Περί «δικαίου του αίματος»

Standard

(αναδημοσίευση από τα «Νέα», 12.2.2011)

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Τρέμω στην ιδέα πως θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ το σκεπτικό του Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που εισηγείται στην Ολομέλεια να ληφθεί υπόψη για την παροχή ιθαγένειας σε μετανάστες αλλοδαπούς το κριτήριο του «δικαίου του αίματος». Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να ξαναγραφεί και η Αρχαία και η Βυζαντινή και η Νεοελληνική Ιστορία με αυτό το κριτήριο καθαρότητας.

Ο μεγάλος νικητής των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής, όπως αναφέρουν πολλές πηγές ήταν μη τέλειος αθηναίος πολίτης. Η μητέρα του ήταν Θρακιώτισσα, άρα βάρβαρη για τη νομοθεσία των Αθηνών, πιθανόν υπηρέτρια στο σπίτι του πατέρα του Θεμιστοκλή. Οι Θρακιώτισσες εκείνη την εποχή ήταν ένα είδος Φιλιππινέζες!

Ο Θεμιστοκλής όμως, όταν ψηφίστηκε στρατηγός-αυτοκράτωρ, πέρασε νόμο στη Βουλή και έδωσε την ιδιότητα του αθηναίου πολίτη σε όλους τους ομοίους του, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το εκλογικό σώμα του Αστεως και να έχει εξασφαλίσει πλέον και γερή εκλογική πελατεία ευγνωμόνων. Συνέχεια ανάγνωσης

H πολιτική ανυπακοή και το κίνημα «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»

Standard


του Γιώργου Μπάλια

Οι αστοχίες των ασκούμενων πολιτικών σε διάφορους τομείς και οι εμμένουσες ανησυχίες σημαντικής μερίδας πολιτών σχετικά με αυτές επέτρεψαν την ανάπτυξη κινημάτων που έχουν τα χαρακτηριστικά αυτού που ονομάζεται πολιτική ανυπακοή.

Το θεωρητικό πλαίσιο

Αλέξης Ακριθάκης, "Κόκκινες βαλίτσες", 1973

Το ζήτημα της ανυπακοής εντάσσεται, σύμφωνα με τον Γιούργκεν Χάμπερμας, στον ευρύτερο δημόσιο χώρο εντός του οποίου οι πολίτες ενισχύουν τη θέση τους μέσω των ολοένα και περισσότερο οξειών δημόσιων αντιπαραθέσεων, αποτελώντας ταυτόχρονα την κορύφωσή τους.[1] Επειδή η πολιτική ανυπακοή συνδέεται άμεσα με το περιεχόμενο των κανόνων δικαίου και τις πηγές του, είναι αναγκαίο να αναδειχθούν οι σημαντικότερες πλευρές του ζητήματος.

Εκείνο που πρέπει, καταρχάς, να υπογραμμιστεί είναι ότι όσοι προβαίνουν σε πράξεις πολιτικής ανυπακοής προβάλλουν επιχειρήματα σχετικά με το δίκαιο και τον τρόπο παραγωγής του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλοί παραβάτες του νόμου όπως το απαιτεί η κατεστημένη αντίληψη περί τιμωρίας λόγω της παραβίασης του νόμου, η οποία ερείδεται στον νομικό θετικισμό.[2] Σύμφωνα με τον τελευταίο, η ισχύς του κανόνα δικαίου δεν εξαρτάται από την κοινωνική αποδοχή του, καθόσον περιορίζεται μόνο στο να επιβάλλει μια εξωτερική συμπεριφορά χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις εσωτερικές διεργασίες  αυτών στους οποίους απευθύνεται (ενστάσεις ή προβλήματα συνείδησης).[3] Ωστόσο, αυτή η αντίληψη έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από σημαντικούς θεωρητικούς (Ρωλς, Χάμπερμας, Ντουόρκιν), οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι πολίτες έχουν υποχρέωση να τηρούν το νόμο αλλά μπορούν επίσης να τον αμφισβητούν –και να μην τον εφαρμόζουν– σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συνέχεια ανάγνωσης