Πλατεία Ταχρίρ

Standard

της Μυρσίνης Ζορμπά

Ετοιμάζοντας πικέτες, Πλατεία Ταχρίρ, 10.2.2011. Φωτογραφία της Μυρσίνης Ζορμπά

Κάιρο, Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου. Βγάζοντας το κεφάλι από τον ασφυκτικό κλοιό της ΔυΝηΤικής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, μπορεί κάποιος σήμερα να πάρει μια χρήσιμη γεύση από πολιτικές προσδοκίες και δημοκρατικά αιτήματα σε απόσταση δύο ωρών από την Αθήνα, στο Κάιρο. Η μεταπολίτευση που τόσο λοιδoρήθηκε το τελευταίο διάστημα, σε σημείο που να υποτιμώνται τα βασικά της επιτεύγματα, είναι για τους Αιγύπτιους πολίτες σήμερα το βασικό αδιαμεσολάβητο πολιτικό τους αίτημα. Αίτημα ελευθερίας και δημοκρατίας, που το απαιτούν μαζικά και ειρηνικά, με δεκάδες νεκρούς και με σταθερή παρουσία στην καρδιά μιας πόλης είκοσι εκατομμυρίων ανθρώπων για τρεις συνεχείς εβδομάδες. Ένα αίτημα που  δεν μπορεί να καταπνιγεί πια, ούτε να λάβει σαν απάντηση το προχτεσινό πολιτικά φτωχό διάγγελμα του προέδρου της Αιγύπτου. Η Σοσιαλιστική Διεθνής μπορεί να ανέχεται πολλά τέτοια μέλη, αλλά δεν ξέρω πόσο περήφανη μπορεί να συνεχίσει να κάνει την ηγεσία της.

Εν χορδαίς και οργάνω, Πλατεία Ταχρίρ, 10.2.2011. Φωτογραφία της Μυρσίνης Ζορμπά

Η πλατεία Ταχρίρ, πλατεία της απελευθέρωσης, συγκέντρωσε τις τελευταίες μέρες πολύχρωμα πλήθη. Ο πυρήνας των πιο αποφασισμένων είχε κατασκηνώσει εκεί σε ένα πρόχειρο καταυλισμό με αντίσκηνα  και κουβέρτες, ενώ καθημερινά, μετά το μεσημέρι που έκλειναν τα μαγαζιά και τα γραφεία, κατέφθαναν κατά εκατοντάδες και χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, επαγγέλματος, γυναίκες  και άντρες. Οικογένειες ολόκληρες με μικρά παιδιά, ακόμη και στο καρότσι, παρέες ηλικιωμένων, γυναίκες με μαντίλια και μπούρκα αλλά μαζί και νεαρά  κορίτσια με ξέσκεπο κεφάλι και μπλουτζίν, φοιτητές και φοιτήτριες, γιατροί που είχαν στήσει πρόχειρα ιατρεία, ιμάμηδες, καλλιτέχνες, δικηγόροι που ξεχώριζαν από τις γραβάτες και τα κοστούμια, ορισμένοι με τη μαύρη τήβεννο του δικαστηρίου. Οι λέξεις που κυριαρχούσαν σε κάθε συζήτηση ήταν Δημοκρατία και Ελευθερία, Να φύγει το καθεστώς Μουμπάρακ και η διαφθορά, Επανάσταση για να νικηθεί η φτώχεια. Το νεαρό ζευγάρι που εργάζονταν σε διαφημιστική εταιρία, ο σοβαρός δικηγόρος που είχε έρθει με τον δεκάχρονο γιο του, η πολυπληθής οικογένεια με τις τρεις κόρες, οι γιατρίνες, ο σκηνοθέτης και οι φοιτήτριες του Πολυτεχνείου με τις οποίες κουβέντιασα δεν ανήκαν σε πολιτικό κόμμα ή ομάδα, ήξεραν όμως ότι η ελευθερία και η δημοκρατία είναι ζήτημα αξιοπρέπειας κάθε πολίτη, όπως έγραφε μια καρτέλα που κρατούσε κάποιος στα αγγλικά. Δημοκρατία και Ελευθερία, αλλά γιατί Επανάσταση; Γιατί ύστερα από τριάντα χρόνια ενός στρατιωτικού καθεστώτος πολιτικής καταστολής κάθε ελεύθερης έκφρασης, με τη διαφθορά του καθεστώτος να έχει αγγίξει το αποκορύφωμα, με την αστυνομική αυθαιρεσία και βιαιοπραγία, αλλά και τη φτώχεια να καταδικάζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κυριολεκτικά στην πείνα και την αμάθεια, μόνο μια ριζική αλλαγή μπορεί να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Επανάσταση σημαίνει γι’ αυτούς ριζική αλλαγή, δημοκρατικό πολίτευμα, ανάπτυξη και πρόοδο, ελευθερία λόγου αλλά, κυρίως, καταπολέμηση της τεράστιας φτώχειας που μαστίζει τα λαϊκά στρώματα. Μια βόλτα στις συνοικίες του Καΐρου αλλά και μερικά χιλιόμετρα πιο έξω σε πείθει για το επίπεδο διαβίωσης του ενός και δύο δολαρίων τη μέρα, αλλά και για την τεράστια χρόνια ανεργία των ανθρώπων. Συνέχεια ανάγνωσης

