Κινηματογραφιστές στην ομίχλη και το ομιχλώδες κινηματογραφικό τοπίο

Standard

του Νίκου Πολίτη

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010. Λάδι σε πανί.

Εδώ κι ενάμιση χρόνο, απ’ όταν δηλαδή προετοιμαζόταν το 50ό επετειακό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πολλά έγιναν στον κινηματογραφικό χώρο. Το κυριότερο είναι πως έσκασε μύτη το νεοπαγές μόρφωμα των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη».

Πριν συνεχίσω, θα ’θελα να διευκρινίσω πως οι όποιες σκέψεις κι επισημάνσεις που ακολουθούν δεν έχουν καθόλου να κάνουν με το καλλιτεχνικό έργο όσων προσδιορίζονται ως «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», αλλά με τη δράση τους.

Υπενθυμίζω σύντομα: Λίγες μέρες πριν το περυσινό Φεστιβάλ, μια ομάδα σκηνοθετών αρνήθηκε να υποβάλει τις ταινίες για βράβευση στα ετήσια Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, θεωρώντας τα άκρως διαβλητά. Η άρνηση αυτή πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις και σε λίγες μέρες άλλαξε στόχευση. Δεν ήταν πια το «διαβλητό» της επιτροπής που ενοχλούσε, αλλά το ότι δεν είχε ψηφιστεί ακόμη ο νέος νόμος για τον κινηματογράφο. Το ότι η κυβέρνηση ήταν πολύ πρόσφατη και ο Υπουργός Πολιτισμού δεν προλάβαινε εκ των πραγμάτων να ’χει μελετήσει τα δύο προσχέδια που υπήρχαν στο συρτάρι του προκατόχου του δεν απασχόλησε καθόλου αυτούς τους σκηνοθέτες. Έτσι, με το «καλημέρα σας», οι νεόκοποι τότε «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» πέτυχαν ν’ αποδυναμώσουν το 50ό Φεστιβάλ –και κυρίως το Πανόραμα Ελληνικών Ταινιών– και να στείλουν στις ελληνικές καλένδες τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, που κάθε χρόνο έδιναν μιαν ανάσα σε τόσους ηθοποιούς και τεχνικούς. Ανάσα καλλιτεχνικής επιβράβευσης αλλά και οικονομικής στήριξης. Το ότι για όλα τούτα –και πολλά άλλα– το νέο αυτό ρεύμα δεν παρασκοτίστηκε, πολλοί το χρέωσαν στην ορμητικότητα του καινούριου. Την εκκωφαντική όμως σιωπή του Υπουργείου και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου δεν νοιάστηκε κανείς, τότε, να την ερμηνεύσει.

Παρ’ όλ’ αυτά, οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» γιγαντώθηκαν μ’ εντυπωσιακό ρυθμό. Γι’ αυτόν το λόγο, ό,τι πέρυσι θα μπορούσε να θεωρηθεί «νεανικό» παράπτωμα, φέτο δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ελαφρά τη καρδία. Οι ενστάσεις μου πολλές. Κατ’ αρχήν για την επίθεση σε κάθε μορφή συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Έφτασε πέρυσι να ζητάει γνωστή σκηνοθέτρια απ’ τον Υπουργό να τους δεχτεί όχι σαν ομάδα ούτε ως συνδικαλιστές, αλλά ως ανθρώπους. Μπορεί βέβαια η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών να μην είναι πια του γούστου τους. Οι σκηνοθέτες όμως την έφτιαξαν, αυτοί ας την αλλάξουν. Έτσι ορμητικοί και πολυπληθείς που είναι, με μια μαζική τους συμμετοχή στη γενική συνέλευση μπορούν να σαρώσουν όλο το «κατεστημένο». Πώς λοιπόν να μην κάνουμε και δεύτερες σκέψεις; Πώς να μη συνδέσω αυτή τη στάση με την κυρίαρχη σήμερα απαξίωση των συλλογικών εκπροσωπήσεων μέχρι την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας; Δεν είναι λίγο περίεργο που «πρωτοπορεί» η κινηματογραφική πρωτοπορία σ’ όλα τα «πρωτοποριακά» μέτρα του ΔΝΤ και της «σοσιαλιστικής» μας κυβέρνησης; Πώς να μη σκεφτώ πως η περυσινή παράλειψη του Υπουργείου να απονείμει τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, μιας κι οι περισσότεροι δε θα τα ’παιρναν, ήταν το πρώτο πάτημα για να καταργηθούν πλήρως στον καινούριο νόμο;

