Η αναμέτρηση με τον θάνατο: Δυο πρόσφατες ταινίες του Ίστγουντ και του Ιναρίτου

Standard

του Μιχάλη Μάτσα

Από το "Hereafter"

Δύο ταινίες δύο μεγάλων σκηνοθετών αναμετρώνται με κοινό θέμα το θάνατο, το πριν και το μετά. Για κανέναν από τους δύο βέβαια δεν αποτελεί καινούριο θέμα. Και οι τέσσερις ταινίες του Μεξικανού Ιναρίτου, αλλά και οι περισσότερες πρόσφατες ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ (για να μην πούμε για τις παλαιότερες) περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου. Ο καθένας πιστός στο είδος του, στις προσωπικές αναζητήσεις του, στον κινηματογράφο που υπηρετεί.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο Hereafter ο Ίστγουντ δανείζεται τη σεναριακή δομή των προηγούμενων ταινιών του Ιναρίτου και του μέχρι πρότινος σεναριογράφου του Γκιγιέρμο Αριάγκα, με τρεις παράλληλες ιστορίες που συνδέονται στο φινάλε. Η κάθε ιστορία περιλαμβάνει έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης με το θάνατο. Ένας Αμερικάνος, πρώην μέντιουμ, που θέλει να σταματήσει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και να ζήσει μια κανονική ζωή, μια γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια που ζει μια μεταθανάτια εμπειρία χτυπημένη από το φονικό τσουνάμι, ένα Αγγλάκι που πενθεί για το χαμό του δίδυμου αδερφού του.

Από το "Βiutiful"

Η εξέλιξη της ταινίας είναι, λίγο-πολύ, προβλέψιμη: ο κάθε χαρακτήρας αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος τα φαντάσματά του, και η μόνη λύση μπορεί να έρθει αν συναντηθούν οι δρόμοι τους. Η αφορμή για την «τυχαία» συνάντησή τους είναι τρία παράλληλα «readings»: ανάγνωση ενός βιβλίου του Ντίκενς, αγαπημένου συγγραφέα του μέντιουμ, ανάγνωση του βιβλίου της Γαλλίδας όπου πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία, «ανάγνωση» του μέντιουμ ή αλλιώς επικοινωνία με το νεκρό αδερφάκι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Tο εργασιακό τοπίο στην Ελλάδα μετά το Μνημόνιο

Standard

του Γιαννή Κουζή

Φερνάν Λεζέ, "Ο μηχανικός", 1920

Ι. Οι εξελίξεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά την επιβολή του Μνημονίου συνιστούν την επίτευξη ενός στόχου που έχει δρομολογηθεί την τελευταία εικοσαετία από διεθνείς και εθνικούς κύκλους ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, και υλοποιείται με αφορμή και άλλοθι την κρίση και το Μνημόνιο. Οι αλλαγές εντάσσονται στο ίδιο πνεύμα των «μεταρρυθμίσεων» των δύο τελευταίων δεκαετιών υπό την επίκληση του στόχου της ανταγωνιστικότητας που μεταφράζεται με όρους μείωσης και συμπίεσης των δαπανών για την εργασία αβέβαιης αποτελεσματικότητας, πέραν της διασφάλισης της αυξημένης κερδοφορίας του κεφαλαίου, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της επέκτασης της επισφάλειας και ανασφάλειας στους κόλπους των εργαζομένων. Εντούτοις, παρά τις εντυπωσιακές αλλαγές που έχει υποστεί η ελληνική αγορά εργασίας, ήδη πριν την εκδήλωση της κρίσης, ο χαρακτηρισμός της ως «άκαμπτης» παραμένει επίμονα. Παρά το εύρος του φάσματος της θεσμοθετούμενης ευελιξίας που, σε συνδυασμό με την κραυγαλέα ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών εφαρμογής της νομοθεσίας, διευρύνει επικίνδυνα τους θύλακες του «εργασιακού Μεσαίωνα», οι πιέσεις εντείνονται και βρίσκουν με την κρίση πρόσφορο έδαφος για την ολοκλήρωση της εφαρμογής μιας παλιάς ατζέντας, που οι συγκυρίες δεν ευνόησαν την πλήρη υλοποίησή της. Συνέχεια ανάγνωσης