Λευκωσία: η σημασία της παλλαϊκής απεργίας των Τουρκοκυπρίων

Standard

Το μήνυμα των κυπρίων Ζαπατίστας

του Νίκου Τριμικλινιώτη

Η γενική απεργία και διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων στις 28 Ιανουαρίου, με αιχμή τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης Έρογλου γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία, συνιστώντας πολιτικό γεγονός όχι μόνο τους Τουρκοκύπριους αλλά και όλη την Κύπρο. Ο Νίκος Τριμικλινιώτης (μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Δικοινοτικής πρωτοβουλίας Ειρήνης «Ενωμένη Κύπρος» και επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας), που ήταν παρών στην κινητοποίηση, αναλύει την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σημασία της.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Η πλατεία Ινονού της τουρκοκυπριακής Λευκωσίας ήταν γεμάτη. Η επιτυχία της παναπεργίας και παλλαϊκής κινητοποίησης των Τουρκοκυπρίων είναι πασιφανής. Μαζική, με παλμό, πνεύμα και έμπνευση. Όταν οι μάζες κινητοποιούνται απαιτώντας τα δικαιώματά τους κάτι αλλάζει, αυτομάτως. Ήταν τόσο επιτυχημένη η κινητοποίηση, που ήδη ξεκίνησε ένας πόλεμος στα ΜΜΕ ως προς το νόημά της. Τι ήταν, τέλος πάντων, αυτή η κινητοποίηση;

Γενική απεργία: συγκέντρωση στην πλατεία Ινονού της τουρκοκυπριακής Λευκωσίας, 28.1.2011

 

Μέρες του 2003;

Ο Μεχμέτ Τσαγκλάρ, «βουλευτής» του (αριστερού) Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP), ήταν ανένδοτος: «Δεν είναι όπως το 2003· οι Τουρκοκύπριοι δεν πιστεύουν πλέον ότι θα υπάρξει μια λύση, έστω και αν εξακολουθούν να τη θέλουν». Οι Τουρκοκύπριοι είναι πολύ απογοητευμένοι από την Ε.Ε. και τους Ελληνοκυπρίους που ψήφισαν «Όχι», και έτσι τιμώρησαν τον Ταλάτ και το κόμμα του, τονίζει στη συνέχεια (Πολίτης 28.1.2010). Αναμφίβολα, η δήλωση αυτή αντανακλά την προσέγγιση της ηγεσίας του CTP, δεν έχω πειστεί ωστόσο ότι αυτό ήταν το γενικό αίσθημα των μαζών στη διαδήλωση.

Ασφαλώς, υπάρχουν εκείνοι, όπως οι οπαδοί του Σερντάρ Ντενκτάς ή κάποιοι από τις συμμετέχουσες δεξιές συντεχνίες, που ήθελαν να περιοριστούν σε αιτήματα και συνθήματα καθαρά οικονομικής φύσεως. Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης, έχουμε τις πιο ριζοσπαστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες είναι η ψυχή των διαδηλώσεων, όπως το συνδικάτο των δασκάλων, KTOS: γι’ αυτές, το «οικονομικό» ήταν απλώς μια άλλη μια πτυχή του «κοινωνικοπολιτικού». Εξάλλου, η Πλατφόρμα Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, αποτελούμενη από 28 συνδικάτα και πολιτικές ομάδες, απαιτεί «κοινοτική αυτονομία και αυτοδιοίκηση, δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα και την επανένωση της χώρας». Στόχος της είναι «η αυτοδιοίκηση της κοινότητας […] η Πλατφόρμα δεν στοχεύει να είναι κυβέρνηση».

Ακούμε εδώ τον απόηχο της Πλατφόρμας «Αυτή η Χώρα είναι Δική μας» με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις του 2002-2004, που σπάει τα σύνορα της περιοχής, καθώς ο λόγος τούτος προσομοιάζει με τον λόγο των Ζαπατίστας· είναι μια κυπριακή εκδοχή του, που θέτει το ταυτοτικό ζήτημα της ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων ως ιθαγενών σε ένα αποικιακό/μετααποικιακό πλαίσιο. Κατ’ επέκταση, αποτελεί έκφραση των Κυπρίων στο σύνολό μας, χωρίς να εγκαταλείπονται οι ιδιαιτερότητες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Ελληνοκυπριακές ερμηνείες: ομοιότητες με το 2002-2004

Αν κοιτάξουμε τις πρώτες ελληνοκυπριακές αντιδράσεις ή ερμηνείες των διαδηλώσεων, μπορούμε να εντοπίσουμε στάσεις παρόμοιες με αυτές που κυριαρχούσαν κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων του 2002-2004. Ορισμένοι, όπως και τότε, είναι κυνικοί: «Το μόνο που τους νοιάζει είναι το συμφέρον τους». Κάποιος άλλος μου το είπε κυπριακά: «Εν η πούγκα που τους κάφκει, τίποτε άλλο». Το κύριο άρθρο της Cyprus Mail είναι επίσης κυνικό: «Η παραφροσύνη των συνδικάτων προφανώς δεν περιορίζεται στις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας», διακηρύσσει σε μια έξαρση νεοφιλελεύθερης αλαζονείας.

