Το τέλος της πολυπολιτισμικότητας;

Standard

Με αφετηρία τις  πρόσφατες δηλώσεις του βρετανού πρωθυπουργού

του Χρήστου Ηλιάδη

Ο πρωθυπουργός της Αγγλίας σε μια πρόσφατη τοποθέτησή του στο Φόρουμ Ασφαλείας του Μονάχου, μιλώντας για την τρομοκρατία, ανακοίνωσε την «αποτυχία του πολυπολιτισμικού μοντέλου» πάνω στο οποίο στηριζόταν η επίσημη πολιτική της Μ. Βρετανίας απέναντι στις διάφορες μεταναστευτικές κοινότητες από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποτυχία αυτή, διευκρίνισε, αφορά τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, στη Γερμανία η Α. Μέρκελ πρόσφατα δήλωσε ότι «η πολυπολιτισμική κοινωνία έχει αποτύχει», ενώ και στη Γαλλία ο Ν. Σαρκοζί ακολουθεί παρόμοια πολιτική στο θέμα της μαντίλας. Πολιτικές συντηρητικών κυβερνήσεων; Ίσως. Βέβαια, στη βιβλιογραφία, ήδη από το 2005 ο Κύμλικα παρατηρούσε ότι στα μεταναστευτικά ζητήματα υπάρχει «υποχώρηση της φιλελεύθερης πολυπολιτισμικότητας».[1]

Στην Ελλάδα η συζήτηση για το μεταναστευτικό εξαντλείται στα κριτήρια νομιμοποίησης των μεταναστών. Τι γίνεται όμως μετά; Με ποιους τρόπους θα πρέπει να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών για διατήρηση των θρησκευτικών και πολιτισμικών τους παραδόσεων; Θα μπορούν, π.χ., να διεκδικήσουν ίση αναγνώριση και ίσως κρατική βοήθεια για τη διατήρηση των πολιτισμικών και θρησκευτικών τους πρακτικών, χωρίς καμιά υποχρέωση να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, όπως π.χ. στην Αγγλία, ή θα πρέπει να διατηρήσουν τη διαφορετική τους πολιτισμική ταυτότητα στον ιδιωτικό τους χώρο, ενώ στον δημόσιο θα πρέπει να ακολουθούν τις αρχές και αξίες της πλειοψηφίας, όπως στη Γαλλία;

Με τους μετανάστες από τα Βαλκάνια –και κυρίως την Αλβανία– το ζήτημα λύθηκε σχεδόν αυτόματα. Αφομοιώθηκαν στο σύνολο, καθώς δεν είχαν άλλη επιλογή, και έτσι σήμερα ουδείς  περίπου θυμάται ότι ήρθαν στην χώρα. Με όσους όμως έρχονται από την Αφρική και την Ασία τα πράγματα δεν θα είναι τόσο απλά και το κράτος δεν θα μπορέσει να αρκεστεί στην «κοινωνική μηχανική» της –ανεπιθύμητης ούτως ή άλλως– αφομοίωσης.

Επιστρέφοντας στον βρετανό πρωθυπουργό, σύμφωνα με αυτόν, η βασική αιτία της αποτυχίας του πολυπολιτισμικού μοντέλου είναι μία: ο ισλαμικός εξτρεμισμός. Η βρετανική πολιτική απέναντι στις ορδές των μεταναστευτικών κυμάτων που κατέφθαναν στη μητρόπολη από τις διάφορες πρώην και νυν αποικίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στηριζόταν στις εξής αρχές: Ανεκτικότητα, Δημοκρατία, Μετριοπάθεια και Ίση Μεταχείριση. Πολυπολιτισμικότητα στη βρετανική της εκδοχή σήμαινε ότι η χώρα δεν είχε παρά να εμπλουτιστεί αφήνοντας κάθε μεταναστευτική κοινότητα να διατηρήσει την ιδιαίτερη κουλτούρα της, τρόπο ζωής και σύστημα αξιών.

Το μοντέλο αυτό κρίνεται σήμερα από κάποιους επικριτές του αποτυχημένο γιατί άφησε τις διάφορες κοινότητες «αποξενωμένες» και «έρμαια διαφόρων εξτρεμιστικών ομάδων». Τους επέτρεψε να υιοθετήσουν τρόπους ζωής αντίθετους με τις φιλελεύθερες αρχές και αξίες, χωρίς να καταφέρει να δημιουργήσει μια κοινή «συλλογική ταυτότητα» για όλους τους πολίτες. Έτσι, όπως υποστηρίζουν οι συντηρητικοί κύκλοι, αντί για ανοχή έναντι της διαφορετικότητας η πολυπολιτισμικότητα έφερε την απομόνωση και την εξατομίκευση, δίνοντας τροφή στον «ισλαμικό εξτρεμισμό».

