλητές και πολλοί διδάσκοντες του Τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ. Η πρότασή μας για το πειραματικό εργαστήρι ανακοινώθηκε στο τέλος αυτής ακριβώς της συνεδρίας και προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία διασαφηνίστηκε ο χαρακτήρας του εγχειρήματος και έγινε απόλυτα κατανοητό ότι δεν στοχεύει στην απαξίωση, αλλά αντίθετα στην υποστήριξη του Τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ.

4. Το «Πειραματικό εργαστήριο» είναι ένα πείραμα συγκεκριμένης διάρκειας, που βασίζεται στην εθελοντική προσφορά των διδασκόντων και στην προσφορά εξοπλισμού από τον κινηματογραφικό χώρο. Ερευνητικός στόχος του είναι η διεξαγωγή συμπερασμάτων για την καινοτόμο διδασκαλία της κινηματογραφικής τέχνης.

5. H τριετής διάρκεια αναφέρεται στην λειτουργία του «Πειραματικού εργαστηρίου» και όχι στη διάρκεια σπουδών μιας μελλοντικής «Πρότυπης Ανώτατης Σχολής Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών Τεχνών», για την οποία το εργαστήριο φιλοδοξούμε να χρησιμεύσει ως ερευνητική βάση. Ως προς το ερώτημα του κ. Πολίτη για το αν «χρειαζόμαστε στην Ελλάδα δύο πανεπιστημιακές σχολές κινηματογράφου», η απάντησή μας είναι θετική. Σημειώνουμε ότι η ανάγκη καλλιέργειας της τέχνης δεν υπαγορεύεται από το μέγεθος της αγοράς και ότι η συνύπαρξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη τον ανταγωνισμό, αλλά μπορεί να προωθεί την αλληλοστήριξη και τη συνεργασία.

 

Με εκτίμηση,

Ομάδα Παιδείας των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη»

 

 

 

Ανρί Ματίς, «Το ανοιχτό παράθυρο», 1905

Το ψωμί των ανθρώπων

Standard

Αν τρως ψωμί χωρίς ελπίδα και πάλι αργοπεθαίνεις από πείνα

Περλ  Μπακ

 

του Μπάμπη Μπιλίνη

Αγήνωρ Αστεριάδης, «Αλώνι στην Τεγέα», 1945

Σύμφωνα με  τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών,[1] προβλέπεται εντός του 2011 μια ακόμη επισιτιστική κρίση, που θα δημιουργήσει χειρότερες συνθήκες για το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων που υποσιτίζονται, κάποιοι μάλιστα ζουν σε καθεστώς διαρκούς πείνας. Οι επιπτώσεις της επισιτιστικής κρίσης δεν είναι μόνο ότι οι φτωχοί οδηγούνται στην πείνα, αλλά και ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ωθούνται στη φτώχεια, λόγω της μεγάλης αύξησης των τιμών των τροφίμων. Η κρίση εξαπλώνεται.

Αποτέλεσμα είναι οι εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες των λαών για τις υψηλές τιμές των τροφίμων.  Στα τέλη του περασμένου έτους υπήρξαν διαμαρτυρίες για τις υψηλές τιμές του γεύματος σε σχολεία στην «πλούσια» Κίνα. Ακολούθησαν η εξέγερση του λαού της Αλγερίας με θανάτους και τραυματισμούς διαδηλωτών, και τελευταία η εξέγερση στην Τυνησία, που οδήγησε στην πτώση του Προέδρου της χώρας. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια συνάντηση για το Μεσοπόλεμο

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Πολυμέρη Βόγλη

Πριν ένα χρόνο, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας είχε διοργανώσει μια συνάντηση με θέμα τη δεκαετία του 1940 («Δεκαετία 1940: Η εποχή των ρήξεων», Αθήνα, 16-17 Ιανουαρίου 2010). Όταν η συνάντηση τελείωσε, ήταν κοινή διαπίστωση των διοργανωτών ότι η συζήτηση για την δεκαετία του 1940 ήταν σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από την ευρύτερη ιστοριογραφία και ότι η αφετηρία πολλών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων που συνέβησαν στη δεκαετία του 1940 βρισκόταν στον Μεσοπόλεμο. Επιπλέον, ο Μεσοπόλεμος για πολλά χρόνια δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο ενός συνεδρίου ιστορικών –το τελευταίο σημαντικό συνέδριο για τον Μεσοπόλεμο (ή, ακριβέστερα, για τον βενιζελισμό) είχε διοργανωθεί το 1986 (τα πρακτικά του οποίου εκδόθηκαν στο συλλογικό τόμο υπό την επιμέλεια του Γ. Μαυρογορδάτου και του Χ. Χατζηιωσήφ: Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, 1988). Με αυτές τις σκέψεις, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας προχώρησε στη διοργάνωση της συνάντησης «Νέες προσεγγίσεις στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, 1922-1940» (Αθήνα, 14-16 Ιανουαρίου 2011). Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο

