Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο

Standard

Οι βαθύτερες τάσεις και λογικές πίσω από το Σχέδιο Διαβούλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νίκος Κοταρίδης: Ξαναγυρνάω στην αρχή, στην τοποθέτηση της Ιφιγένειας Καμτσίδου, σε σχέση με τα μοντέλα πανεπιστημίων που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όταν είπε ότι η επίκλησή τους δεν έχει άμεση-χρηστική αξία, καθώς και εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε αντινομικές κοινωνικές πραγματικότητες και ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις. Φαντάζομαι ότι, όταν μιλάμε για αλλαγή μοντέλου, εννοούμε μάλλον μια ριζική τομή που έχει ήδη συντελεστεί και αναφέρεται περισσότερο στις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και λιγότερο στην παράδοση, τα σταθερά δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Το δεύτερο μοντέλο, το λειτουργικό, εξελίχθηκε σε δημοκρατικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ομοιογενές ή ότι λειτουργεί απρόσκοπτα· έχει αντιφάσεις, οι οποίες έχουν οξυνθεί, με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να βρίσκεται σε κρίση. Τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Νίκος, επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και επικοινωνίας, ενώ  η ηγεμονεύουσα τάξη επιδιώκει  να μεταλλάξει και το πανεπιστήμιο, ώστε αυτό να εξυπηρετεί άμεσα τις παρούσες ανάγκες της, δηλαδή να προσανατολιστεί στην κατάρτιση ατόμων που θα μπορούν να λειτουργούν ως προσωπικό με πιστοποιημένα προσόντα στις μετακινούμενες επιχειρήσεις: έτσι ώστε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να  μπορεί να μετεγκατασταθεί εύκολα και κερδοφόρα σε άλλη χώρα, βρίσκοντας εκεί καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες, όχι επιστήμονες.

Ακόμη, η αναμόρφωση της πανεπιστημιακής νομοθεσίας φαίνεται να προβάλλει το μοντέλο της νέας διακυβέρνησης· οι σχετικοί κανόνες θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται θεσμικά ένα πεδίο που ανήκει μεν στη δημόσια σφαίρα, αλλά καλείται να πραγματώσει σκοπούς που συνδέονται με τις επιδιώξεις  των αγορών ή των κυβερνώντων. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το Πανεπιστήμιο έχοντας χάσει κάποια από τα δομικά του χαρακτηριστικά, θα τείνει να λειτουργεί κυρίως ως ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, να παράγει πρότυπα πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής επικοινωνίας που δεν θα στηρίζονται σε ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου και φορείς ίσης αξιοπρέπειας, αλλά σε πρόσωπα που, αντί για κριτική σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες, και για τον λόγο αυτό συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και λόγο διά της ομάδας στην οποία κάθε φορά εντάσσονται.

Ελένη Καλαφάτη: Σήμερα, αυτό που προτάσσεται είναι η «ατομική υπευθυνότητα», που συνοδεύεται από έννοιες όπως αυτονομία, αυτοδιαχείριση, αυτοαξιολόγηση. Έτσι, στην εκπαίδευση το ιεραρχημένο σχολικό σύστημα  αντικαθίσταται από την ατομική μαθησιακή πορεία, μέσα από τις πολιτικές της διά βίου μάθησης που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, αν είσαι άνεργος, φταις εσύ, αφού δεν επέλεξες την μαθησιακή πορεία που θα σε καθιστούσε απασχολήσιμο.

 

Ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος

Ι. Καμτσίδου: Φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Ο πολίτης, που έχει κοινωνική καταγωγή και ιστορία, καθώς και τη δυνατότητα να θέτει και να διεκδικεί ατομικούς και συλλογικούς στόχους, χάνει την προτεραιότητά του ως υποκείμενο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την θέση του καταλαμβάνει το άτομο επιτέλους ελεύθερο, όπως λέγεται, απαλλαγμένο από τον πατερναλισμό του κοινωνικού κράτους, υπεύθυνο για την προσωπική του πορεία,  ένας καταναλωτής γνώσεων, προϊόντων, παροχών, επικοινωνίας — δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως τα ΜΜΕ είναι μια αγορά, την οποία ο καταναλωτής τη ρυθμίζει ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Το Πανεπιστήμιο, δεδομένης της αντίφασης που ενσωματώνει, καλείται να εξυπηρετήσει αυτή τη στόχευση της ηγεμονεύουσας ομάδας, να πάψει πια να προετοιμάζει επιστήμονες ικανούς να θεραπεύουν έναν κλάδο αναστοχαζόμενοι κριτικά τις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης τους, τις αξίες και τους θεσμούς της κοινωνίας για την ευημερία της οποίας ασκούν το επάγγελμά τους, αλλά άτομα τα οποία απλώς μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητές τους.