Η λύση που προτείνεται απέναντι στον «απομονωτισμό» της πολυπολιτισμικότητας είναι ένας δραστήριος «μυώδης φιλελευθερισμός» (muscular liberalism), όπως τον αποκάλεσε ο βρετανός πρωθυπουργός, ο οποίος θα δώσει –υποτίθεται– τη λύση, προωθώντας μια κοινή «εθνική ταυτότητα», ανοιχτή βέβαια σε όλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μετανάστες πρέπει να αφομοιωθούν σε έναν κυρίαρχο εθνικισμό –όπως έγινε με τους Αλβανούς στην Ελλάδα–, αλλά ότι το κράτος πρέπει ενεργά να προωθήσει συγκεκριμένες φιλελεύθερες αξίες (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός στους νόμους), και όχι να παραμείνει ουδέτερο στις επιλογές των πολιτών του. Ταυτόχρονα, συγκεκριμένες απόψεις και πρακτικές που δεν είναι αποδεκτές από τα φιλελεύθερα κράτη (γάμοι ανηλίκων, ομοφοβία, ρατσισμός κλπ.), δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνονται ανεκτές. Έτσι, κατά τον Ντ. Κάμερον οι ομάδες που προωθούν τον ισλαμικό εξτρεμισμό και δεν υιοθετούν τις παραπάνω αρχές και αξίες πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως αντιμετωπίζονται οι ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες στην Ευρώπη.

Ο «μυώδης φιλελευθερισμός» δεν είναι τίποτε άλλο από μια «ήπια» πολιτική αφομοίωσης των μεταναστών στις φιλελεύθερες αξίες των δυτικών κοινωνιών και η αντιδιαστολή του από την πολυπολιτισμικότητα φέρνει στο προσκήνιο τη γνωστή συζήτηση απέναντι στην πολιτισμική διαφορά περί φιλελεύθερων/οικουμενικών πολιτικών-προϊόντων του Διαφωτισμού και κοινοτιστικών/ιδιαίτερων οι οποίες κατηγορούνται ως προνεωτερικές.

***

Το μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο κριτικής και του Σ. Ζίζεκ, φυσικά για πολύ διαφορετικούς λόγους από αυτούς του Βρετανού πρωθυπουργού.[2]

Ο Ζίζεκ κατηγόρησε τη φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα ότι κρύβει μια «παλιά βαρβαρότητα με ανθρώπινο πρόσωπο». Αυτό γιατί διακηρύσσει τον σεβασμό του «Άλλου», μόνο όμως όσο αυτός παραμένει σε απόσταση, χωρίς να ενοχλεί την ιδιωτική μας ζωή ή τις πολιτικές μας κοινότητες, όσο δηλαδή παραμένει απομονωμένος σε παράλληλες κοινότητες μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Ως τέτοιος, συνεχίζει ο Ζίζεκ, αποτελεί μια εμπειρία του «Άλλου», ο οποίος όμως στερείται της ιδιότητας του ως «Άλλος». Δεν είναι τίποτα διαφορετικό, λέει, από τα προϊόντα που κατακλύζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, απ’ τα οποία λείπει το βασικό τους συστατικό: καφές χωρίς καφεΐνη, μπύρα χωρίς αλκοόλ κλπ.

Αν λοιπόν το φιλελεύθερο μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας απέτυχε, είτε γιατί κρύβει μια βαρβαρότητα απέναντι στους μετανάστες είτε γιατί προωθεί τον εξτρεμισμό, είναι η επιστροφή σε έναν «μυώδη φιλελευθερισμό» –αλά Γαλλία ίσως– η πιο βιώσιμη εναλλακτική; Και τι έχει να προσφέρει η Αριστερά σε αυτήν τη συζήτηση;

Μια πιθανή απάντηση μπορεί να αναζητηθεί σε αυτό που ονομάζεται «δημοκρατική πολυπολιτισμικότητα» (democratic multiculturalism). Αυτή διαφέρει από τη φιλελεύθερη εκδοχή της, κυρίως στο ότι δεν προσπαθεί να στερήσει από τον «Άλλο» την ιδιότητα του ως τέτοιου, αλλά να τον αναγνωρίσει ως μέρος του «εαυτού», αναγνωρίζοντας ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι εσωτερικές σε κάθε κουλτούρα. Χρησιμοποιώντας δηλαδή το παράδειγμα του Ζίζεκ, να κρατήσει τον «Άλλο» με την «καφεΐνη» του, αφού αυτή βρίσκεται ήδη στον οργανισμό μας!