To «Πειραματικό Εργαστήρι» και η κινηματογραφική παιδεία

Standard

Απάντηση στους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη

του Νίκου Πολίτη

Έργο του Φράνσις Μπέικον

Την Κυριακή 30.1.2011 δημοσιεύτηκε στα «Ενθέματα» απάντηση της «Ομάδας Παιδείας» των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη» (στο εξής ΚΣΟ), σε προηγούμενο άρθρο μου. Στην απάντηση, οι ΚΣΟ επισημαίνουν ανακρίβειες.

Γράφουν: «Ουδέποτε αμφισβητήσαμε την αξία του Τμήματος Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ το εγχείρημα που προτείνουμε δεν έχει καμιά πρόθεση να το υποκαταστήσει ή να το ανταγωνιστεί κ.λπ.». Ξαναδιάβασα τα σχετικά κείμενα, και όμως δεν βρήκα αποτίμηση του υπάρχοντος Τμήματος ούτε σοβαρή επιχειρηματολογία, γιατί χρειάζεται και δεύτερη, νέα Σχολή. Απ’ όταν εμφανίστηκαν οι ΚΣΟ, ακούω συνεχώς τέτοιου τύπου επιχειρήματα:  Δεν πήγαν πέρυσι τις ταινίες τους στο Φεστιβάλ — δεν ήθελαν όμως να το βλάψουν. Οργάνωσαν πανηγυρική προβολή τους στην Αθήνα τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες — δεν ήθελαν όμως να το σαμποτάρουν. Όμως, το Φεστιβάλ  βλάφτηκε de facto και σαμποταρίστηκε.

Συνεχίζουν: «Πολλά απ’ τα μέλη της Ομάδας Παιδείας των ΚΣΟ διδάσκουν στο Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ […] υπηρετούν με αφοσίωση το Τμήμα και ξέρουν καλά τις συνθήκες […] το αξιόλογο έργο που γίνεται, αλλά και τις σοβαρές αδυναμίες του». Γιατί λοιπόν κανένα απ’ αυτά τα μέλη που μετείχαν και στο διήμερο συνέδριο δεν είπε, πληροφόρησε, γνωστοποίησε, βροντοφώναξε –προτιμώ το τελευταίο– πως υπάρχει ήδη ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου; Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος του κομμουνισμού και η επιστροφή του Μαρξ

Standard

Το τελευταίο βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ, How to change the world: Tales of Marx and Marxism, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων και έγινε ήδη μπεστσέλερ. Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη που έδωσε ο μεγάλος ιστορικός στον Gabriele Pantucci (Repubblica, 28.1.2011), καθώς και αποσπάσματα της κριτικής του καθηγητή λογοτεχνίας και ιστορίας των ιδεών στο Καίμπριτζ  Stefan Collini (Guardian, 22.1.2011).

συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση από τα ιταλικά: Στάθης Λουκάς

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου  γράφετε ότι ο Μαρξ παραμένει ένας μεγάλος διανοητής της εποχής μας». Και ότι, παραδόξως, «οι καπιταλιστές είναι αυτοί που τον ανακάλυψαν, όχι οι σοσιαλιστές».