Από την άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ είχε εκδηλώσει την αλληλεγγύη του με τους τουρκοκύπριους εργαζόμενους διαδηλωτές. Ορισμένοι επισημαίνουν τις διαφορές με το 2003: δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο όπως τότε, ενώ η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει παραμείνει στάσιμη, δήλωσε ο Νίκος Μούδουρος σύμβουλος του Προέδρου Χριστόφια για τις τουρκικές υποθέσεις (ειδήσεις MEGA 20.1.2011). Το συνδικάτο των δασκάλων Προοδευτική και η Δικοινοτική Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών ερμηνεύουν τις διαδηλώσεις ως ένα κάλεσμα για δράση: θυμίζουν σίγουρα το 2003 και ανοίγουν προοπτικές για κοινό αγώνα.

Έχω την εντύπωση ότι, παρά τις οριενταλιστικές και αλαζονικές συχνά οπτικές των ΜΜΕ, γενικά υπήρξε μια περιέργεια στους κόλπους των Ελληνοκυπρίων· αισθάνθηκαν ότι κάτι συμβαίνει, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να το προσδιορίσουν.

Ποιο ήταν λοιπόν το μήνυμα;

Είμαι της άποψης ότι το μήνυμα που δόθηκε ήταν τόσο οικονομικό όσο και πολιτικό, ωστόσο ο κυρίαρχο μήνυμα ήταν σαφώς κοινωνικό, που, υποχρεωτικά, είναι και πιο πολιτικό. Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τον όρο «Κοινοτική Επιβίωση»-«Communal Survival» (Simon Bahceli, Cyprus Mail, 28.1.2011) που κυριάρχησε και άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές των Τουρκοκυπρίων, κινητοποιώντας τον λαό; Είναι η αγωνιώδης έκφραση μιας αντιπαράθεσης που εκφέρει λόγο κινητοποίησης με κεντρικό άξονα την «κοινωνική/κοινοτική επιβίωση». Η αμφισημία της τουρκικής λέξης «toplum», που σημαίνει ταυτόχρονα «κοινωνία, κοινωνική ομάδα, κοινότητα», υποκρύπτει υπόρρητα μηνύματα προς διάφορες κατευθύνσεις, ενώ παράλληλα ανοίγει το πεδίο για μια άλλη οπτική, για μια άλλη δράση. «Toplumilim» σημαίνει κοινωνιολογία, ενώ «toplumcu» σημαίνει σοσιαλιστής, κολεκτιβιστής, κομμουναλιστής, κοινοτιστής.

Το μήνυμα που στέλνεται είναι διττό και προς δύο κατευθύνσεις. Στρέφεται πρώτιστα προς στην Άγκυρα που, αντί να «σώσει» τους Τουρκοκύπριους, τους οδηγεί στον αφανισμό. Στρέφεται ωστόσο και προς τους Ελληνοκυπρίους: οι Τουρκοκύπριοι αποδεικνύουν και πάλι ότι είναι πολιτικά υποκείμενα που παράγουν ιστορία μέσα από τον λόγο και τη δράση τους.

***

Η ανάγνωσή μου βασίζεται σε μια κοινωνική και πολιτική αντίληψη των πραγμάτων. Και εδώ όλα εξαρτώνται από το πώς διαβάζουμε την ιστορία. Αν τη βλέπουμε να γράφεται μόνο από «μεγάλους άνδρες» [κατ’ εξαίρεση, και γυναίκες], τότε δεν μπορεί παρά να συγχύζεται ή/και να είναι κυνικός για τη διαδήλωση. Εδώ υποβόσκει και ο «φόβος των μαζών»: οι ελίτ φοβούνται τις μάζες (Ε. Μπαλιμπάρ), εξ ου και το «μίσος για τη δημοκρατία» (Ζ. Ρανσιέρ), όταν πραγματικά θίγονται τα προνόμια, ο πλούτος των ανώτερων τάξεων και η καθεστηκυία τάξη.