Standard

Οι βαθύτερες τάσεις και λογικές πίσω από το Σχέδιο Διαβούλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νίκος Κοταρίδης: Ξαναγυρνάω στην αρχή, στην τοποθέτηση της Ιφιγένειας Καμτσίδου, σε σχέση με τα μοντέλα πανεπιστημίων που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όταν είπε ότι η επίκλησή τους δεν έχει άμεση-χρηστική αξία, καθώς και εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε αντινομικές κοινωνικές πραγματικότητες και ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις. Φαντάζομαι ότι, όταν μιλάμε για αλλαγή μοντέλου, εννοούμε μάλλον μια ριζική τομή που έχει ήδη συντελεστεί και αναφέρεται περισσότερο στις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και λιγότερο στην παράδοση, τα σταθερά δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Το δεύτερο μοντέλο, το λειτουργικό, εξελίχθηκε σε δημοκρατικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ομοιογενές ή ότι λειτουργεί απρόσκοπτα· έχει αντιφάσεις, οι οποίες έχουν οξυνθεί, με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να βρίσκεται σε κρίση. Τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Νίκος, επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και επικοινωνίας, ενώ  η ηγεμονεύουσα τάξη επιδιώκει  να μεταλλάξει και το πανεπιστήμιο, ώστε αυτό να εξυπηρετεί άμεσα τις παρούσες ανάγκες της, δηλαδή να προσανατολιστεί στην κατάρτιση ατόμων που θα μπορούν να λειτουργούν ως προσωπικό με πιστοποιημένα προσόντα στις μετακινούμενες επιχειρήσεις: έτσι ώστε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να  μπορεί να μετεγκατασταθεί εύκολα και κερδοφόρα σε άλλη χώρα, βρίσκοντας εκεί καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες, όχι επιστήμονες.

Ακόμη, η αναμόρφωση της πανεπιστημιακής νομοθεσίας φαίνεται να προβάλλει το μοντέλο της νέας διακυβέρνησης· οι σχετικοί κανόνες θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται θεσμικά ένα πεδίο που ανήκει μεν στη δημόσια σφαίρα, αλλά καλείται να πραγματώσει σκοπούς που συνδέονται με τις επιδιώξεις  των αγορών ή των κυβερνώντων. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το Πανεπιστήμιο έχοντας χάσει κάποια από τα δομικά του χαρακτηριστικά, θα τείνει να λειτουργεί κυρίως ως ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, να παράγει πρότυπα πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής επικοινωνίας που δεν θα στηρίζονται σε ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου και φορείς ίσης αξιοπρέπειας, αλλά σε πρόσωπα που, αντί για κριτική σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες, και για τον λόγο αυτό συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και λόγο διά της ομάδας στην οποία κάθε φορά εντάσσονται.

Ελένη Καλαφάτη: Σήμερα, αυτό που προτάσσεται είναι η «ατομική υπευθυνότητα», που συνοδεύεται από έννοιες όπως αυτονομία, αυτοδιαχείριση, αυτοαξιολόγηση. Έτσι, στην εκπαίδευση το ιεραρχημένο σχολικό σύστημα  αντικαθίσταται από την ατομική μαθησιακή πορεία, μέσα από τις πολιτικές της διά βίου μάθησης που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, αν είσαι άνεργος, φταις εσύ, αφού δεν επέλεξες την μαθησιακή πορεία που θα σε καθιστούσε απασχολήσιμο.

 

Ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος

Ι. Καμτσίδου: Φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Ο πολίτης, που έχει κοινωνική καταγωγή και ιστορία, καθώς και τη δυνατότητα να θέτει και να διεκδικεί ατομικούς και συλλογικούς στόχους, χάνει την προτεραιότητά του ως υποκείμενο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την θέση του καταλαμβάνει το άτομο επιτέλους ελεύθερο, όπως λέγεται, απαλλαγμένο από τον πατερναλισμό του κοινωνικού κράτους, υπεύθυνο για την προσωπική του πορεία,  ένας καταναλωτής γνώσεων, προϊόντων, παροχών, επικοινωνίας — δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως τα ΜΜΕ είναι μια αγορά, την οποία ο καταναλωτής τη ρυθμίζει ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Το Πανεπιστήμιο, δεδομένης της αντίφασης που ενσωματώνει, καλείται να εξυπηρετήσει αυτή τη στόχευση της ηγεμονεύουσας ομάδας, να πάψει πια να προετοιμάζει επιστήμονες ικανούς να θεραπεύουν έναν κλάδο αναστοχαζόμενοι κριτικά τις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης τους, τις αξίες και τους θεσμούς της κοινωνίας για την ευημερία της οποίας ασκούν το επάγγελμά τους, αλλά άτομα τα οποία απλώς μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητές τους.