Έτσι, η αναγνώριση και ανάδειξη της ιδιαιτερότητας δεν είναι «προνεωτερικό» κατάλοιπο –όπως καταγγέλλουν οι θιασώτες του φιλελευθερισμού– αλλά μέρος της παράδοσης του Διαφωτισμού. Αν αναζητούμε οικουμενικές αρχές στις οποίες θα στηρίζεται η αναγνώριση της πολιτισμικής διαφοράς, οι αρχές της συνεχούς και αμοιβαίας αναγνώρισης και της συγκατάθεσης είναι αρκετές. Αντίθετα, οι κυρίαρχες πολιτισμικές πρακτικές αλλά και οικουμενικές αρχές πρέπει να γίνονται αντικείμενο κριτικής από όλους.

Τα αιτήματα λοιπόν για αναγνώριση και προστασία που θέτουν οι διάφορες πολιτισμικές ομάδες πρέπει να βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης με τις παγιωμένες πολιτισμικές πρακτικές. Από την άλλη όμως και οι διάφορες πολιτισμικές κοινότητες –είτε προέρχονται από την πλευρά των μεταναστών είτε των γηγενών– θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι δεν μπορούν να διατηρούν μια «κλειστή» αντίληψη της κουλτούρας τους, αλλά ότι αυτή πρέπει να βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης, αλληλεπίδρασης και αλληλοεπιρροής.

Για να επανέλθω σε ένα άλλο κείμενο του Ζίζεκ, γιατί να μη θέσουμε με σεβασμό το Ισλάμ –όπως και όλες τις άλλες θρησκείες– σε κριτική ανάλυση; Αυτό ακριβώς λέει, είναι ο μόνος τρόπος να δείξουμε αληθινό σεβασμό για τους Μουσουλμάνους: να τους συμπεριφερθούμε ως ενήλικες, υπεύθυνους για τα πιστεύω τους.[3]

Με τα ζητήματα αυτά έχει ήδη αρχίσει να βρίσκεται αντιμέτωπη και η Αριστερά. Και αν είναι σχετικά «εύκολο» να συνταχθεί με όλους αυτούς που ζητούν νομιμοποίηση ή πολιτικό άσυλο και να προβάλλει τα αιτήματά τους, πώς θα αντιδράσει σε «συντηρητικά» αιτήματα, αντίθετα με τις αρχές και αξίες της; Θα επικαλεστεί το φιλελεύθερο παράδειγμα του «ουδέτερου»/κοσμικού δημόσιου χώρου, θα συνταχθεί με τα αιτήματα των «καταπιεσμένων» όσο συντηρητικά και αν είναι ή θα αναζητήσει ένα διαφορετικό δρόμο, σαν κι αυτόν που περιέγραψα πιο πάνω; Ήδη, μόνο το αίτημα για τζαμί στην Αθήνα προκαλεί πολλές αντιπαραθέσεις, όπως βλέπω σε διάφορα μπλογκ, λίστες mail, σχόλια στο facebook, άρθρα στον Τύπο και γενικότερα τη δημόσια συζήτηση.

Ο Χρήστος Ηλιάδης είναι υποψήφιος Διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του  Έσσεξ

 


[1] W. Kymlicka, «The new debate on minority rights (and postscript), στο Laden και Owen (επιμ.), Multiculturalism and Political Theory, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2007, σ. 49.
[2] S. Zizek, «Liberal multiculturalism masks an old barbarism with a human face», Τhe Guardian, 3.10.2010, http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2010/oct/03/immigration-policy-roma-rightwing-europe
[3] Σ. Ζίζεκ, «Τα σκίτσα του Μωάμεθ: Θρησκεία και πολιτική», Σύγχρονα Θέματα, τ. 96 (3), 2007, σ. 5-11.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s