Έχω την αντίθετη άποψη. Πιστεύω ότι οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι εκείνοι που γράφουν ή φτιάχνουν την ιστορία, ενώ ασφαλώς πολλές φορές προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένων των «μεγάλων ονομάτων», αφήνουν το σημάδι τους. Υπό την έννοια αυτή, χρειαζόμαστε μια διαφορετική ανάγνωση της μαζικής τουρκοκυπριακής διαδήλωσης, η οποία να διαβάζει πολιτικά και κοινωνικά την αμφισημία της «κοινωνικής/κοινοτικής επιβίωσης». Ποια είναι λοιπόν η αμφισβήτηση για την έννοια της «κοινοτικής επιβίωσης» εδώ;

Όπως επισημαίνει ο Ρανσιέρ, η διαφωνία/διχογνωμία με την καθεστηκυία ή κανονική τάξη πραγμάτων (νόμος, εξουσία, κρατικός μηχανισμός κ.ο.κ.) παράγει κατ’ εξαίρεση το πολιτικό, το οποίο είναι αποτέλεσμα εξαιρετικών περιστάσεων. Θεωρεί ότι η πιο σημαντική διάκριση που πρέπει να γίνει είναι ότι η πολιτική είναι εξαιρετική, ενώ η αστυνομία-τάξη είναι κοινός τόπος.

Το Συμβάν της απεργίας και της διαδήλωσης

 

Μέσα σε αυτή την εξαιρετική στιγμή λοιπόν, που η απεργία και η διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων παρέλυσαν την «κανονική τάξη», έχουμε την ανάδυση της πολιτικής, που ανοίγει δυνατότητες για νέες υποκειμενικότητες, για νέες δράσεις και συλλογικούς βίους. Αποτελεί Συμβάν (όπως το ορίζει ο Μπαντιού), γύρω από το οποίο οι άνθρωποι αποφασίζουν πού βρίσκονται, γι’ αυτό ακριβώς το μήνυμα της εκδήλωσης είναι ανοικτό, αμφιλεγόμενο και αποτέλεσμα διχογνωμίας/πάλης. Υπάρχει πάντα βέβαια η δυνατότητα για κλείσιμο αυτής της αμφισβήτησης: «Δεν ήταν τίποτα», όπως επιχείρησαν να πουν για το 2008 στην Ελλάδα «οι καθηγητές του τίποτα»[1] ή «ήταν κάτι ασύνηθες, μια στιγμιαία λήξη που θα περάσει», όπως λένε οι απολογητές της καθεστηκυίας ή κανονικής τάξης. Πρόκειται για την υπόθεση καταστολής του Συμβάντος.

Στον αντίποδα αυτής της οπτικής, οι αμφισβητίες της τάξης πραγμάτων αντιπαραβάλλουν την ανάγνωση που επιμένει ότι από αυτό το «κάτι που συμβαίνει» γεννιέται μια ιστορική-πολιτική στιγμή, όπου νέες υποκειμενικότητες δημιουργούνται. Εξάλλου, «το κοινωνικό ζήτημα» υπήρξε ανέκαθεν κατεξοχήν πολιτικό.

Η αντίδραση των ελληνοκυπρίων πολιτικών μέχρι τώρα, τουλάχιστον αυτών που ανέγνωσαν ότι «κάτι συμβαίνει εκεί», έμεινε μετέωρη. Δηλαδή, ενώ ανέγνωσαν ορθά ότι πρόκειται για αντίσταση στην Άγκυρα, εξ ου και οι αναφορές ότι πρόκειται για «κραυγή απόγνωσης» ή «φωνή απελπισίας», δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν, αναγνωρίζοντας την ισοτιμία των Τουρκοκυπρίων ως πολιτικής κοινότητας, ως υποκειμένων που παράγουν λόγο, και όχι ως άβουλων όντων που κραυγάζουν. Εφόσον αντιστέκονται στις επιβουλές της Άγκυρας, δεν είναι υποχείρια της Άγκυρας, όπως τους θέλει ο κυρίαρχος ελληνοκυπριακός λόγος.

Το ζήτημα τώρα θα μετουσιωθεί σε αντικείμενο συζήτησης για ειδικούς, εμπειρογνώμονες και πολιτικούς στα μέσα ενημέρωσης. Τώρα ξεκινά η δεύτερη φάση της αντιπαράθεσης/διχογνωμίας που θέλει να επιβάλει ερμηνεία ως προς το νόημα της κινητοποίησης. Κι αυτό γιατί ανάλογα με την ερμηνεία μπορεί να καθοριστεί και η συνέχειά της στο μέλλον. Η ρητορική πάλη ως προς την ερμηνεία μπορεί να θεωρηθεί ως απόπειρα «εξομάλυνσης» και κανονικοποίησης του Συμβάντος εντός της καθεστηκυίας ή κανονικής τάξης πραγμάτων. Ταυτοχρόνως, υπάρχει και η επέκταση, μεγέθυνση και εμβάθυνση του Συμβάντος με άλλα μέσα στην ερμηνευτική πάλη για ηγεμονία. Εάν και όταν αποτύχει η υπόθεση καταστολής (δηλαδή η άποψη ότι «δεν ήταν τίποτα» ή ήταν ένα «στιγμιαίο ολίσθημα»), τότε η δεύτερη γραμμή άμυνας για τους καθεστωτικούς είναι εγκολπωθούν την ορολογία και υποβιβάσουν το Συμβάν, διεκδικώντας την ως «δική τους», μέσα από την απόπειρα κεφαλαιοποίησης του Συμβάντος.