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Η ελπίδα, πάντως, βρίσκεται στο ότι δεν φαίνεται ακόμη πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, ότι χωρίς ίχνος έστω δημιουργικότητας το σύστημα δεν λειτουργεί. Ωστόσο ποιος είναι αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου που αναφέρει η Ιφιγένεια, ποιο είναι το νέο εγώ του ύστερου καπιταλισμού, που πρέπει να «κατασκευάσει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, ώστε να επιβιώσει στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία;

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε, με τη βοήθεια του Σένετ, τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του: Καταρχάς, το νέο εγώ θα έχει βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, θα  εντάξει στη λογική του ότι θα πρέπει να μετακινείται από το ένα καθήκον στο άλλο, από τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά, θα  έχει πάρει απόφαση ότι η δουλειά του είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόσκαιρη. Στη συνέχεια, θα πρέπει να είναι εστιασμένο στη δυνητική ικανότητα, δεν θα του ζητά κανείς να ξέρει κάτι καλά και σε βάθος, να είναι «μάστορας». Θα πρέπει να  μπορεί να αντιδρά στο συνεχώς νέο, το μη γνωστό, το δυνητικό. Αν σταματήσει μια δουλειά, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί, για να επιβιώσει, σε μια άλλη. Τέλος, θα πρέπει να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει την εμπειρία του παρελθόντος, να μην τον ενδιαφέρει η ιστορία της δραστηριότητας που επιτελεί, να αντιδρά μόνο στο σήμερα με «δεξιότητα», να μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα χωρίς να τον ενδιαφέρει από πού προήλθαν, να εντάσσεται σε μια πραγματικότητα που αλλάζει συνεχώς, χωρίς να ρωτά το γιατί.

Αυτή είναι η συνταγή «επιβίωσης» στις ασταθείς, κατακερματισμένες, εφήμερες συνθήκες, της σημερινής κοινωνίας. Πρέπει να εκπαιδευτούν λοιπόν άνθρωποι με βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, που δεν γνωρίζουν τίποτα σε βάθος και που δεν ενδιαφέρονται για την ιστορία της δραστηριότητας την οποία ασκούν, είτε είναι πρόσκαιρα εργαζόμενοι είτε σύμβουλοι επιχειρήσεων (ή και σχεδίων διαβούλευσης).

 

Η πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για «τακτοποίηση» της παιδείας

Ν. Κοταρίδης: Προφανώς, ούτε το Σχέδιο Διαβούλευσης «έχει ιστορία», ούτε οι σχεδιαστές του φαίνεται να πολυνοιάζονται για το αξιακό περιεχόμενο του δημόσιου πανεπιστημίου. Η βιασύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να «τακτοποιήσει» την Ελλάδα σημαίνει ότι, απλά, δεν αντιλαμβάνεται πλέον την πολυμορφία και τη διαφορετικότητα ως πλούτο, αλλά ως «εμπόδιο» στην πολιτική της «ενοποίησης της τριτοβάθμιας και της έρευνας». Πρόκειται για ενός τύπου «μονοκαλλιέργεια» στην έρευνα και τη διδασκαλία, η οποία, εκτός από την περιχαράκωση του περιεχομένου της έρευνας και της διδασκαλίας στα «ενδιαφέροντα» της αγοράς και της εξουσίας, θα φέρει μαζί του και τον «ψεκασμό» των ζιζανίων, την καταστολή της εναλλακτικότητας και της κριτικής.

Ε. Καλαφάτη: Στη Γαλλία έχουν περάσει οι ίδιες αλλαγές, πριν από δυο χρόνια.

