Η επανάσταση στην Τυνησία, πηγή έμπνευσης για τη Μεσόγειο

Standard

Ο λαός της Τυνησίας ξεσηκώθηκε για την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του. Ναι, τέτοιες εξεγέρσεις είναι ακόμα δυνατό να συμβούν στις μέρες μας. Είναι αναγκαίες. Είναι ελπιδοφόρες. Ταυτόχρονα όμως κινδυνεύουν, επειδή ξαναθέτουν σε αμφισβήτηση ισχυρά τοπικά συμφέροντα και δομές μιας διεθνούς καθεστηκυίας τάξης, η οποία φοβάται και επιχειρεί ευθέως να τις συντρίψει ή να τις αποπροσανατολίσει. Χρειάζονται ενότητα, αποφασιστικότητα, καθαρή ματιά και αλληλεγγύη.

Τύνιδα, 19 Ιανουαρίου. Φωτογραφία του m. elorbany, από το flickr

Μετά από είκοσι τρία χρόνια φαινομενικής «παθητικότητας», μέσα σε λίγες μέρες αγώνα που δώσαν με την ψυχή και το μυαλό τους, χωρίς να δειλιάσουν μπροστά στην καταστολή, χωρίς ιδεολογικούς μαξιμαλισμούς, οι πολίτες της  Τυνησίας, άντρες και γυναίκες (άνεργοι πτυχιούχοι και μη, εργάτες, φοιτητές, καθηγητές, δικηγόροι, υπάλληλοι, έμποροι, στρατιώτες) κατάφεραν να νικήσουν μια σκληρή και διεφθαρμένη δικτατορία, που αποτελούσε καταστροφή για τη χώρα τους και όνειδος για τον πανάρχαιο πολιτισμό τους· μια δικτατορία η οποία συντηρούνταν στην εξουσία με την υποστήριξη που της παρείχαν οικονομικοί οργανισμοί, κράτη και στρατιωτικές συμμαχίες της περιοχής, καθώς και οι ειδικοί της παγκόσμιας «διακυβέρνησης».

Αυτή η επανάσταση –γιατί για επανάσταση πρόκειται– ανοίγει νέες προοπτικές και γεμίζει ελπίδα τον λαό της Τυνησίας, που τώρα μπορεί να γίνει ξανά κύριος της μοίρας του, να αποκαταστήσει τις ατομικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, να ξαναφτιάξει δημοκρατικούς θεσμούς, να ανακτήσει αγαθά που έκλεψε ή ιδιοποιήθηκε η προεδρική φατρία, να πολεμήσει το πελατειακό σύστημα, να θέσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας στην υπηρεσία της ανάπτυξης και της μάχης κατά της φτώχειας.

Αυτή η επανάσταση αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους γείτονες στον Νότο ή τον Βορρά της Μεσογείου, οι οποίοι, σε διαφορετικές συνθήκες, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα. Συντελεί στη δημιουργία των συνθηκών για ένα νέο σύστημα διεθνών σχέσεων, το οποίο θα αφορά την από κοινού διαχείριση προβλημάτων μετανάστευσης, ασφάλειας, οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας, στο οποίο θα συμμετέχουν λαοί κυρίαρχοι, φωτισμένοι, παθιασμένοι για δικαιοσύνη και πρόοδο.

Η μετάβαση στη δημοκρατία

Διαδήλωση στο Παρίσι για την Τυνησία, 18.1.2011: "Η ουτοπία είναι μια πραγματικότητα εν δυνάμει" Φωτογραφία του Τhe Pusher, από το flickr

Ωστόσο, τρεις προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για να μπορέσει να υλοποιηθεί μια τέτοια προοπτική, η οποία, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Η πρώτη είναι να μην καταφέρουν οι εκπρόσωποι του συστήματος, στους οποίους ο διωγμένος δικτάτορας παρέδωσε το σκήπτρο της εξουσίας, να καταπνίξουν ή αποπροσανατολίσουν  τον ξεσηκωμό του τυνησιακού λαού, χρησιμοποιώντας — την αναρχία ως πρόσχημα –ή και προκαλώντας εν ανάγκη, για να εμποδίσουν τη μετάβαση στη δημοκρατία. Nέοι ηγέτες πρέπει να αναδειχθούν μέσα από τον λαό, ηγέτες στους οποίους να μπορεί να εμπιστευτεί τη δύσκολη πορεία που ανοίγεται μπροστά του.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να μην πνιγεί η επανάσταση από εξωτερικές πιέσεις,  στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές. Ήδη διάφοροι οίκοι αξιολόγησης ανακοινώνουν  την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Τυνησίας στις κεφαλαιαγορές, ενώ ποικίλες  φωνές επισημαίνουν με ανησυχία τον αντίκτυπο μιας αλλαγής του καθεστώτος της Τυνησίας στον παγκόσμιο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

Μια τρίτη προϋπόθεση, τέλος, είναι οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, και ιδιαίτερα στη Μεσόγειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, να εκφράσουν ξεκάθαρα την υποστήριξη τους στη δημοκρατική μετάβαση που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή στην Τυνησία και να την κάνουν δική τους υπόθεση.

 

Τύνιδα, 20 Ιανουαρίου. Φωτογραφία του cjb22, από το flickr

Εμείς τους καλούμε να πορευτούν με αποφασιστικότητα σ’ αυτό τον δρόμο, ενώ προσβλέπουμε, την ίδια στιγμή, από τα βάθη της καρδιάς μας, στην επιτυχία της αλλαγής που μόλις έχει ξεκινήσει στην Τυνησία.

