Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αριστερά

Standard

του Χρήστου Λάσκου

 

Πωλ Ντελβώ, "Γυμνές αγκαλιασμένες γυναίκες", 1935-1940

Σε μια συνέντευξή του στα «Ενθέματα», στις 7 Μαρτίου του 2010, ο Γεράσιμος Μοσχονάς υποστήριζε πως, σε ό,τι αφορά την τοποθέτηση της Αριστεράς έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχουν δύο και μόνο συνεκτικές στάσεις. Σημείωνε συγκεκριμένα: «Προσωπικά, μου προκαλούν μεγάλο σεβασμό οι προσεγγίσεις που διακρίνονται από εσωτερική συνοχή. Η Ευρώπη είναι, το επαναλαμβάνω, ένα βαθύτατα συντηρητικό θεσμικό και οικονομικό σύστημα. Μου προκαλεί συνεπώς σεβασμό, έστω κι αν διαφωνώ, η θέση “έξω η Ελλάδα από την Ε.Ε.”. Τη θεωρώ πνευματικά και πολιτικά συνεκτική, θεωρώ δε ότι έχει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της. Μου προκαλεί επίσης σεβασμό η αντίθετη επιλογή, η στρατηγική για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη και ο αριστερός ευρωπαϊσμός. Διαθέτει και αυτή το πλεονέκτημα της συνοχής, εκφράζει πολύ καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, τα συμφέροντα της σημερινής Ελλάδας, έχει διαμορφωμένες εστίες και αιχμές κριτικής στο ευρωπαϊκό σύστημα, προσδιορίζει χωρίς διφορούμενα το πλαίσιο […]. Κατανοώ όμως λιγότερο τον ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό –ο οποίος είναι ταυτόχρονα προϊόν και τακτικισμού και σύγχυσης– του κυρίαρχου λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Μου είναι λιγότερο κατανοητή η θέση “κριτική σε όλα και σε όλους, κριτική σε ο,τιδήποτε ευρωπαϊκό, αλλά παραμένουμε εντός Ε.Ε., είμαστε μια ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη” […]. Αυτή η αμφισημία, που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια (αυτό είναι ο ορισμός του πολυσυλλεκτισμού), εμποδίζει την παραγωγή συγκροτημένης και καινοτόμου πολιτικής είτε στη μία κατεύθυνση, την ευρωπαϊκή, είτε στην άλλη, την εκτός Ευρώπης».

Σήμερα, ακριβώς ένα χρόνο μετά, η σχετική συζήτηση έχει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έρθει στο κέντρο του ενδιαφέροντος για τους αριστερούς. Εν τω μεταξύ, μεσολάβησε ο ορυμαγδός του Μνημονίου και μαζί, από τη μία η αποχώρηση από τον Συνασπισμό των οπαδών του «αληθούς και συνεκτικού» ευρωπαϊσμού και, από την άλλη, η εμφάνιση στο εσωτερικό του μιας ισχυρής τάσης που αντιμετωπίζει, με «πνευματική και πολιτική συνοχή», την Ενωμένη Ευρώπη ως οριστικά αντιδραστικό μόρφωμα, μη επιδεχόμενο την παραμικρή μεταβολή.

Κυρίαρχος, βέβαια, παραμένει ο «ασπόνδυλος πολυσυλλεκτισμός». Ισχυρίζομαι, λοιπόν, πως αυτή η στάση όχι μόνο διακρίνεται από μεγαλύτερη αντιστοίχιση στην πραγματικότητα, αλλά, γι’ αυτό τελικά, και από μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή. Κι ας φαίνεται διαφορετικά. Γιατί, φαντάζομαι, το θέμα μας είναι πώς, ως Αριστερά, μπορούμε –ή δεν μπορούμε, αν το αποφασίσουμε– να δράσουμε ώστε να αποτρέψουμε από τη μία την πανευρωπαϊκή και, απολύτως συνεργατική, επίθεση του κεφαλαίου και, επιπλέον, πώς θα ανοίξουμε δρόμους για μια ριζική –ή λιγότερο ριζική αν ενοχλεί το επίθετο–, αλλά πάντως μεγάλη αλλαγή, χωρίς την οποία οι προοπτικές της μισθωτής εργασίας, των νέων ανθρώπων, των γυναικών και πολλών άλλων κατηγοριών εμφανίζονται εφιαλτικές. Θέλω να πω, αυτό που μας απασχολεί δεν είναι επιστημολογικής τάξης, αν δηλαδή ο συνεκτικισμός ή η ακριβής (!) αντιστοιχία με την πραγματικότητα είναι το κριτήριο επιλογής της προοπτικής μας. Γι’ αυτό, κιόλας, η εσωτερική «συνοχή», που τόσο πολύ φαίνεται να ενδιαφέρει τον Γ. Μοσχονά, ίσως αποτελεί μειονέκτημα, με την έννοια πως, σε πολύπλοκες καταστάσεις σαν αυτές που αντιμετωπίζουμε σήμερα, η πολλή «συνοχή» μπορεί να σημαίνει, απλώς, τυπική ενασχόληση με μια διαλεκτική –για να θυμόμαστε και την φιλοσοφική παράδοσή μας, καμιά φορά– πραγματικότητα.