Ν. Κοταρίδης: Ακριβώς. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι εμείς δεν είμαστε Γαλλία, έχουμε διαφορετική θέση ή «προορισμό» στον παγκόσμιο καταμερισμό της έρευνας και της καινοτομίας. Η κυβέρνηση, όχι τόσο γιατί διακρίνεται εδώ και χρόνια από μια άκριτη υιοθέτηση των «οδηγιών», αλλά επειδή ακριβώς έχει απολέσει την αίσθηση της πολιτικής αυτονομίας σκέφτεται κατά έναν παράδοξο τρόπο: η παρέμβασή της στο τοπικό, ο εθνικός χώρος τριτοβάθμιας και έρευνας, πριμοδοτεί την «οδηγία» και το μοντέλο έναντι της τοπικότητας και της ιδιαιτερότητας. Και φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτό το μοντέλο είναι αντιπαραγωγικό και για την επιβίωση του εθνικού χώρου τριτοβάθμιας και έρευνας, αλλά και για τη συμβολή της παιδείας και της έρευνας στην ανάπτυξη της οικονομίας. Επειδή η αγορά είναι άλλο πράγμα από αυτό που λέγαμε «παραδοσιακά» οικονομία, επειδή τα εξατομικευμένα, επιδέξια και «ελεύθερα υποκείμενα» του νεοφιλελευθερισμού είναι άλλο πράγμα από την κοινωνία, η κυβέρνηση με το να οδηγεί στη συνάρθρωση πανεπιστημίου-αγοράς απομονώνει το πανεπιστήμιο από την οικονομία, με το να «εξατομικεύει» τις σπουδές οδηγεί στην έκπτωση των μορφωτικών και παιδαγωγικών λειτουργιών του πανεπιστημίου.

Οι κυβερνώντες θεωρούν δεδομένες τις απώλειες που θα έχει το σύστημα, δηλαδή μείωση του φοιτητικού πληθυσμού και  συρρίκνωση του χώρου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο όριο όπου αυτό το σύστημα θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί είτε από τον οικογενειακό προϋπολογισμό και την «αγορά» είτε από το κράτος. Νομίζω ότι όταν λένε χρηματοδότηση από την αγορά γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει από την καταρρέουσα ελληνική αγορά, όταν λένε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης εννοούνε απλώς δίδακτρα. Όλα αυτά οδηγούν μαθηματικά στη συρρίκνωση του χώρου της τριτοβάθμιας και τον περιορισμό της πρόσβασης, αλλά, ως συνήθως, δεν έχουν καλοσκεφτεί πως θα διαχειριστούν δυσανάλογες κοινωνικές προσδοκίες και εδραίες παραδόσεις του ελληνικού πανεπιστημίου.

Ι. Καμτσίδου: Θα ήθελα να προσθέσω δύο σκέψεις: Στην ελληνική περίπτωση, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ξενολαγνία, που από τον 19ο αιώνα αποτελεί μια σταθερά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ σε περιόδους κρίσης εμφανίζεται πιο έντονη: τμήματα της πολιτικής τάξης έχουν την τάση να εισάγουν στους θεσμούς ή στην οικονομία, με πολύ βιαστικό και αστόχαστο τρόπο, πρότυπα οργάνωσης που ευδοκίμησαν σε διαφορετικές κοινωνίες. Αν εξαιρέσει όμως κανείς ελάχιστες περιπτώσεις, η άκριτη μεταφορά  κάποιου μοντέλου δεν επέφερε τις προσδοκώμενες επιτυχίες· αντίθετα, η παραμέληση της ιστορίας συνήθως αναπτύσσει αρνητικές συνέπειες, τόσο στον κοινωνικό ιστό όσο και στην παραγωγική διαδικασία. Δεύτερον, αξίζει να τεθεί ένα ερώτημα σε σχέση με την παρούσα κρίση του καπιταλισμού και τις διαγραφόμενες μεθόδους υπέρβασής της: μήπως οι ηγεμονεύουσες ομάδες αποδέχονται ότι το κοινωνικοοικονομικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ομαλά αν επιτευχθεί ο αποκλεισμός, η δραστική περιθωριοποίηση κάποιων κοινωνικών ομάδων; Πώς  θα εντάσσεται λειτουργικά το πανεπιστήμιο στη νέα αυτή πραγματικότητα;

Ε. Καλαφάτη: Είκοσι χρόνια πριν, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης μιλούσε για την κοινωνία των δύο τρίτων. Τώρα, τα δύο τρίτα είναι περιθωριοποιημένα, και μέσα σε  αυτά μεγάλο τμήμα της «μορφωμένης μεσαίας τάξης». Ξέρουμε τι χρωστάει η Ευρώπη, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση στη μεσαία τάξη. Αυτή η κουλτούρα χάνεται.