Tewfik Allal, συνδικαλιστής· Etienne Balibar, Πανεπιστήμιο Paris-X-Nanterre Fethi Benslama, ψυχαναλυτής· Faouzia Charfi, Πανεπιστήμιο της Τύνιδας· Khadjia Chérif, πρόεδρος της Τυνησιακής Ένωσης Δημοκρατικών Γυναικών (ATFD)· Luciana Castellina, συνιδρύτρια του Il Manifesto· François Gèze, εκδότης· Mohammed Harbi, ιστορικός· Abdellatif Laabi, συγγραφέας· Jean-Marc Lévy-Leblond, φυσικός και δοκιμιογράφος· Giacomo Marramao, φιλόσοφος· Edgar Morin· Josep Ramoneda, πολιτειολόγος· Rossana Rossanda, συνιδρύτρια  τού Il Manifesto· Rajae Aboulaïch· Didier Arnal· Eliane Becache· Amel Ben Abda· Hazem Ben Aïssa· Esther Benbassa· Zohra Ben· Lakhdar-Akrout· Fethi Benslama· Rudolf Bkouche· Sadok Ben Rejeb· Noureddine Boudriga· Alice Cherki· Mabrouk Daldoul· Abdellatif Elbadia· Nilufer Gole· Andreas Griewank· Pierre Guenancia· Tuong Ha-Duong· Salah Horchani· Mohammed Jaoua· Jean-Pierre Kahane· Juliette Leblond· Martine Léonard· Bernard Maitte· Mohammed Masmoudi· Benoît Millot· Bernard Quinnez· Mohammed Sifi· Khaoula Taleb-Ibrahimi· Michel Waldschmitt· Mourad Zeraï.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφ. «Le Monde», στις 18.1.2011

Η επανάσταση στην Τυνησία, πηγή έμπνευσης για τη Μεσόγειο

Ο Αλαίν Μπαντιού και ο Ζακ Ρανσιέρ στην Αθήνα

Standard

Ο Ζακ Ρανσιέρ και ο Αλαίν Μπαντιού θα βρεθούν και θα μιλήσουν την ερχόμενη εβδομάδα στην Αθήνα. Ο Ζακ Ρανσιέρ θα μιλήσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αύριο Δευτέρα 24 Ιανουαρίου, στις 6.30 μ.μ., με θέμα «Τι μπορεί να σημαίνει Δημοκρατία σήμερα». Η ομιλία γίνεται με  την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά του βιβλίου του Το μίσος για τη Δημοκρατία, μετάφραση Βίκυ Ιακώβου, εκδ. Πεδίο 2010 (σειρά: «Σύγχρονες Κοινωνίες», υπεύθυνη Ξένια Χρυσοχόου). Στα «Ενθέματα» δημοσιεύουμε σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του με θέμα τον λαϊκισμό (Liberation, 3.1.2011). H εφημερίδα, ξεκινώντας από την ευρύτατη χρήση του όρου στη Γαλλία το τελευταίο διάστημα (χρησιμοποιήθηκε για τις επιθέσεις της Μαρίν Λε Πεν κατά του Ισλάμ, τις καταγγελίες του Ζαν-Λυκ Μελενσόν κατά των ελίτ και τον διωγμό των Ρομά από τον Νικολά Σαρκοζύ), ζήτησε τη γνώμη τριών φιλοσόφων, του Ζ. Ρανσιέρ, του Έντσο Τραβέρσο και του Μπερνάρ Στίγκλερ. Ο Ζ. Ρανσιέρ, στο κείμενό του, εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη του,  η καταγγελία του «λαϊκισμού» αποτελεί  έκφραση του φόβου για τη δημοκρατία και τις μάζες.

Ο Αλαίν Μπαντιού θα δώσει τρεις διαλέξεις. Την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου (5.30 μ.μ.), θα μιλήσει με θέμα «Μορφές της γυναικείας υποκειμενικότητας στον σύγχρονο κόσμο», στο Γαλλικό Ινστιτούτο (Σίνα 31). Το Σάββατο  28 Ιανουαρίου (6.30 μ.μ.) θα μιλήσει «Για την κρίση», στο Πολυτεχνείο, ενώ την Κυριακή 29 Ιανουαρίου (11.30 π.μ.) για το βιβλίο του Λογικές των Κόσμων και πάλι στο Πολυτεχνείο (οδός Πατησίων). Με την ευκαιρία αυτή, προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Δεύτερο φιλοσοφικό Μανιφέστο, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη (μετάφραση: Δ. Βεργέτης, Φ. Σιατίτσας, επιμέλεια-επίμετρο: Δ. Βεργέτης), μαζί με ένα σχετικό εισαγωγικό σημείωμα του Δ. Βεργέτη.

Μετατοπίσεις της φιλοσοφίας στον Αλαίν Μπαντιού

Standard

του Δημήτρι Βεργέτη

Το Είναι και Συμβάν του Μπαντιού  θεωρήθηκε σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας. Επρόκειτο για ένα περίτεχνο και ρηξικέλευθο φιλοσοφικό εγχείρημα που αρθρώνεται  ως συνισταμένη μιας σπάνιας φιλοσοφικής και μαθηματικής παιδείας. Ο Μπαντιού αποδείκνυε εκεί  ότι το οντολογικό ερώτημα που διαμόρφωσε το πεπρωμένο της φιλοσοφίας ως μεταφυσικής εμπίπτει εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των μαθηματικών, τα οποία δεν είναι συρρικνώσιμα στη σοφιστική των γλωσσικών παιγνίων που η αγγλοσαξονική παράδοση κληρονόμησε από τον δεύτερο Βιτγκενστάιν. Παράλληλα,  η ανατρεπτική  αυτή θέση έδινε τη χαριστική βολή στην οντολογία του Χάιντεγκερ, που ο ακατάβλητος Ντερριντά υπέβαλλε σε ατέρμονη αποδόμηση. Επισημαίνω ότι όταν ο Μπαντιού αποκρυπτογραφεί τα μαθηματικά ως  την καθ’ ύλη επιστήμη του Είναι, από τη θέση αυτή ουδόλως εξυπακούεται ότι ο κόσμος και το πραγματικό είναι δομημένοι ως μαθηματικές οντότητες και στοιχειοθετημένοι από τη συνδυαστική μαθηματικών αντικειμένων. Η θέση του αφορά όχι τον κόσμο, αλλά τον λόγο και συγκεκριμένα την παρουσίαση του μεν από τον δε. Ο δε  πολιτικός στόχος συνίσταται  στην ανάδειξη της ετεροτοπίας του συμβάντος ως προς το είναι. Συνέχεια ανάγνωσης