Έχω υποστηρίξει ότι οι τουρκοκυπριακές κινητοποιήσεις 2002-2004 αποδεικνύουν ότι οι Τουρκοκύπριοι ως κοινότητα ήσαν πάντοτε πολιτικό υποκείμενο, που η Άγκυρα και η ελληνικοκυπριακή πλειοψηφία αρνούνταν να αναγνωρίσουν.[2] Μόνο δύο άλλα βιβλία γραμμένα στην ελληνική (της Σίας Αναγνωστοπούλου και των Θέμου Δημητρίου-Σωτήρη Βλάχου) έχουν διατυπώσει την ίδια άποψη,[3] ενώ στην ίδια βάση έχει θέσει το ζήτημα και η σημαντική εργασία του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ[4] — είναι ίσως ο μόνος Τουρκοκύπριος που ακούγεται στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Τα παραπάνω κείμενα αναφέρονται στην περίοδο Ανάν. Σήμερα, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή: υπάρχει ένα νέο Παράδειγμα στις προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού, ενώ μετά το 2004 η Κύπρος δεν είναι πια η ίδια, εφόσον το δημοψήφισμα υπήρξε γεγονός-ορόσημο που έχει αλλάξει την κοινωνία μας και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος. Επιπλέον, είναι μια περίοδος αναστοχασμού — έχουμε προχωρήσει πέραν του διχαστικού 2004. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουμε ξεπεράσει την «εποχή της αθωότητας». Μπορούμε να διδαχθούμε από το παρελθόν. Ασφαλώς, η δυναμική του 2004 δεν είναι η ίδια, ωστόσο η γνώση και εμπειρία από εκείνες τις δύσκολες μέρες μπορεί να είναι καταλυτική.

Υπ’ αυτή την έννοια, το 2011 αποτελεί ευκαιρία για τους Κύπριους, πολύ παραπάνω από όσο οι περισσότεροι μπορούν να φανταστούν. Κι αυτό παρά τις ήττες, τις επώδυνες οπισθοδρομήσεις και τις ουλές του παρελθόντος. Η τουρκοκυπριακή μαζική απεργία και διαδήλωση είναι κάτι πολύ παραπάνω από το χαμόγελο που φέρνει μια χειμωνιάτικη λιακάδα. Μπορούμε να κάνουμε το Συμβάν να κρατήσει; Από μας εξαρτάται, αν πρώτα κατανοήσουμε τη βαθύτερη σημασία και την προοπτική του.

ΥΓ. Ήδη ο Ιρσέν Κιουτσούκ, πρωθυπουργός της μη αναγνωρισμένης κυβέρνησης της «ΤΔΒΚ», επιχειρεί να κατευνάσει τα πνεύματα με την παροχή 13ου μισθού στους τουρκοκύπριους εργαζόμενους. Θα τα καταφέρει άραγε; Κάθε άλλο παρά υποτιμώ την οικονομική διάσταση, που αποτελεί κεντρικό πυλώνα του κοινωνικού και του πολιτικού. Βέβαια, η χειρονομία τούτη δεν είναι παρά ακόμα μια απόδειξη της επιτυχίας της κινητοποίησης. Η συνέχειά της θα αποτελέσει πεδίο της πάλης.

Γενική απεργία: συγκέντρωση στην πλατεία Ινονού της τουρκοκυπριακής Λευκωσίας, 28.1.2011

 


[1] Άκης Γαβριηλίδης, «Οι καθηγητές του τίποτα: Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη», Θέσεις, τ. 113 (Οκτ.-Δεκ. 2010), σ. 15-54 και http://istanbulizein.wordpress.com/

[2] Ν. Τριμικλινιώτης, Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης. Κοινωνιολογικές και συνταγματικές μελέτες για την ευρωκυπριακή συγκυρία και το εθνικό ζήτημα, Σαββάλας, Αθήνα 2010.

[3] Σία Αναγνωστοπούλου, Τουρκικός εκσυγχρονισμός. Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004 και Θέμος Δημητρίου & Σωτήρης Βλάχος, Η προδομένη εξέγερση, Λευκωσία 2007 (μεταφρασμένο και στα τουρκικά.

[4] Βλ., λ.χ. Niyazi Kizilyurek, Τουρκοκύπριοι, Το Κυπριακό και η Τουρκία, Παπαζήσης, Αθήνα 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s