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Η ελπίδα, πάντως, βρίσκεται στο ότι δεν φαίνεται ακόμη πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, ότι χωρίς ίχνος έστω δημιουργικότητας το σύστημα δεν λειτουργεί. Ωστόσο ποιος είναι αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου που αναφέρει η Ιφιγένεια, ποιο είναι το νέο εγώ του ύστερου καπιταλισμού, που πρέπει να «κατασκευάσει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, ώστε να επιβιώσει στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία;

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε, με τη βοήθεια του Σένετ, τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του: Καταρχάς, το νέο εγώ θα έχει βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, θα  εντάξει στη λογική του ότι θα πρέπει να μετακινείται από το ένα καθήκον στο άλλο, από τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά, θα  έχει πάρει απόφαση ότι η δουλειά του είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόσκαιρη. Στη συνέχεια, θα πρέπει να είναι εστιασμένο στη δυνητική ικανότητα, δεν θα του ζητά κανείς να ξέρει κάτι καλά και σε βάθος, να είναι «μάστορας». Θα πρέπει να  μπορεί να αντιδρά στο συνεχώς νέο, το μη γνωστό, το δυνητικό. Αν σταματήσει μια δουλειά, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί, για να επιβιώσει, σε μια άλλη. Τέλος, θα πρέπει να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει την εμπειρία του παρελθόντος, να μην τον ενδιαφέρει η ιστορία της δραστηριότητας που επιτελεί, να αντιδρά μόνο στο σήμερα με «δεξιότητα», να μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα χωρίς να τον ενδιαφέρει από πού προήλθαν, να εντάσσεται σε μια πραγματικότητα που αλλάζει συνεχώς, χωρίς να ρωτά το γιατί. Συνέχεια ανάγνωσης

Επανάσταση στων «γιασεμιών»: η ανησυχία είναι ορατή σε όλη την ευρύτερη περιοχή

Standard

Συνέντευξη με τον  Ζιλ Κεπέλ

μετάφραση: Νατάσσα Φουντουλάκη


Ενώ η «επανάσταση των γιασεμιών» συνεχίζεται στην Τυνησία, η αναταραχή εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες, με πρώτο παράδειγμα την Αίγυπτο. Την προηγούμενη Κυριακή δημοσιεύσαμε στα «Ενθέματα» τη διακήρυξη αλληλεγγύης στην τυνησιακή επανάσταση που υπέγραφαν δεκάδες ευρωπαίοι αγωνιστές και διανοούμενοι. Σήμερα, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τα αίτια που οδήγησαν στον ξεσηκωμό και τις συνθήκες που διαμορφώνονται, δημοσιεύουμε τη συνέντευξη του αραβολόγου και ισλαμολόγου, καθηγητή στο LSE, Gilles Kepel  (Liberation, 17.1.2011). Επίσης, αποσπάσματα από τα άρθρα του γαλλοτυνήσιου ποιητή, ισλαμολόγου, δοκιμιογράφου και καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Paris-X Abdelwahab Meddeb (Le Monde, 18.1.2011) και του μαροκινού συγγραφέα και ποιητή Abdellah Taïa που από το 1998 ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι (Le Monde, 18.1.2011).

 

Ποια μπορεί να είναι η κατάληξη αυτού του κινήματος;

Πρέπει καταρχάς να αναλύσουμε την ιδιαιτερότητά του. Μέχρι στιγμής, κύρια κινητήρια δύναμη της επανάστασης στην Τυνησία ήταν η μορφωμένη μεσαία τάξη, η οποία γενικώς είναι ουδετερόθρησκη. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί αυτό το κίνημα από τις εκρήξεις που κλυδώνισαν την Αλγερία στις αρχές Ιανουαρίου, όπου στα επεισόδια πρωταγωνίστησαν κυρίως περιθωριοποιημένοι νέοι, οι οποίοι ως επί το πλείστον λεηλατούσαν καταστήματα ή σύμβολα της μεσαίας τάξης, μην έχοντας τη δύναμη να επιτεθούν σε ένα πανίσχυρο κράτος. Στην Τυνησία, το κίνημα ξεκίνησε μετά από την αυτοπυρπόληση ενός νεαρού πτυχιούχου, που κατάντησε να πουλάει ζαρζαβατικά, και ο οποίος υπήρξε θύμα της βιαιότητας και της διαφθοράς της αστυνομίας. Η πραγματικότητα αυτή λειτουργεί ως σύμβολο που αγγίζει το σύνολο του αραβικού κόσμου, όπου παντού μπορεί κανείς να συναντήσει παρόμοιες καταστάσεις. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της Τυνησίας έγκειται στο ότι η κίνηση αυτή είχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Η μεσαία τάξη κατόρθωσε να κατέβει στο δρόμο και να αναγκάσει τον Μπεν Αλί σε φυγή. Βέβαια, η νίκη αυτή πιθανότατα δεν θα είχε επιτευχθεί, ή τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα, εάν δεν είχε προσχωρήσει στο κίνημα εναντίον του δικτάτορα ο στρατός, τον οποίο άλλωστε ο Μπεν Αλί δεν εμπιστευόταν, και στηριζόταν, πάνω από όλα, στην αστυνομία. Συνέχεια ανάγνωσης