Νέοι όροι της φιλοσοφίας

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Αλαίν Μπαντιού

μετάφραση: Δημήτρις Βεργέτης, Φώτης Σιατίστας

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς, κοστούμι για θεατρική παράσταση

Διατηρώ και  σήμερα αυτό το σύστημα όρων. Εντούτοις  η απεικόνισή του έγινε πολύ πιο  ασαφής. Όσον αφορά τις επιστήμες, συρρικνώνονται όλο και περισσότερο  στις επιπτώσεις που έχουν πάνω στην εμπορική διάσταση των τεχνολογιών. Αυτό που καλύπτει η λέξη «τέχνη»  αποσυντίθεται ανάμεσα στην αναιμική ιδέα της «επικοινωνίας», στην «πολυμιντιακή» επιθυμία για σύνθεση όλων των αισθητών μέσων μέσα σε νέες φαντασιακές κατασκευές και τέλος στον πολιτιστικό σχετικισμό, που καταλύει κάθε νόρμα. Στην πραγματικότητα η λέξη «κουλτούρα» φαίνεται πως μέλλει να απαγορεύσει σταδιακά κάθε σαφή χρήση της λέξης «τέχνη». Υπό το όνομα της δημοκρατίας, και μετά την κατάρρευση του κρατικού κομμουνισμού, η πολιτική ανάγεται κατά κανόνα σε ένα συμπίλημα οικονομίας και διαχείρισης, με αρκετή δόση αστυνόμευσης και έλεγχο από πάνω. Όσον αφορά τον έρωτα βρίσκεται στριμωγμένος ανάμεσα σε μια σύλληψη της οικογένειας σφραγισμένης από την έννοια του συμβολαίου και σε μια ελευθεριάζουσα σύλληψη της σεξουαλικότητας. Ας πούμε, χάριν συντομίας, ότι η τεχνική, η κουλτούρα, η διαχείριση και το σεξ έρχονται να καταλάβουν τη γενολογική θέση της επιστήμης, της τέχνης, της πολιτικής και του έρωτα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι θα έπρεπε επίσης, πέρα από την υπενθύμιση των όρων και της σύγχρονης μορφής τους, να υπερασπιστούμε την ενεργό αυτονομία  τους. Πράγμα που σημαίνει κατ’ ουσίαν να τις τοποθετήσουμε στη σύγχρονη ιστορία των διαδικασιών τους. Απέφυγα να κάνω εδώ αυτή την εργασία, περισσότερο περιγραφική παρά θεωρητική.

Οι ενδείξεις, ωστόσο, είναι αρκετά σαφείς.

Συνέχεια ανάγνωσης

Χρήσεις και καταχρήσεις της έννοιας του «λαϊκισμού»

Standard

Ο λαός δεν είναι μια άξεστη και αμαθής μάζα

του Ζακ Ρανσιέρ

μετάφραση: Φλώριος Πλατζιαφλόρας

 

 

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς

Δεν περνά ούτε μια μέρα που να μην ακούσουμε καταγγελίες για τον κίνδυνο του λαϊκισμού. Κι όμως δεν είναι εξίσου εύκολο να καθορίσουμε την ακριβή σημασία της λέξης. Ποιος είναι λαϊκιστής; Εξετάζοντας τις διάφορες σημασίες και τη ρευστότητα του όρου, διαπιστώνουμε ότι τρία είναι τα ουσιώδη στοιχεία που ορίζουν τον λαϊκισμό, στο πλαίσιο του κυρίαρχου λόγου: Πρώτον, ένας τρόπος απεύθυνσης κατευθείαν στον λαό, που παρακάμπτει τους εκπροσώπους και τους αξιωματούχους­· δεύτερον, ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυβερνώσες ελίτ μεριμνούν περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά  για το δημόσιο συμφέρον· τρίτον,  μια ταυτοτική ρητορική που εκφράζει φόβο και απόρριψη των ξένων.

Είναι σαφές, βέβαια, ότι δεν υπάρχει κάποια αναγκαία σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρία  αυτά χαρακτηριστικά. Το ότι υπάρχει μια οντότητα που αποκαλείται «λαός», η οποία αποτελεί την πηγή κάθε εξουσίας και το σώμα στο οποίο απευθύνεται προνομιακά ο πολιτικός λόγος, είναι μια πεποίθηση που ενέπνεε παλαιότερα όλους όσους μιλούσαν από τη σκοπιά της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Δεν συνδέεται με καμιάς μορφής ρατσιστικά ή ξενοφοβικά αισθήματα.

Δεν χρειαζόμαστε κανέναν δημαγωγό για να μας αποκαλύψει ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται την καριέρα τους και όχι το μέλλον των συμπολιτών τους ή ότι οι ηγέτες μας συναγελάζονται στενά με τους εκπροσώπους των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων: οι ίδιες εφημερίδες που καταγγέλλουν τη «λαϊκιστική» ασυδοσία, μας προσφέρουν καθημερινά τις  πιο λεπτομερείς αποδείξεις. Από την πλευρά τους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που θεωρούνται «λαϊκιστές», όπως ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή ο Νικολά Σαρκοζί, αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διακινήσουν τη «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες. Ο όρος «λαϊκισμός» δεν χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάποια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη. Δεν αναφέρεται σε καμιά ιδεολογία, ούτε καν ένα συγκροτημένο πολιτικό στυλ. Χρησιμεύει απλώς για να φιλοτεχνήσει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα του λαού.