Δ. Παπαλεξόπουλος:  Θα πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι το  περιβάλλον μέσα στο οποίο επιχειρείται το Σχέδιο Διαβούλευσης είναι ιδιαίτερα αρνητικό για το πανεπιστήμιο, κι αυτό όχι για λόγους που οφείλονται στο ίδιο. Σταχυολογούμε τη δραστική μείωση των δαπανών για την παιδεία τα τελευταία δύο χρόνια, τη μείωση των μισθών των διδασκόντων πάνω από 30%, τα ανυπέρβλητα εμπόδια στη διεξαγωγή της έρευνας, με πλέον εντυπωσιακό το παράδειγμα του «Θαλή»: η εντυπωσιακή καθυστέρηση της διαδικασίας κρίσης, με το ευάλωτο πρόσχημα της καλύτερης αξιολόγησης των προτάσεων, οδηγεί στην ευτυχέστερη περίπτωση στην ανάθεση ερευνών δύο χρόνια μετά την προκήρυξη.

 

Μια πρόταση επιχειρηματικού πανεπιστημίου χωρίς business plan!

Δ. Παπαλεξόπουλος: Για εκείνο που θεωρεί το Σχέδιο Διαβούλευσης ως ισχυρό του στόχο, το δίπολο «κοινωνία γνώσης-ανάπτυξη», σημαίνει ότι τα αποτελέσματα ερευνών τεχνολογίας αιχμής θα αποδοθούν στην ελληνική κοινωνία το λιγότερο πέντε (!) χρόνια μετά την προκήρυξη (δύο χρόνια κρίση και το λιγότερο  τρία χρόνια έρευνα). Αυτό που σήμερα θεωρείται καινοτομία παύει να είναι αιχμή σε αυτό το χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η δίχρονη καθυστέρηση στην κρίση των προτάσεων καθιστά τις ελληνικές ομάδες αφερέγγυες έναντι των ξένων ερευνητών που κάλεσαν σε συνεργασία. Ο «Θαλής» είναι ένα παράδειγμα σαφούς πρόθεσης ακύρωσης της προσπάθειας για ανάπτυξη καινοτομίας αλλά και των διεθνών συνεργασιών των ελληνικών πανεπιστημίων. Στην πραγματικότητα, η κυβερνητική πολιτική, προ Σχεδίου Διαβούλευσης, ακυρώνει δραματικά όσα το ίδιο το σχέδιο ευαγγελίζεται.

Θα μπορούσαμε ακόμα να κρίνουμε το Σχέδιο σύμφωνα με την ίδια του την λογική. Θα λέγαμε, χαριτολογώντας, ότι πρόκειται για μια πρόταση επιχειρηματικού πανεπιστημίου που δεν διαθέτει business plan! Αρκεί, επιφανειακά και σε πρώτη ανάγνωση, να σημειώσουμε ότι προτείνεται η αναζήτηση εξωτερικής χρηματοδότησης των πανεπιστημίων ενώ η οικονομία είναι σε ύφεση. Η μόνη «εξωτερική» χρηματοδότηση που μπορεί να φανταστεί κανείς είναι τα δίδακτρα, τα οποία επιμελώς αποφεύγει το σχέδιο να αναφέρει. Φαντάζομαι ότι αναμένεται να τα προτείνουν οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί. Σε λίγο μεγαλύτερο βάθος ανάλυσης, θα περιμέναμε αναλυτικά στοιχεία που θα υποστήριζαν την αναγκαιότητα μετάβασης σε ένα επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, όπως ποια πανεπιστήμια κάνουν έρευνα, σε ποιους τομείς, τι ανταπόκριση έχουν, ποιοι είναι οι τομείς από όπου αντλείται ή είναι δυνατόν να αντληθεί χρηματοδότηση, με ποια συναφή δίκτυα του εξωτερικού συνδέονται ή είναι δυνατόν να συνδεθούν, αν υπάρχει ερευνητική δραστηριότητα στις επιχειρήσεις, σε ποιους τομείς και ποιοι από αυτούς έχουν εκδηλώσει ή προτίθενται να εκδηλώσουν ενδιαφέρον συνεργασίας με πανεπιστήμια. Εν ολίγοις, ακόμα και αν εξεταστεί με όρους που πηγάζουν από την ίδια του τη λογική, παραμένει μια γενική, ατεκμηρίωτη, ιδέα αλλαγής, που υπονομεύεται από την τρέχουσα πολιτική, πριν ακόμα ψηφιστεί.