Φέτος πάλι, όταν πλησίαζε η έναρξη του Φεστιβάλ και το νομοσχέδιο γι’ άλλη μια φορά δεν ήταν έτοιμο, ο Υπουργός ανησυχούσε –υποθέτω– μην και δε γίνει Φεστιβάλ. Βγήκαν λοιπόν με δηλώσεις στις εφημερίδες και τον καθησύχασαν: Φέτος, είπαν, θα πάμε. Ακόμη σπάω το κεφάλι μου να βρω τη διαφορά του 2009 απ’ το 2010. Ανυπαρξία νομοσχεδίου τον ένα χρόνο, ανυπαρξία και τον άλλο. Εκτός κι αν ό,τι πειράζει τη μια απαλείφεται την άλλη… έτσι. Χωρίς καμιάν εξήγηση. Είχε προλάβει να δημιουργηθεί και η Ακαδημία Κινηματογράφου και να δώσει τα πρώτα βραβεία, απαλλαγμένα από τις «ταπεινές υλικές απολαβές» που δίνονταν ως τώρα, και τελείως αδιάβλητα υποθέτω. Μόνο να υποθέτω μπορώ βέβαια γιατί… ξανασπάω το κεφάλι μου και δεν βρίσκω σε τι διαφέρει ο τρόπος που λειτουργεί η αξιολόγηση της Ακαδημίας από τον τρόπο της 50μελούς επιτροπής που ίσχυε μέχρι πρόσφατα. Πώς, δηλαδή, εξασφαλίζεται η πιο αδιάβλητη και πιο αντικειμενική κρίση; Η μόνη απάντηση είναι μάλλον ετούτη: «Επειδή σας το λέμ’ εμείς».

Διάβασα προσεχτικά τον κανονισμό ανάδειξης ετήσιων κινηματογραφικών βραβείων που επισυνάπτεται στο καταστατικό της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Σε κανένα απ’ τα δέκα σημεία του δεν είδα να νοιάζονται οι συντάκτες να κατοχυρώσουν κανόνες που να προφυλάσσουν τους κρινόμενους αλλά και τους κριτές από άστοχες, άδικες ή διαβλητές κρίσεις. Απεναντίας, μπορεί κάποιο μέλος της Ακαδημίας να ’ναι κριτής και κρινόμενος ταυτόχρονα! (σημ. 3, σελ. 32). Ο πρώτος σπόρος των μελλοντικών διαφωνιών έχει ήδη φυτευτεί. Δε θέλω να ’μαι μάντης κακών, αλλά για σκεφτείτε: Ποια αντικειμενικότητα μπορεί να ’χει ένας κριτής-κρινόμενος; Και πώς όλοι αυτοί οι κριτές-κρινόμενοι, με άλλη μια μυστική –γιατί άραγε;– ψηφοφορία θα αποφασίζουν για την ταινία που θα εκπροσωπεί κάθε χρόνο την Ελλάδα στα Όσκαρ; Και πότε άραγε μεταβιβάστηκε η αρμοδιότητα της απόφασης για τα Όσκαρ από τους έως τώρα αρμόδιους δημόσιους φορείς στη νεοπαγή Ακαδημία; Κι αν τίποτα τέτοιο δεν έχει γίνει, η σιωπή του υπουργείου και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου είναι ανεξήγητη τουλάχιστον.