 

Προς πώλησιν («Guardian», 22.1.2011)

Δύο είναι οι λόγοι που εξηγούν τη σημασία του. Πρώτα απ’ όλα, το τέλος του επίσημου μαρξισμού της ΕΣΣΔ απελευθέρωσε τον Μαρξ από την ταύτισή του με τον λενινισμό και τα λενινιστικά καθεστώτα. ΄Εγινε έτσι δυνατό να ανακτηθεί  η σκέψη του και εκείνο που είχε να πει σχετικά με τον κόσμο. Προπαντός, όμως, ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός που αναπτύχθηκε μετά το 1990 ήταν αυτό που είχε περιγράψει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, πράγμα που έγινε κατανοητό στην κρίση του 1998: μια πολύ δύσκολη χρονιά για την παγκόσμια οικονομία, και, ταυτόχρονα, η 150ή επέτειος από  την έκδοση αυτού του μικρού και καταπληκτικού βιβλίου. Αλλά, ακριβώς, αυτή τη φορά ήταν οι καπιταλιστές και όχι οι σοσιαλιστές εκείνοι που το ανακάλυψαν. Ίσως οι σοσιαλιστές βρίσκονταν σε μεγάλη αμηχανία για να γιορτάσουν αυτή την επέτειο.

Πότε αντιληφθήκατε αυτή την επιστροφή του Μαρξ;

Επικοινώνησε μαζί μου ο διευθυντής του περιοδικού  που εκδίδει η  United Airlines για τους επιβάτες της, που είναι σχεδόν όλοι αμερικανοί επιχειρηματίες. Είχα γράψει ένα άρθρο για το Μανιφέστο: με ρώτησε αν μπορούσαν να το δημοσιεύσουν, τους ενδιέφερε η συζήτηση. Έπειτα από κάποιο καιρό, ο Τζωρτζ Σόρος με ρώτησε τι γνώμη έχω για τον Μαρξ. «Αυτός ο άνθρωπος», μου είπε ο Σόρος, «ανακάλυψε, εδώ και 150 χρόνια, κάτι για τον καπιταλισμό που πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας σήμερα». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Μαρξ επέστρεψε στο κέντρο της σκηνής.

Υπάρχουν και άλλα σημάδια;

Βέβαια, ακόμα και ελαφρότερα, σύμβολα μιας μόδας. Μια δημοσκόπηση του BBC ανέδειξε τον Μαρξ σαν τον πιο μεγάλο φιλόσοφο, ενώ αν χτυπήσετε το όνομά του στο Google θα δείτε ότι, από τους διανοούμενους, τον ξεπερνούν μόνον ο Δαρβίνος και ο Αϊνστάιν,  και είναι μπροστά από τον  Άνταμ Σμιθ και τον Φρόυντ.

Στο βιβλίο αναφέρετε το μοντέλο ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», που υπήρχε πριν από την εποχή Ρήγκαν-Θάτσερ. Υπάρχει ακόμα σήμερα;

Μια τέτοια θέση αποτελούν μέρος της παράδοσης πολλών καπιταλιστικών χωρών, από τα  ρεύματα της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας μέχρι τις θεωρίας του χριστιανοκοινωνισμού. Τα οικονομικά κέρδη πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που εξασφαλίζουν την ευημερία του λαού, αν μη τι  άλλο για να αποφευχθούν κοινωνικοί και πολιτικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τις υπερβολικές ανισοτιμίες. Αυτές οι ιδέες γεννήθηκαν σαν αντίδραση στην ανάπτυξη των εργατικών και σοσιαλιστικών  κομμάτων, προς το τέλος του 19ου αιώνα,  και ακόμα και τώρα, για καλή μας τύχη, διαφοροποιούν τη Δυτική Ευρώπη από τις ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Iστορίες του Μαρξ και του μαρξισμού

Standard

Φωτογραφία του αγάλματος του Μαρξ στο Τσέμνιτζ της Γερμανίας, «πειραγμένη» από τον CrankHunt3r.

 

του Στέφαν Κολίνι

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η λέξη «ιστορίες» στον υπότιτλο του βιβλίου How to Change the World. Tales of Marx and Marxism μπορεί να είναι μια απόπειρα του ανήσυχου εκδότη να κάνει το περιεχόμενο πιο ελκυστικό για τους αναγνώστες, που ίσως τους αποθάρρυναν τα «δοκίμια» ή οι «μελέτες», αλλά, ευτυχώς,  ο όρος σε αυτή την περίπτωση δεν παραπέμπει σε φανταχτερές βιογραφικές αφηγήσεις ή χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Τα δοκίμια είναι διεισδυτικά και συνοπτικά, ενώ η ατόφια πνευματική τους αξία τα κάνει πιο συναρπαστικά ακόμα και από τις  πιο οργιαστικές «ιστορίες».