Κι αυτό επειδή «ο λαός» δεν υπάρχει. Εκείνο που υπάρχει είναι διαφορετικές ή και ανταγωνιστικές εικόνες του λαού, που έχουν φτιαχτεί  η καθεμιά με την επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων μορφών συνάθροισης, ορισμένων διακριτικών χαρακτηριστικών, κάποιων ικανοτήτων ή αδυναμιών. Η έννοια του λαϊκισμού κατασκευάζει έναν λαό που τον χαρακτηρίζει το ακαταμάχητο κράμα μιας ικανότητας (της ωμής δύναμης του πλήθους) και μιας αδυναμίας (της άγνοιας που αποδίδεται επίσης στο πλήθος). Γι’ αυτό ακριβώς, το τρίτο στοιχείο, ο ρατσισμός, έχει ουσιώδη σημασία. Χρησιμεύει για να δείξει στους δημοκράτες, πάντα επιρρεπείς σε  έναν αφελή ιδεαλισμό, τι εστί λαός στην πραγματικότητα: ένα κοπάδι κυριευμένο από ένα από μια πρωτογενή ενόρμηση απόρριψης, που μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα κατά των κυβερνώντων τους οποίους θα ξεσκεπάσει ως προδότες, αδυνατώντας να κατανοήσει την συνθετότητα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά και κατά των ξένων που ο λαός αυτός τους φοβάται λόγω της αταβιστικής του προσκόλλησης σε έναν τρόπο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη. Η έννοια του λαϊκισμού επαναφέρει μια εικόνα του λαού που εισήγαγαν στα τέλη του 19ου αιώνα στοχαστές όπως ο Ιππόλυτος Ταιν και ο Γουσταύος Λε Μπον, τρομοκρατημένοι από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: του άξεστου πλήθους, του όχλου που εντυπωσιάζεται από τα ηχηρά συνθήματα των «μπροστάρηδων» και άγεται σε ακραίες βιαιότητες διαμέσου της διασποράς ανεξέλεγκτων διαδόσεων και ενός μεταδοτικού φόβου.

Κατά πόσον όμως  μπορούμε να μιλάμε για τέτοια επιδημικά ξεσπάσματα ενός τυφλωμένου όχλου που άγεται από χαρισματικούς ηγέτες στη σημερινή Γαλλία; Όσες διαμαρτυρίες κι αν διατυπώνονται καθημερινά απέναντι στους μετανάστες, και ιδίως τους «νέους των προαστίων», πάντως δεν παίρνουν τη μορφή μαζικών λαϊκών διαδηλώσεων. Αυτό που αποκαλούμε ρατσισμό σήμερα στη χώρα μας είναι, κατά βάση, ο συνδυασμός δύο στοιχείων. Το πρώτο είναι μια σειρά διακρίσεις όσον αφορά την εύρεση εργασίας ή την ενοικίαση κατοικίας. Το δεύτερο είναι μια σειρά κρατικές ενέργειες, καμία από τις οποίες δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιου μαζικού κινήματος: περιορισμοί για την είσοδο στη χώρα, μη νομιμοποίηση ανθρώπων που δουλεύουν, καταβάλλουν εισφορές και πληρώνουν φόρους εδώ για πολλά χρόνια, περιορισμένη εφαρμογή του «δικαίου του εδάφους», διπλές ποινές (διοικητικές και δικαστικές),  νόμοι κατά της μαντίλας και της μπούρκας, φορολογία για την εξεύρεση πόρων που θα χρησιμοποιηθούν για  την «επαναπροώθηση» μεταναστών ή τη διάλυση νομαδικών καταυλισμών. Αυτά τα μέτρα έχουν πρωταρχικό στόχο να καταστήσουν επισφαλή  τα εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα ενός  τμήματος του πληθυσμού, και να δημιουργήσουν  έναν αριθμό ξένων εργαζομένων που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απελαθεί  στις χώρες τους και Γάλλων που δεν θα είναι βέβαιοι για την παραμονή τους.

Τα παραπάνω μέτρα στηρίζονται από μια ιδεολογική καμπάνια που νομιμοποιεί αυτή τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων κάποιων, με το επιχείρημα ότι αυτοί δεν διαθέτουν ορισμένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα. Δεν είναι όμως οι «λαϊκιστές» του Εθνικού Μετώπου εκείνοι που ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία. Είναι οι διανοούμενοι, και μάλιστα της Αριστεράς, εκείνοι που ανακάλυψαν το εξής ακαταμάχητο επιχείρημα: αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι αληθινά Γάλλοι, γιατί δεν είναι εκκοσμικευμένοι.

Το πρόσφατο «ολίσθημα» της Μαρίν Λε Πεν είναι εξαιρετικά διδακτικό επ’ αυτού: στην πραγματικότητα συμπύκνωσε σε  μια συγκεκριμένη εικόνα μια ακολουθία (μουσουλμάνος=ισλαμιστής=ναζί), λίγο πολύ διαδεδομένη και στη δημοκρατική ρητορεία.  Η «λαϊκιστική» άκρα δεξιά δεν εκφράζει ένα ξενοφοβικό πάθος, που πηγάζει από τα βάθη του λαϊκού σώματος· είναι ένας δορυφόρος που εκμεταλλεύεται προς όφελός του τις στρατηγικές του κράτους και τις καμπάνιες των διανοουμένων υπέρ των διακρίσεων. Το κράτος συντηρεί ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας που μπορεί να συνδυάζει από την απειλή της κρίσης και της ανεργίας μέχρι το λιώσιμο των πάγων και τη ρύπανση του περιβάλλοντος, για να τις χωνέψει όλες στην υπέρτατη απειλή, την ισλαμική τρομοκρατία. Η άκρα δεξιά προσθέτει τα χρώματα της σάρκας και του αίματος στο πορτρέτο που έχουν ήδη σκιαγραφήσει με ακρίβεια τα υπουργικά μέτρα και ο λόγος των ιδεολόγων.