Είναι προφανές, νομίζω, πια πως οι συνεπείς ευρωπαϊστές, όπως η Δημοκρατική Αριστερά, στις σημερινές συνθήκες ελάχιστα μπορούν να συμβάλουν σε μια αριστερή πολιτική απάντηση στα όσα συμβαίνουν, στο μέτρο που είναι υπερασπιστές μιας πολιτικής «εντός πλαισίου» τη στιγμή ακριβώς που το πλαίσιο μετατρέπεται σε πραγματικό ζουρλομανδύα. Ο ακραίος δογματισμός –αυτών, των αιωνίως «αντιδογματικών»– τους ακυρώνει ολοκληρωτικά, εντάσσοντάς τους σε όσους θα επιχειρήσουν να λειάνουν τις χειρότερες πλευρές του νέου μας «δεδομένου», του Μνημονίου. Εδώ είναι που ο συνεκτικός ευρωπαϊσμός μετατρέπεται οριακά σε… ευρωπαραλογισμό, απαγορεύοντας, στην πραγματικότητα, όχι μόνοτη δυνατότητα «αντισυστημικής» πολιτικής δράσης, αλλά ακόμα και στοιχειωδώς «ρεφορμιστικής». Αυτό, άλλωστε ήταν γνωστό από παλιά — τώρα, απλώς παροξύνεται: ο «ρεφορμισμός» πάντοτε, για να το πω λίγο προκλητικά, «παρασιτούσε» στον κορμό του ριζοσπαστισμού. Χωρίς τον δεύτερο δεν ήταν παρά ιστορική καρικατούρα πραγματικής μετασχηματιστικής πολιτικής, ένας μεταρρυθμισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Ας πάμε, όμως, στην άλλη «συνεκτική» αντίληψη, αυτή, δηλαδή, που θεωρεί πως η εθνικοκρατική επιλογή είναι η πρέπουσα. Σύμφωνα με αυτήν, «[σ]τη σημερινή συγκυρία κρίσης του δημόσιου χρέους, υπάρχει “εθνική λύση” που συμπυκνώνεται στην έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. Το σκεπτικό στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ένταξη στην Ε.Ε. και ιδίως στο ευρώ ζημίωσε τη “χώρα” και αντλεί επιχειρήματα κυρίως από τη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή θα δώσει δυνατότητες άσκησης νομισματικής πολιτικής, που με την υποτίμηση θα επαναφέρει την ανάπτυξη μέσω της αυξημένης εξαγωγικής ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, ενώ καίριες διαρθρωτικές «προοδευτικές» παρεμβάσεις (κρατικοποίηση τραπεζών, περιορισμοί και αυστηροί έλεγχοι στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου) θα επιτρέψουν τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων»[1] (από το editorial των Θέσεων, τχ. 114, σ. 8, όπου συνοψίζεται αυτή η άποψη στην οποία και ασκείται κριτική). Προσθέτω πως, στο τέλος, η αντίληψη αυτή κάνει την αναφορά της και στον σοσιαλισμό χωρίς όμως, στοιχειωδώς έστω, να αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο τα όσα πρακτικά εισηγείται συνδέονται με αυτόν τον στόχο. Όσα ελλειπτικά προτείνονται, αλλά και η γενική στρατηγική αντίληψη που φαίνεται να τα συνέχει, μοιάζουν τόσο με τα προγράμματα των Γάλλων και των Ιταλών του ’70, που δύσκολα μπορώ να τα συνδέσω με οποιουδήποτε είδους σοσιαλισμό. Τότε ο εχθρός ήταν ο «κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός» και οι 200 οικογένειες, τώρα είναι το ευρωπαϊκό διευθυντήριο και το «μεγάλο» κεφάλαιο. Και τότε και τώρα, ο «πολύς λαός» του έθνους-κράτους έχει συμφέρον σε αυτό που τον καλούμε και ρόλος της Αριστεράς είναι να τον πείσει. Η προσέγγιση αυτή «συνεκτική», κατά την άποψη του Μοσχονά, είναι — πειστική σας φαίνεται; Εμένα όχι.

