Η αναμέτρηση με τον θάνατο: Δυο πρόσφατες ταινίες του Ίστγουντ και του Ιναρίτου

Standard

του Μιχάλη Μάτσα

Από το "Hereafter"

Δύο ταινίες δύο μεγάλων σκηνοθετών αναμετρώνται με κοινό θέμα το θάνατο, το πριν και το μετά. Για κανέναν από τους δύο βέβαια δεν αποτελεί καινούριο θέμα. Και οι τέσσερις ταινίες του Μεξικανού Ιναρίτου, αλλά και οι περισσότερες πρόσφατες ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ (για να μην πούμε για τις παλαιότερες) περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου. Ο καθένας πιστός στο είδος του, στις προσωπικές αναζητήσεις του, στον κινηματογράφο που υπηρετεί.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο Hereafter ο Ίστγουντ δανείζεται τη σεναριακή δομή των προηγούμενων ταινιών του Ιναρίτου και του μέχρι πρότινος σεναριογράφου του Γκιγιέρμο Αριάγκα, με τρεις παράλληλες ιστορίες που συνδέονται στο φινάλε. Η κάθε ιστορία περιλαμβάνει έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης με το θάνατο. Ένας Αμερικάνος, πρώην μέντιουμ, που θέλει να σταματήσει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και να ζήσει μια κανονική ζωή, μια γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια που ζει μια μεταθανάτια εμπειρία χτυπημένη από το φονικό τσουνάμι, ένα Αγγλάκι που πενθεί για το χαμό του δίδυμου αδερφού του.

Από το "Βiutiful"

Η εξέλιξη της ταινίας είναι, λίγο-πολύ, προβλέψιμη: ο κάθε χαρακτήρας αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος τα φαντάσματά του, και η μόνη λύση μπορεί να έρθει αν συναντηθούν οι δρόμοι τους. Η αφορμή για την «τυχαία» συνάντησή τους είναι τρία παράλληλα «readings»: ανάγνωση ενός βιβλίου του Ντίκενς, αγαπημένου συγγραφέα του μέντιουμ, ανάγνωση του βιβλίου της Γαλλίδας όπου πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία, «ανάγνωση» του μέντιουμ ή αλλιώς επικοινωνία με το νεκρό αδερφάκι.

Δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, για την καλύτερη ταινία του Ίστγουντ. Όπως και το Changeling, πριν λίγα χρόνια, δεν είναι η ταινία που θα σου μείνει στο μυαλό· είναι χαμηλών τόνων, αλλά χάρη στον δεξιοτεχνικό χειρισμό της –αναμενόμενης έστω– πλοκής προκαλεί τη συγκίνηση, με τρόπο που μόνο ένας από τους τελευταίους κλασικούς του Χόλιγουντ μπορεί να το κάνει. Δεν λείπουν τα κλισέ βέβαια, ιδίως όσον αφορά την απεικόνιση των Ευρωπαίων, αλλά είναι και αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Χόλιγουντ. Όπως άλλωστε και η χρήση των εφέ στη σκηνή καταστροφής, με ένα τσουνάμι που θα ζήλευε ακόμα και ο Σπίλμπεργκ. Η μεταφυσική επικοινωνία με τους νεκρούς δεν είναι το κύριο θέμα του Ίστγουντ, αλλά η αφορμή για να πραγματευτεί τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Πρώτα απ’ όλα τον ενδιαφέρουν οι ζωντανοί, πώς συνεχίζουν να ζουν, πώς ξεπερνούν το θάνατο, πώς βρίσκουν παρηγοριά στους άλλους.

Όσο για το Biutiful του Ιναρίτου, κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για κλισέ. Σε αντίθεση με ό,τι δηλώνει ο ειρωνικός τίτλος, ο Ιναρίτου κινηματογραφεί την πιο άσχημη Βαρκελώνη που έχουμε δει ποτέ σε ταινία, πολύ μακριά από τη στερεοτυπική –έως και ανύπαρκτη– εκδοχή της ισπανικής πόλης που παρουσίασε πρόσφατα ο Γούντι Άλλεν. Για πρώτη φορά χωρίς τον σεναριογράφο που τον συνόδευσε στις προηγούμενες ταινίες του, εγκαταλείπει τη σπονδυλωτή δομή και αφήνει τον πρωταγωνιστή του να σηκώσει μόνος το βάρος όλου του κόσμου. Καρκίνος σε τελικό στάδιο, δύο παιδιά στο έλεος μιας διπολικής μάνας, οικονομικοί μετανάστες από την Κίνα και την Αφρική που οδηγούνται από λάθος του στο θάνατο ή στη φυλακή, επικοινωνία –και εδώ– με τους νεκρούς, παγκοσμιοποίηση, νεοφιλελευθερισμός, οικονομική κρίση, αδυσώπητοι εργολάβοι, ανεργία, διαφθορά, κόκκινα ούρα, μούχλα στο ταβάνι. Όλα Biutiful.

Και για να μην παρεξηγηθώ, η ταινία είναι πράγματι biutiful: το κυνηγητό αστυνομίας-Αφρικανών στο αγνώριστο κέντρο της Βαρκελώνης, η μελαγχολία της σκηνής με τα δύο αδέρφια στο κλαμπ, οι περισσότερες από τις οικογενειακές στιγμές είναι σπουδαία δείγματα σκηνοθεσίας. Πάνω απ’ όλα, βέβαια, τα εύσημα ανήκουν στον Χαβιέ Μπαρδέμ (Javier Bardem), που βγαίνει αλώβητος από την όλη δοκιμασία, χαρίζοντας αυθεντικότητα στο εγχείρημα που ίσως χωρίς αυτόν να έμοιαζε περισσότερο με διανοητική κατασκευή.

Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι, αν στο ένα άκρο βρίσκεται το Χόλιγουντ, όπου όλα λύνονται και ξεπερνιούνται, ο Ιναρίτου βρίσκεται στο άλλο, εκεί όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για φετιχοποίηση της μιζέριας. Αν στον Ίστγουντ η δυστυχία και ο ανθρώπινος πόνος γίνονται αφορμή για μια υπαρξιακή αναζήτηση και μια συγκινητική ταινία, ο Ιναρίτου φαίνεται σαν να θέτει ως αντικείμενο αναζήτησης την ίδια τη δυστυχία, σαν να πρέπει να χωρέσει όλη την αθλιότητα του κόσμου σε μία ταινία. Ακόμα και το μοναδικό αισιόδοξο μήνυμα που μένει από το Biutiful, περί εμπιστοσύνης στους ανθρώπους και αλληλεγγύης, ο μεξικανός σκηνοθέτης δεν μας αφήνει καν να το πιστέψουμε, αφήνοντάς το αιωρούμενο, ίσως για να μην εκληφθεί ως χάπι εντ.

O Μιχάλης Μάτσας είναι μεταφραστής

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s