Έτσι, ούτε οι «λαϊκιστές» ούτε ο λαός που φιλοτεχνούν  οι τελετουργικές καταγγελίες του λαϊκισμού ανταποκρίνονται πραγματικά στον ορισμό τους. Αλλά αυτό λίγο ενδιαφέρει όσους τους επισείουν ως φαντάσματα. Το κρίσιμο, γι’ αυτούς,  είναι να αναμίξουν σε ένα ακατάλυτο αμάλγαμα αυτή καθαυτή την ιδέα του λαού της Δημοκρατίας με την ιδέα του επικίνδυνου όχλου. Και να εξάγουν το συμπέρασμα πως πρέπει όλοι να αποδεχτούμε αυτούς που μας κυβερνούν, καθώς οποιαδήποτε αμφισβήτηση της νομιμότητας και του κύρους τους ανοίγει την πύλη προς τον ολοκληρωτισμό. «Καλύτερα μια δημοκρατία-μπανανία, παρά μια φασιστική Γαλλία» ήταν ένα από τα απεχθέστερα  συνθήματα κατά του Λεπέν τον Απρίλιο του 2002. Ο καταιγισμός που δεχόμαστε σήμερα για τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού επιδιώκει να εμπεδώσει, στο πεδίο της θεωρίας, την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Σημείωση των «Ενθεμάτων». Όπως μας επισήμαναν κάποιοι φίλοι, και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το κείμενο έχει ήδη δημοσιευτεί, σε άλλες μεταφράσεις, στο μπλογκ Radical Desire στις 6.1.2011 (radicaldesire.blogspot.com/2011/01/blog-post_7508.html) και στο σάιτ «Προοδευτική Πολιτική» στις 7.1.2011 ( http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=6600&LID=1)

 

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Standard

Συζητούν η Ελένη Καλαφάτη, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Στην πολιτειολογική συζήτηση, δύο είναι τα βασικά μοντέλα που περιγράφουν το πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του: το φιλελεύθερο και το λειτουργικό.

Το φιλελεύθερο μοντέλο αντιστοιχεί στο πανεπιστήμιο όπως αυτό διαμορφώνεται κατά τον Διαφωτισμό, και έχει μάλλον αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. To πανεπιστήμιο αυτό στηρίζεται οργανωτικά στην κυρίαρχη θέση του καθηγητή και στην αυταξία της γνώσης που παράγει. Είναι ένα πανεπιστήμιο αποκομμένο σχετικά από την κοινωνία, καθώς ως πεδίο παραγωγής γνώσης και δομή όπου αναπτύσσεται η έρευνα οργανώνει τη δραστηριότητά του όχι με βάση τις κοινωνικές απαιτήσεις, αλλά την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό, στελεχώνεται από λίγους και απευθύνεται σε λίγους. Το μοντέλο εμφανίζεται και λειτουργεί στην πρώτη περίοδο θέσμισης των νεωτερικών πολιτευμάτων, όπου στο πολιτικό επίπεδο η κυριαρχία ανήκει στο έθνος. Η εκλογή των αντιπροσώπων γινόταν με τιμαριωτική ψήφο, δηλαδή στο εκλογικό σώμα συμμετείχαν οι οικονομικά εύρωστοι, οι οποίοι λόγω του οικονομικού τους status διέθεταν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα κοινά, ενώ τα μέλη των αντιπροσωπευτικών οργάνων επιλέγονταν από το ίδιο περιορισμένο εκλογικό σώμα με κριτήριο την ικανότητά τους να διαβουλεύονται, να προσεγγίζουν τον Ορθό Λόγο, ώστε να βρίσκουν λύσεις ευεργετικές για τα κοινωνικά προβλήματα.

Από το φιλελεύθερο στο λειτουργικό πανεπιστήμιο

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, νέες κοινωνικές τάξεις, και ιδίως η εργατική, έρχονται στο προσκήνιο διεκδικώντας συμμετοχή στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας· για να το πετύχουν, χρειάζονται, ανάμεσα στα άλλα, και γνώση. Με την επίδραση των κινημάτων που αναπτύσσονται και στοχεύουν σε μια διαφορετική θέσμιση της κοινωνίας, διαμορφώνεται το δεύτερο μοντέλο για το πανεπιστήμιο, το οποίο, υπό την επίδραση της γερμανικής σκέψης, ονομάζεται λειτουργικό. Το πανεπιστήμιο αυτό συνδέεται, και συνδέει το ίδιο την αποστολή του, με την κοινωνική πρόοδο και ευημερία και με την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Παραμένει μια δομή έρευνας και διδασκαλίας, αλλά η γνώση που φιλοδοξεί να παράγει δεν προβάλλει ως αυταξία· καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνίας και τη δημοκρατική μορφή της πολιτικής οργάνωσής της: όσον αφορά την οικονομία προετοιμάζει ικανούς μηχανικούς, καλούς αρχιτέκτονες, άρτια εκπαιδευμένους γιατρούς και δικηγόρους, ενώ όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει τους πολίτες. Πολίτες, τα ελεύθερα πρόσωπα δηλαδή, που με την κριτική τους σκέψη αναγνωρίζουν στο αίτημα για ίση κοινωνική αξιοπρέπεια ένα θεμελιώδη χαρακτήρα, καθώς επίσης είναι σε θέση να προάγουν τη συλλογική δράση για την ικανοποίησή του.