Οι σιωπές όμως που τυλίγουν τους «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» φαίνεται πως δεν έχουν τέλος. Κρούσμα τελευταίο, το κείμενο που παρουσίασαν το Νοέμβρη σε διημερίδα για την κινηματογραφική παιδεία στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννη. Θέμα του κειμένου, η «Πρόταση ίδρυσης Πειραματικού Εργαστηρίου Έρευνας της Κινηματογραφικής Τέχνης από τους “Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη”». Παραθέτω ολόκληρη την πρώτη παράγραφο:

«Οι “Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη” επεξεργαζόμαστε μια καινοτόμο παρέμβαση στον χώρο της κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα: την ίδρυση ενός εκπαιδευτικού Πειραματικού Εργαστηρίου Έρευνας της Κινηματογραφικής Τέχνης. Αποκαλύπτουμε πιο κάτω τα βασικά σημεία αυτής της πρότασης, ευελπιστώντας ότι σύντομα θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε τις σχετικές λεπτομέρειες. Το προτεινόμενο εγχείρημα θα έχει πιλοτική μορφή και σκοπεύουμε να αποτελέσει την ερευνητική βάση για τη δημιουργία μιας Πρότυπης Ανώτατης Σχολής Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών Τεχνών στο απώτερο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα και την αφετηρία συγκεκριμένων παρεμβάσεων για τη βελτίωση της υπάρχουσας κινηματογραφικής παιδείας στη χώρα μας».

Το κείμενο μοιράστηκε σ’ όσους παραβρίσκονταν στη διημερίδα. Κανείς τους δεν ήξερε ότι ανώτατη σχολή κινηματογραφικής παιδείας υπάρχει πια στην Ελλάδα εδώ κι έξι χρόνια; Ούτε η Πέμη Ζούνη, εκλεγμένη στη Βουλή με το ΠΑΣΟΚ, ούτε καν ο υπουργός Πολιτισμού που ήταν παρών; Ακόμη και μέλη των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», καθηγητές κατά τα άλλα στην υπάρχουσα σχολή, ούτε καν αυτοί αντέδρασαν εκείνη τη στιγμή; Και η υπουργός Παιδείας; Δεν το ’χει μάθει ακόμη πως ετοιμάζετ’ άλλη μία ανώτατη σχολή, κοντά σ’ αυτή που λειτουργεί έξι χρόνια τώρα; Και οι κινηματογραφιστές οι ίδιοι, που τόσα χρόνια φώναζαν και διεκδικούσαν την ανωτατοποίηση, τώρα που έχει γίνει διαλέγουν να την υπονομεύσουν; Γιατί μη μου πείτε πως χρειαζόμαστε στην Ελλάδα δύο πανεπιστημιακές σχολές κινηματογράφου. Επιπλέον, η καινούργια θα ’ναι και τριετούς φοιτήσεως. Ό,τι πρέπει δηλαδή για τ’ απώτερα σχέδια του Υπουργείου Παιδείας. Μήπως όλ’ αυτά εξηγούν τις παρατεταμένες σιωπές των ιθυνόντων; Ελπίζω ειλικρινά πως αυτές είναι μόνο δικές μου σκέψεις και πως δεν θα επιβεβαιωθούν στο μέλλον.

 

Σημείωση 1η: Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης υπάρχει Σχολή Καλών Τεχνών με τέσσερα τμήματα: 1) Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, 2) Μουσικών Σπουδών, 3) Θεάτρου και 4) Κινηματογράφου. Όλα τα τμήματα είναι πενταετούς φοιτήσεως. Το Τμήμα Κινηματογράφου θα βγάλει φέτος τους πρώτους απόφοιτούς του. Επειδή τα δύο πρώτα χρόνια της λειτουργίας του αυτό το Τμήμα συγχρηματοδοτήθηκε κι από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πολύ καλά εξοπλισμένο.

Σημείωση 2η: Το κείμενο πρότασης ίδρυσης πειραματικού εργαστηρίου περιέχει, συνοπτικά βέβαια, και τη διδακτική και την οργανωτική «φιλοσοφία» του όλου εγχειρήματος. Ας τ’ αφήσω όμως αυτό προς το παρόν.

 

Ο Νίκος Πολίτης είναι σκηνογράφος-ενδυματολόγος. Διδάσκει χρόνια στο Τμήμα Θεάτρου και δύο χρόνια στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ με σύμβαση 407.

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010. Λάδι σε πανί.

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 2», 2010. Λάδι σε πανί.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κινηματογραφιστές στην ομίχλη και το ομιχλώδες κινηματογραφικό τοπίο

  1. Πίνγκμπακ: Greek Weird Cinema #FAIL – aftermath of Filmmakers in the Fog | Project Keep Staring

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s