Το Πρώτο Μέρος περιέχει μελέτες που εξετάζουν διάφορες όψεις της σκέψης το Μαρξ και του Ένγκελς — από μια μικρή εισαγωγή στην Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία μέχρι μια πυκνή ερμηνεία της μαρξικής αντίληψης για τους «προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς» στο ημιτελές έργο του που είναι γνωστό ως Grundrisse.

Το Δεύτερο Μέρος, που ίσως παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον σύγχρονο αναγνώστη, προσφέρει ουσιαστικά μια επισκόπηση της τύχης του μαρξισμού στα –σχεδόν– 130 χρόνια από τον θάνατο του Μαρξ το 1883. Σε αυτά ακριβώς τα κεφάλαια εμφανίζεται ο συνδυασμός  που αποτελεί σήμα-κατατεθέν του Χομπσμπάουμ: διαυγής ανάλυσης και μαγευτική ανάπτυξη.  Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί μοιάζουν τοπικιστές μπροστά του.  Ποιος άλλος θα μπορούσε, ενώ αποτιμά λεπτομερώς την ιστορία μεγάλων μαρξιστικών πολιτικών κινημάτων σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία,  να μας προσφέρει ταυτόχρονα αυθεντικές πινελιές σχετικά τις διαφορές μεταξύ του δανέζικου και του φινλανδικού μαρξισμού; Ποιον άλλον θα μπορούσαμε να εμπιστευθούμε, όταν, έχοντας καταγράψει τις μεταφράσεις του Das Kapital από τα αζέρικα μέχρι τα γίντις, καταλήγει να αποφανθεί βεβαιότητα «Το μοναδικό άλλο σημαντικό  βήμα για τη εξάπλωση του  Κεφαλαίου και σε άλλες γλωσσικές κοινότητες ήταν  οι μεταφράσεις  του στα μαράτι, τα χίντι και τη βεγγαλική γλώσσα, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 στην ανεξάρτητη Ινδία»; Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ: Οι μετανάστες μεταξύ «λαού» και «έθνους»

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

Νίκος Εγγονόπουλος, "Σύνθεσις από την Επανάσταση", 1939

[…] 9. Από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα εξής α) ότι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων […]. Τούτο δε, διότι το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενέες, τα συμφέροντα των ορίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική. […] Το δίκαιο αυτό, εξ απόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως ανω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή –ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων– εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός εκλογικό σώμα) και, εν τέλει να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας.

16. […] ο τρόπος αυτός της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας πρέπει να διενεργείται υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αναιρούν τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1, παρ. 3 του Συντάγματος. […] Τούτο δε διότι οι τιθέμενες από το νομοθέτη ως άνω προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους. […] Και τούτο διότι ούτε μόνη η παραμονή των γονέων στην Ελλάδα επί πενταετία ούτε η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα διασφαλίζουν άνευ ετέρου την ένταξη του ενδιαφερομένου στην ελληνική κοινωνία ως φορέα των αξιών του Ελληνικού Έθνους, όπως καταρχήν επιβάλλεται, κατά τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις.

(από την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ που κήρυξε αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου 3838/2010)

Τα σημεία που χαρακτηρίζουν την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ σχετικά με το νόμο 3838/2010 είναι: α) η πρόσληψη του έθνους ως αυτοδύναμου νομικού γεγονότος – διάφορου του λαού – που πραγματώνεται μέσω του Συντάγματος, β) η αναγωγή του δικαίου του αίματος σε συνταγματική αρχή, γ) η εκτίμηση ότι, λόγω των παραπάνω, μόνο εξατομικευμένη κρίση περί της «συνείδησης» του αιτούντα την ελληνική ιθαγένεια μπορεί να του δώσει μια θέση στον ελληνικό λαό, εφόσον πληροί προϋποθέσεις σημαντικότερες των πέντε ετών παραμονής των γονέων και έξι ετών φοίτησης σε ελληνικό σχολείο, δ) και, τέλος, η αντίληψη ότι εφόσον και στις αυτοδιοικητικές εκλογές η διακύβευση είναι η δημόσια εξουσία, το δικαίωμα συμμετοχής περιορίζεται αποκλειστικά στους πολίτες. Τα εξετάζω ένα προς ένα:

α) Η διαφοροποίηση των εννοιών λαού και έθνους στην οποία στηρίζεται η απόφαση δεν αποτελεί νέα έμπνευση στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, αλλά έχει δοκιμαστεί θεωρητικά από τους συνταγματολόγους της 4ης Αυγούστου, οι οποίοι έπρεπε, με κάθε τρόπο, να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι πηγή των εξουσιών στην Ελλάδα δεν είναι ο λαός, αλλά το έθνος, και άρα η εθνική μπορεί να εναντιωθεί στη λαϊκή βούληση. Πεμπτουσία του λεγομένου «παρασυντάγματος» είναι η διάκριση λαού και έθνους σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ενώ μετά τη μεταπολίτευση η διάκριση αρχίζει να χάνει την κανονιστική της σημασία. Το ότι «η έννοια του έθνους είναι διάφορος της έννοιας του λαού, νοουμένου ως αριθμητικού απλώς συνόλου»[1], όπως έλεγαν οι συνταγματολόγοι του Μεσοπολέμου πριν από τα μέλη του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ, δεν αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ λαού ως σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινή ιθαγένεια και έθνους ως κοινότητα πολιτικού ανήκειν, αλλά σε μια αντίληψη του έθνους ως βούλησης ποιοτικώς σημαντικότερης της λαϊκής βούλησης. Η αντίληψη αυτή αντιβαίνει στη δημοκρατική αντίληψη περί πολιτικής κοινότητας.

β) Το δίκαιο του αίματος, δηλαδή η κτήση της ιθαγένειας των γονέων από τα παιδιά τους, είναι νόμος της ελληνικής, όπως και σχεδόν όλων των εννόμων τάξεων ανά την υφήλιο. Ωστόσο,  είναι νομικά καινοφανές ότι το «δίκαιο του αίματος» είναι αρχή συνταγματικής περιωπής, η παράβαση της οποίας οδηγεί στην «αποσύνθεση του έθνους». Αν τα ελληνικά συντάγματα ακολουθούσαν αυτή την αντίληψη, τότε οι δικαστές του Δ΄ Τμήματος μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το σύνολο των Ελλήνων πολιτών θα ήταν πολύ μικρότερο από το σημερινό και ότι τα ίδια τα μέλη του Δικαστηρίου δεν θα ήταν Έλληνες, καθώς με βεβαιότητα όλοι μας στο γενεαλογικό μας δένδρο έχουμε μη (έλληνες) πολίτες. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ομογενής, ήτοι Έλλην ή Αλβανός την καταγωγήν»

Standard

του Λάμπρου Μπαλτσιώτη

 

Τζαίημς Ένσορ, «Οι σοφοί δικαστές», 1891

Δύο ζητήματα αναδεικνύονται με την συγκεκριμένη απόφαση. Το ένα αφορά τη σχέση των δικαστών με την ιστορία, το παρελθόν και έναν πυρήνα αντιλήψεων που σχετίζονται  με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Το άλλο αφορά την άγνοια των δικαστών σε σχέση με την ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, ιστορία αποκρύψεων, αντιφάσεων και αλλαγών, καθώς η αποκάλυψή της θα έφερνε στο φως την ανάλογη ιστορία διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους. Όπως βέβαια και σε όλα τα έθνη, έτσι και στο ελληνικό, η απάντηση στο ποιος μπορεί να ανήκει σε αυτό ήταν διαφορετική ανάλογα με την περίοδο ή και τη συγκυρία.

Το πρώτο ζήτημα επιβεβαιώνει ότι οι δικαστές, πέρα από τη νομική τους παιδεία, δεν είναι παρά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, άθεος, βαθύτατα θρησκευόμενος και ό,τι άλλο, θεωρεί ότι έχει μια ιδιαίτερη μοναδική καταγωγή, σαν μια ευθεία γραμμή να τον συνδέει χιλιάδες χρόνια με ένα αιώνιο, αμετάβλητο και πάντα υπάρχον ελληνικό έθνος. Όσο λοιπόν κυριαρχεί αυτή η αντίληψη, που δημιουργεί την πεποίθηση ότι αν χανόταν η καταγωγική συνέχεια θα χανόταν και το ελληνικό έθνος, δεν μπορεί παρά να παράγονται και τέτοιες αποφάσεις.