Ν. Κοταρίδης: Σχετικά με αυτά, νομίζω ότι το Σχέδιο Διαβούλευσης είναι κενό απολογισμού, κενό μεταβατικού πλάνου, κενό κανόνων λειτουργίας του πανεπιστημίου. Και η ουσία του επικείμενου νόμου δεν είναι να ορίσει το πώς θα λειτουργεί το πανεπιστήμιο, αλλά η εγκατάσταση μηχανισμών που θα διαχειριστούν κατά περίσταση τις απώλειες της μετάβασης. Πρόκειται λιγότερο για ένα μοντέλο λειτουργίας με σταθερές δομές και προσανατολισμούς και περισσότερο για «διοικήσεις», δηλαδή διοικητικούς μηχανισμούς που θα «προσαρμόζουν» το πανεπιστήμιο. Αυτό που επιδιώκουν  είναι μια πολιτική και διοικητική δομή για το Πανεπιστήμιο, και όχι κανόνες λειτουργίας. Και όταν δεν φτάνουν τα χρήματα, αυτή η διοίκηση θα ακυρώνει προγράμματα σπουδών, θα κάνει απολύσεις, θα ψάχνει σπόνσορες ή θα κάνει διαφήμιση για να μαζέψει φοιτητές. Δυστυχώς για τη διεθνοποιημένη εξουσία μας, η ευρωπαϊκή εμπειρία δεν έφτασε ακόμα εδώ.

Ε. Καλαφάτη: Αυτό το μοντέλο έχει φτάσει στα όριά του: στην Αμερική, η διαφήμιση αποτελεί πια το 47% των πάγιων εξόδων των πανεπιστημίων, και αντιστοιχεί φυσικά σε συνεχή αύξηση των διδάκτρων. Και τώρα το μοντέλο εισάγεται στην Ευρώπη, που δεν έχει ούτε την ίδια παράδοση ούτε τους ίδιους κανόνες ούτε τα πανεπιστήμια διαθέτουν τους ίδιους πόρους. Το 2007 ο προϋπολογισμός του Χάρβαρντ ήταν μεγαλύτερος από το ΑΕΠ του Λάος. Το θέμα είναι αν στην Ελλάδα υπάρχει η ετοιμότητα και ο στοχασμός γύρω από το πανεπιστήμιο, την παράδοση, την ιστορία του, ώστε να αμφισβητήσουμε αυτό το πλαίσιο.

Ν. Κοταρίδης: Υπάρχει αυτή τη στιγμή μια αδράνεια «προσαρμογής» του πανεπιστημίου στα διεθνή δεδομένα, ενώ η αγορά, που έχει καταρρεύσει, και η πολιτική, που έχει πλήρως απαξιωθεί, έχουν ήδη προσαρμοστεί επιτυχώς. Και νομίζω  ότι εδώ έγκειται και η πηγή της έντασης ανάμεσα στους πρυτάνεις και το Υπουργείο. Με αυτή την έννοια, το πανεπιστήμιο είναι, τη δεδομένη στιγμή, ένα πεδίο αντίστασης σε αυτή την καλπάζουσα κρίση που φέρνουν οι πολιτικής της «τακτοποίησης» του εθνικού χώρου τριτοβάθμιας και έρευνας στις εξαιρετικά αδιέξοδες και μη βιώσιμες πραγματικότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν υπάρχει η ετοιμότητα ή αν έχουμε συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που έρχεται είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απευθύνεται χωριστά σε χωριστούς ιδεολογικοπολιτικούς και ανταγωνιστικούς πολιτικούς χώρους. Είναι όμως πλέον εμφανές ότι η βιαιότητα των κυβερνητικών πολιτικών οδήγησε στην ανάπτυξη ανακλαστικών αυτονομίας των πανεπιστημίων, στην εντατικοποίηση του διαλόγου στο εσωτερικό τους, ο οποίος δεν εξαντλείται στην άρνηση των κυβερνητικών σχεδίων, αλλά θέτει με κάποιον τρόπο το ζήτημα των σχέσεων του πανεπιστημίου με την εξουσία, την κοινωνία και την παραγωγή.