Το λειτουργικό πανεπιστήμιο δομείται και αναπαράγεται μέσα από τις αντιφάσεις του. Από τη μια, επειδή συνδέεται με την κοινωνία και στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση των μελών της πολιτικής κοινότητας, διεκδικεί την οργάνωσή του με βάση τα δημοκρατικά προτάγματα· από την άλλη όμως συνάπτεται με μια συγκεκριμένη διάρθρωση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που στοιχείται με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο καλείται να υπηρετήσει.

Έμιλ Νόλντε, "Μάσκες", 1911

Οι δυο ειδικότερες πτυχές του λειτουργικού πανεπιστημίου, η πρώτη που μπορούμε να ονομάσουμε δημοκρατική και συγκροτείται τόσο από την αυτοδιοίκηση της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και από τη συνεισφορά της στην διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών, και η δεύτερη που συνδέει την πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία με τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά. Μια τέτοια απόκλιση είναι σήμερα πολύ φανερή: η πρόοδος της τεχνολογίας, η γνώση που παράγει το πανεπιστήμιο, μπορεί να είναι ευεργετική σε κάποιους τομείς και να αναπτύσσει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες σε άλλους. Η βιοτεχνολογία, για παράδειγμα, είναι πολύτιμη, γιατί επιτρέπει την πρόοδο της ιατρικής, ταυτόχρονα όμως εγείρει σοβαρά ερωτήματα, λ.χ. ως προς το πώς κατανοούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ή ως προς τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Ενδεικτικά, η τεχνητή γονιμοποίηση θέτει το ζήτημα της κοινωνικής θέσης και αποστολής της γυναίκας, με τρόπο που ανατρέπει τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών: αφού η επιστήμη πλέον επιτρέπει την με οποιοδήποτε όρο τεκνοποίηση, η γυναίκα επιστρέφει στην αναπαραγωγική της αποστολή, ενώ η δημόσια συζήτηση δεν αφορά την σημασία του να είναι κανείς γονιός ή την ευχέρεια της γυναίκας να διαθέτει ελεύθερα το σώμα, αλλά έχει προσανατολιστεί στο δικαίωμά της να γίνει μητέρα με κάθε μέσο. Ακόμη, η βιοτεχνολογία αποτελεί παράμετρο προόδου και υψηλής κερδοφορίας σε διάφορους τομείς, όπως στον κλάδο των φαρμακευτικών εταιρειών· ταυτόχρονα όμως επιτρέπει το βιολογικό profiling, μια «ανεξίτηλη» καταγραφή και παρακολούθηση των ανθρώπων, σε άλλες δε επιστήμες, όπως στη νομική, έχει γεννήσει έναν προβληματισμό ενοχλητικό για το σύστημα.

Ζούμε σήμερα, λοιπόν, την ένταση της αντίφασης που διαπερνά το πανεπιστήμιο, η οποία συνδέεται με τις γενικότερες εξελίξεις. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των πανεπιστημίων αυτοτελώς. Μέσα στην παγκοσμιοποιούμενη αγορά που προβάλλει ως ο βασικός συνεκτικός δεσμός των ατόμων και των κοινοτήτων του «παγκόσμιου χωριού», το πανεπιστήμιο ωθείται να εξυπηρετήσει τη μία πτυχή της νεωτερικής αποστολής του: την παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι στοχεύσεις των εταιρειών, γενικότερα των οικονομικών μονάδων που διαμορφώνουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού και, ταυτόχρονα, την κατάρτιση όσων θα κληθούν να στηρίξουν την εφαρμογή των τεχνολογιών, οι οποίοι όμως δεν θα εισάγονται στη μέθοδο και τις μεθόδους μιας επιστήμης, με άλλα λόγια με τις σπουδές τους δεν θα συγκροτούν επιστημονική προσωπικότητα ούτε θα μπορούν να σταθούν κριτικά απέναντι στη γνώση που τους μεταδίδεται.

Από τη μεγάλη τομή της δεκαετίας του 1960 στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού

Ελένη Καλαφάτη: Στη μεταπολεμική περίοδο, κατά την ένδοξη τριακονταετία, το πανεπιστήμιο μαζικοποιείται, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, και αυτό συνιστά σημαντική τομή στην ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης. Πολύ σχηματικά: Στις βιομηχανικές χώρες το πρότυπο ανάπτυξης βασίζεται στην ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας των επιχειρήσεων, ευνοώντας την πλήρη απασχόληση. Το γεγονός ότι οι νέοι βρίσκουν εύκολα εργασία μόλις τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση συνιστά εμπόδιο στη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι ανάγκη λοιπόν να τους ενθαρρύνουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους με την υπόσχεση ανώτερων μισθών και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις απευθύνονται για τη διάθεση των προϊόντων τους κυρίως σε μια εσωτερική αγορά με κορμό της τη μεσαία τάξη που συγκροτείται από τα ελευθέρια επαγγέλματα, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους κλπ. Οι εργοδότες έχουν συμφέρον συλλογικά να συμμετέχουν, μέσω του φόρου, στη χρηματοδότηση της επέκτασης της σχολικής εκπαίδευσης, ενώ συγχρόνως είναι διατεθειμένοι, ατομικά, να επωμιστούν το κόστος της προσαρμογής των διπλωματούχων που προσλαμβάνουν στις εξειδικευμένες ανάγκες της επιχείρησής τους, αφού αυτή την επένδυση θα μπορούσαν να την αποσβέσουν με την μακροχρόνια απασχόληση του εργαζομένου. Έτσι εκφράζεται διεθνώς μια μεγάλη ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση, αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών, ιδρύονται νέα πανεπιστήμια, και όλα αυτά με κρατικό προγραμματισμό και δημόσια χρηματοδότηση.