Το δεύτερο ζήτημα αξίζει ίσως μεγαλύτερη ανάλυση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι καμία ιθαγένεια δεν υπήρξε αμιγώς στηριγμένη στο δίκαιο του αίματος ή στο δίκαιο του εδάφους. Ακόμη όμως και σε παραδειγματικές ιθαγένειες του αίματος, όπως μέχρι πρόσφατα η γερμανική,  η καταγωγή δεν ήταν παρά μια επίφαση: Γερμανός ήταν όποιος ο ίδιος ή οι πρόγονοί του μιλούσαν γερμανικά, αλλά και αυτό εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη με εξώφθαλμες αντιφάσεις. Αντίστοιχα, η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, είναι η ιστορία του ορθόδοξου που σχετίζεται με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Από τα Επαναστατικά Συντάγματα μέχρι σήμερα, η δυνατότητα ένταξης στην εθνική κοινότητα προσδιοριζόταν κυρίαρχα από την ένταξη στην ορθοδοξία. Αυτό ήταν που ένωνε –και ενώνει– τον κουρδόφωνο του Ντιγιάρμπακιρ (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι Έλληνες) με τον αλβανόφωνο της Μεσσηνίας. Η ίδια θεώρηση απαγόρευε την ένταξη στο ελληνικό έθνος του ελληνόφωνου μουσουλμάνου, ακόμη και του γιου κάποιου που εξισλαμίστηκε. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανομία: Για την πολιτική και δημοκρατική ανυπακοή

Standard

Οι δηλώσεις Ρέππα και το κίνημα «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»

του Κώστα Δουζίνα

μετάφραση: Χαρά Κούκη

Ο υπουργός Μεταφορών Δημήτρης Ρέππας δήλωσε σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη Κυριακή: «Δεν πρόκειται να αφήσουμε τη χώρα εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διεθνούς ανυποληψίας και της περιθωριοποίησης, γιατί εκεί οδηγείται μια χώρα με ταυτότητα ανομίας. Προέχει η απαξίωση της κοινωνικής αντίληψης του τζαμπατζή και η πολιτική κατάρρευση του ψευδοομοιώματος προοδευτισμού που κάποιοι προβάλλουν» (Η Καθημερινή, 6.2.2011).

Ο ενοχλημένος υπουργός αναφερόταν στις μαζικές διαδηλώσεις που έχουν ξεσπάσει στην Ελλάδα τον τελευταίο μήνα. Το κίνημα «Δεν πληρώνω» ενθαρρύνει τους πολίτες να σταματήσουν να πληρώνουν τα ληστρικά διόδια στους επικίνδυνους δρόμους της χώρας, ενώ αντίστοιχη κινητοποίηση τους προτρέπει να μην ακυρώνουν στις δημόσιες συγκοινωνίες το εισιτήριο που αυξήθηκε κατά 40% την περασμένη εβδομάδα. Αυτή η κινητοποίηση αποτελεί κλασική περίπτωση πολιτικής ανυπακοής και συνδέεται με την απεργία των γιατρών και των εργαζόμενων στα μέσα μαζικής μεταφοράς που συνεχίζουν τις απεργίες, παρά τις επανειλημμένες δικαστικές αποφάσεις που τις κηρύσσουν παράνομες.

 

Πάμπλο Πικάσο, «Γυναίκες που τρέχουν στην ακτή», 1922

Η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια περίοδο κρίσης τόσο νομιμοποίησης όσο και διακυβέρνησης, μιας κρίσης που έρχεται να επιτείνει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταδίκασε τον απάνθρωπο τρόπο αντιμετώπισης των προσφύγων στην χώρα. Ο υπουργός το επιβεβαίωσε. Όταν οι κυβερνήσεις αρχίζουν να ισχυρίζονται ότι οι πολίτες έχουν απόλυτο καθήκον να υπακούν στο νόμο, εμμέσως αναγνωρίζουν ότι οι πολιτικές τους –και συνεπώς το ηθικό τους κύρος– έχουν αποτύχει. Συνέχεια ανάγνωσης