***

Και ο «ασπόνδυλος πολυσυλλεκτισμός», τον οποίο ασπάζομαι μαζί με την πλειοψηφία του ΣΥΝ, πώς τοποθετείται για όλα αυτά; Αντιγράφω από την απόφαση της τελευταίας ΚΠΕ: «Στη βάση των προωθούμενων ήδη σχεδίων οικονομικής διακυβέρνησης και ιδιαίτερα του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας η λιτότητα και η επίθεση στην εργασία δεν συνδέεται πλέον μόνο με το ζήτημα του χρέους, αλλά και με το “μόνιμο” ζήτημα της ανταγωνιστικότητας, εξέλιξη που δικαιώνει την Αριστερά […] ως προς την ανάδειξη έγκαιρα του ζητήματος ότι το μνημόνιο και η ταξική επίθεση που συνεπάγεται ήταν ο στόχος και όχι το μέσο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους.

Ενόψει αυτών των εξελίξεων η θέση μας, ως ΣΥΝ, περί ανατροπής όλων των συνθηκώνπρέπει να εξειδικευτεί ώστε να ανταποκρίνεται στην εμβέλεια των επιχειρούμενων αλλαγών, στα πλαίσια ενός ευρύτερου στόχου για την άμεση και ριζική μετατροπή του συνόλου της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κοινό μέλλον των λαών της Ευρώπης όχι μόνο δεν μπορεί να περάσει μέσα από αυτή την αρχιτεκτονική της Ε.Ε., αλλά υποθηκεύεται για δεκαετίες στο μέλλον. Άλλωστε, αν πραγματοποιηθεί […] ο σχεδιασμός που βρίσκεται σε εξέλιξη οδηγούμαστε πιθανόν στην οικονομική και πολιτική διάλυση της ευρωζώνης. Είναι ώρα να σημάνει συναγερμός ανάμεσα στους ευρωπαίους εργαζόμενους για τον κοινό αγώνα που θα μπλοκάρει τη συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Αγώνας στα πλαίσια του οποίου θα πρέπει να αξιοποιηθούν το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που αρνούνται αυτή την εξέλιξη χωρίς ιδεοληψίες και προκατασκευές, στο βαθμό μάλιστα που η επιχειρούμενη ταυτόχρονα επιβολή της λογικής του μνημονίου σε όλους τους λαούς της Ευρώπης ομογενοποιεί αντικειμενικά το πεδίο των αγώνων τους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εκφράζοντας, αλλά και υπερβαίνοντας τις εθνικές ιδιαιτερότητες».

Δεν μου φαίνεται ούτε ασπόνδυλο ούτε πολυσυλλεκτικό, αλλά σαφές και «συνεκτικό». Τι λέει; Πως η νεοφιλελεύθερη Ε.Ε. και δεν μας κάνει και δεν επιδέχεται «ευρωπαϊστικά μερεμέτια». Και πως, ακόμη, εθνικοκρατική λύση δεν υφίσταται. Η απάντηση, λοιπόν, βρίσκεται στην οργάνωση των ταξικών αγώνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αγώνων που αποκτούν, πλέον, και δημοκρατικό, με την πιο κοινή έννοια, περιεχόμενο. Αυτός είναι ο δρόμος κι έχει σημασία να τον ξέρουμε, για να τον περπατήσουμε ανακαλύπτοντάς τον. Περισσότερο από αυτό –και τις εξειδικεύσεις που έχουμε μέχρι τώρα κάνει– δεν μπορούμε να προτείνουμε. Και, ίσως, τελικά να αποδειχτεί πλεονέκτημα. Προφανώς, θα επανέλθω… με περισσότερα λόγια.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

 


[1] Αυτή, θα πρέπει να σημειώσω, δεν είναι η (ρητή) άποψη του Αριστερού Ρεύματος. Το Α.Ρ., σε όλα τα κείμενά του από το 6ο Συνέδριο και μετά, διαπιστώνει, περιγράφει, με κραυγαλέο συνήθως τρόπο, τα όσα επισυμβαίνουν, δεν καταλήγει όμως ποτέ σε κάποια πρόταση επί του «ευρωπαϊκού». Έτσι, το μότο «η Ε.Ε. δεν μεταρρυθμίζεται παρά μόνο ανατρέπεται» δεν είναι παρά μόνο σύνθημα και τίποτε παραπάνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s