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ το 1962, στη σύσκεψη της Ουάσινγκτον, πρότεινε ως παγκόσμιο παράδειγμα την Γαλλία και την ΕΣΣΔ, τα δυο πιο συγκεντρωτικά κράτη στο θέμα του προγραμματισμού και της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης!

Είκοσι χρόνια αργότερα αλλάζει εντελώς ο λόγος του ΟΟΣΑ. Κατηγορεί πλέον τα κράτη –και τα Πανεπιστήμια– ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των αγορών. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1970 καταγγέλλεται ο «πληθωρισμός» των διπλωμάτων ως πολιτικά επικίνδυνος και εξαιρετικά δαπανηρός για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα αφού οι εργοδότες δεν μπορούν να επωφεληθούν από το κυρίως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: τη σχετική μείωση των μισθών των ειδικευμένων εργαζόμενων. Άμα έχω δίπλωμα δικαιούμαι και το επίδομα εκπαίδευσης· και καθώς οι απόφοιτοι, βλέποντας ότι δεν βρίσκουν απασχόληση, αρχίζουν να κυνηγούν όλο και περισσότερα διπλώματα –μεταπτυχιακό, διδακτορικό–, φτιάχνεται ένας φαύλος κύκλος που δεν αρέσει στις αγορές. Πρέπει λοιπόν να περάσει το βάρος της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στις οικογένειες και να αποσυνδεθεί το δίπλωμα από τη θέση απασχόλησης και το μισθό. Αυτό ακριβώς προτείνει τον Μάιο του 1972 ο Εντγκάρ Φωρ, σε υπόμνημά του για λογαριασμό της Unesco η οποία τότε περνά από το δόγμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή της ενθάρρυνσης για εκπαίδευση –μιλάμε πάντα για δημόσια εκπαίδευση– στη «διά βίου μάθηση». Την ίδια εποχή στη Βρετανία τα think tanks της Νέας Δεξιάς επεξεργάζονται το νεοφιλελεύθερο δόγμα και τα συστατικά της νέας διακυβέρνησης, ενώ η Θάτσερ ως υπουργός Παιδείας περικόπτει τα κονδύλια για την εκπαίδευση και καταργεί τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών.

Προσθέστε και το στοιχείο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακινηθούν όπου θέλουν, και εκεί επιθυμούν να βρίσκουν έτοιμο το προσωπικό που χρειάζονται. Στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, η Renault, λ.χ., παλιότερα προσλάμβανε κάποιους και ξόδευε για να τους εκπαιδεύσει, με τη λογική ότι θα τους έχει εκεί μέχρι να πάρουν σύνταξη. Τώρα οι πολυεθνικές ζητούν εργαζόμενους άμεσα παραγωγικούς χωρίς κόστος «ρονταρίσματος», τους οποίους να μπορούν να επιλέξουν πάνω σε ένα υπέδαφος εργατικού δυναμικού στη βάση των πιστοποιημένων δεξιοτήτων τους. Έτσι από τα τέλη της δεκαετία του 1980 η κυρίαρχη λογική (που διατυπώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Unesco και υιοθετείται από την Ε.Ε.), αφορά όχι πια την εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό που σχεδιάζεται και παρέχεται στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, αλλά το πώς αυτή θα παρέχει τεχνογνωσία και δεξιότητες, μετρήσιμες και συγκρίσιμες διεθνώς.

Συγχρόνως, με τον ίδιο τρόπο που η απορρύθμιση καταργεί τα εθνικά σύνορα για τα κεφάλαια, εξαφανίζει επίσης το όριο που τους απαγόρευε να διεισδύσουν σε μη εμπορευματοποιημένους τομείς της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο ο χαρακτήρας του Πανεπιστημίου πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και η σειρά ISO 9000

Ε. Καλαφάτη: Η σχέση του κράτους με το νεωτερικό Πανεπιστήμιο θα μπορούσε να περιγραφεί σχηματικά ως εξής: Σας δίνω τα μέσα να λειτουργήσετε, σας ελέγχω (μέσω του θεσμικού πλαισίου και των παρέδρων), αλλά σας έχω εμπιστοσύνη, εσείς ορίζετε τι διδάσκετε. Ακόμη και τη μεταπολεμική περίοδο, όταν το Πανεπιστήμιο μαζικοποιείται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικονομίας, υποστηρίζεται ως ένας θεσμός που παράγει και προσφέρει γνώση, χωρίς να επιδιώκει να απαντήσει σε εξειδικευμένες ανάγκες των επιχειρήσεων. Εξακολουθεί να αποτελεί έναν χώρο ελευθερίας όπου η επιστημονική παραγωγή είναι «δημόσιο αγαθό». Στα τέλη του 20ού αιώνα περνάμε πια σε άλλη φάση, όπου οι εταιρείες ζητάνε ένα επιχειρηματικό πανεπιστήμιο προσανατολισμένο απολύτως στις ανάγκες της αγοράς. Πώς ορίζεται αυτό;

Είναι μια επιχείρηση που δέχεται και δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, μπορεί να έχει εμπορικές δραστηριότητες, δηλαδή να πουλάει τη γνώση της, αρκεί να μην είναι κερδοσκοπική. Έχει αυτονομία διαχείρισης του ενεργητικού και του προσωπικού της, πρέπει όμως να μπορεί να αναπτύσσει ανταγωνιστικές στρατηγικές για τις αγορές, να δημιουργεί θυγατρικές, να συγχωνεύεται ενδεχομένως με άλλες τέτοιες μονάδες, να συνεργάζεται με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χρειάζεται, έτσι, ένα ειδικό εργαλείο από πρότυπα-ενδείκτες, που θα χρησιμεύει στους πελάτες (πελάτες με τη διπλή έννοια: οι πελάτες-σπουδαστές και οι πελάτες-επιχειρηματίες που θα προσλάβουν στη συνέχεια τους σπουδαστές) για την ενημέρωσή τους σχετικά με την ποιότητα του προϊόντος που παράγεται, αλλά και στους χρηματοδότες-μετόχους για τον έλεγχο της απόδοσης της «επιχείρησης» και τη χάραξη των στόχων.