Η διεθνής πραγματικότητα –και το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι διεθνοποιημένο– έχει τέτοιες δυναμικές, που δύσκολα θα απορροφηθούν από το ελληνικό πανεπιστήμιο. Εκτός και εάν το δημόσιο, δωρεάν και ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο «υπερκαινοτομήσει» για να διατηρήσει την αυτονομία του και εξασφαλίσει την υποστήριξη της κοινωνίας έναντι της απειλής που συνιστά η πολιτική της εξουσίας και η αγορά. Άνοιγμα του πανεπιστημίου στην κοινωνία σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο αντιλαμβάνεται ορισμένες διεργασίες που συντελούνται στην οικονομία και στην κοινωνία και, επειδή είναι δημόσιο, επειδή είναι ακαδημαϊκό, μιλάει επ’ αυτών με όρους δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίων αξιών, υπό τους αυστηρούς κανόνες της «τέχνης και της επιστήμης».

Πιστεύω, εν τέλει, ότι το πανεπιστήμιο ή θα οδηγηθεί σε μια ριζική επανατοποθέτηση του εαυτού του μέσα στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες ή δεν έχει άλλη προοπτική παρά την ενδημική αταξία στο εσωτερικό του, την κρίση στις σχέσεις του με το κοινωνικό, τον ασφυκτικό και παραλυτικό εναγκαλισμό με την εξουσία και τα οικονομικά συμφέροντα.

 

Επιστολή του CEDEFOP (European Centre for the Development of Vocational Training)

Λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή από το Cedefop:

Κυρίες/Κύριοι,

Στην κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το πανεπιστήμιο, το πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύσατε την Κυριακή 23.1.2011, διαβάσαμε με έκπληξη αναφορά της κυρίας Καλαφάτη στο Cedefop, το οποίο φέρει να εμπλέκεται σε θέματα πιστοποίησης των πανεπιστημίων. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Το Cedefop είναι το κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, εκπονεί μελέτες και συλλέγει συγκριτικά στοιχεία γύρω από τα συστήματα και τις πολιτικές που άπτονται της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και διά βίου μάθησης σε όλη την Ευρώπη, με στόχο να υποστηρίξει τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής στον εν λόγω τομέα.

 

Μετά τιμής

Bausewein Gerd Oskar

Επικεφαλής του τμήματος επικοινωνίας, ενημέρωσης και διάδοσης πληροφοριών του Cedefop (European Centre for the Development of Vocational Training)

 

Απάντηση της Ελένης Καλαφάτη:

Τo CEDEFOP, πράγματι, δεν είναι οργανισμός πιστοποίησης των πανεπιστημίων. Ωστόσο, ακριβώς ως «κέντρο για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση», που «εκπονεί μελέτες και συλλέγει συγκριτικά στοιχεία γύρω από τα συστήματα και τις πολιτικές που άπτονται της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και διά βίου μάθησης σε όλη την Ευρώπη, με στόχο να υποστηρίξει τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής στον εν λόγω τομέα», έχει ασχοληθεί με το ζήτημα της πιστοποίησης. Για παράδειγμα, το τεύχος 15 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1998) της επιθεώρησης του CEDEFOP, Formation Professionelle, είναι αφιερωμένο στο θέμα «L’assurance qualité dans la formation et l’enseignement professionnels». Σε αυτό (σ. 1-3) δημοσιεύεται το άρθρο του Arndt Sorge, μέλους της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού, «Tout ce que vous avez toujour voulu savoir sur la “qualite” sans jamais oser le demander…»,  όπου εξετάζονται ευρωπαϊκά εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης και αναφέρεται, ως «συζητήσιμη» η εφαρμογή του ελέγχου ποιότητας ISO 9000 από «παρόχους κατάρτισης».

 

 

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s