Στις αγορές, η κοινή αναφορά σχετικά με την ποιότητα των προϊόντων –αναγκαία για την διευκόλυνση των διεθνών ανταλλαγών– είναι τα κείμενα (πρότυπα, πιστοποιήσεις κλπ.) των διεθνών οργανισμών, κυρίως του International Organisation for Standardisation (ISO). Συζητούν, λοιπόν, στους εμπλεκόμενους Οργανισμούς, για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), ποια από τις μεθόδους πιστοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί στα πανεπιστήμια, και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εφαρμογής της μεγάλης σειράς ISO 9000, η οποία πιστοποιεί τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος, και όχι το ίδιο το προϊόν.

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Ο έλεγχος του προϊόντος και μάλιστα του «προϊόντος-σπουδαστή», που θα «παράγει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να γίνει παρά δειγματοληπτικά και εκ των υστέρων. Γι’ αυτό προτάσσεται ο έλεγχος της διαδικασίας «παραγωγής», που αναφέρεται στον καθολικό έλεγχο όλων των παραμέτρων που συμβάλλουν προς το τελικό αποτέλεσμα, όπως είναι η οργάνωση της εργασίας, η κυκλοφορία της πληροφορίας μέσα στην επιχείρηση, ο προσδιορισμός επιδόσεων και οι συναφείς διαρκείς αξιολογήσεις του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτή τη λογική το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν είναι ελεύθερο να ορίσει τις διαδικασίες στο εσωτερικό του και, το κυριότερο, δεν μπορεί να τις μεταβάλει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μάλκολμ Χ: Από την οργή στην εξέγερση…

Standard

«Αν κάτι είναι δικαιωματικά δικό σου, τότε ή πολέμα γι’ αυτό ή σκάσε.Αν δεν μπορείς να πολεμήσεις γι’ αυτό, τότε ξέχνα το».

του Κώστα Αθανασίου

Γκράφιτι σε δρόμο της Νέας Υόρκης, 1992

Σε λίγες μέρες, τον Φεβρουάριο, συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Μάλκολμ Χ. Το έργο του, σε αντίθεση ίσως με κάποια βιογραφικά του στοιχεία, είναι σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα, αν και από το 2005 κυκλοφορεί (εκδ. Κουκκίδα) η βιογραφία που έγραψε ο Άλεξ Χάλεϊ και πρωτοεκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Το κενό αυτό έρχεται να συμπληρώσει εν μέρει η πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά μιας από τις πιο σημαντικές συλλογές κειμένων του Μάλκολμ Χ, με τίτλο Ο Μάλκολμ Χ μιλάει στους νέους (εκδ. Διεθνές Βήμα).

Γκέτο, έγκλημα, θρησκεία

Ο Μάλκολμ Χ γεννήθηκε στις 19 Μαΐου 1925, στη Νεμπράσκα, με το όνομα Μάλκολμ Λιτλ. Ο πατέρας του, αιδεσιμότατος Ερλ Λιτλ, αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά του και να φύγει, κυνηγημένος από την Κου Κλουξ Κλαν. Κατέληξαν στο Μίσιγκαν, όπου ο Ερλ Λιτλ δολοφονήθηκε. Το 1941 ο Μάλκολμ Χ πάει στη Νέα Υόρκη, στο Χάρλεμ.

Σοβιετική αντιρατσιστική αφίσα, 1968

Εκεί, εκείνη την εποχή, ο Μάλκολμ Χ (όπως και κάθε άλλος Μαύρος) έχει μπροστά του δύο επιλογές: υποταγή και προσπάθεια για «ένταξη», με αντάλλαγμα κάποια κακοπληρωμένη δουλειά, ή παρανομία. Ο Μάλκολμ επιλέγει τον δεύτερο δρόμο, ο οποίος το 1946 τον οδηγεί στην καταδίκη σε επτάχρονη φυλάκιση για κλοπή και διάρρηξη.

Στη φυλακή ο Μάλκολμ έρχεται σε επαφή με την οργάνωση Μαύρων μουσουλμάνων «Έθνος του Ισλάμ» και θεωρεί πως αυτό προσφέρει έναν (τον) δρόμο για την απελευθέρωση των Μαύρων στις ΗΠΑ. Το 1952 βγαίνει από τη φυλακή, ενώ την ίδια χρονιά παίρνει το χαρακτηριστικό και συμβολικό επώνυμο Χ· όπως λέει ο ίδιος, «το Χ του μουσουλμάνου συμβόλιζε το αληθινό αφρικανικό οικογενειακό [μου] όνομα […]. Για μένα, το Χ μου αντικατέστησε το όνομα που κάποιος γαλανομάτης διάβολος είχε επιβάλει στους προγόνους μου». Στο πλαίσιο του Έθνους του Ισλάμ, πολλές από τις θέσεις που υποστηρίζει εκείνη την εποχή ο Μάλκολμ Χ είναι αμφιλεγόμενες ή και προβληματικές, ωστόσο σύντομα αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο κεντρικά και μαχητικά στελέχη του. Συνέχεια ανάγνωσης