«Ομογενής, ήτοι Έλλην ή Αλβανός την καταγωγήν»

Standard

του Λάμπρου Μπαλτσιώτη

 

Τζαίημς Ένσορ, «Οι σοφοί δικαστές», 1891

Δύο ζητήματα αναδεικνύονται με την συγκεκριμένη απόφαση. Το ένα αφορά τη σχέση των δικαστών με την ιστορία, το παρελθόν και έναν πυρήνα αντιλήψεων που σχετίζονται  με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Το άλλο αφορά την άγνοια των δικαστών σε σχέση με την ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, ιστορία αποκρύψεων, αντιφάσεων και αλλαγών, καθώς η αποκάλυψή της θα έφερνε στο φως την ανάλογη ιστορία διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους. Όπως βέβαια και σε όλα τα έθνη, έτσι και στο ελληνικό, η απάντηση στο ποιος μπορεί να ανήκει σε αυτό ήταν διαφορετική ανάλογα με την περίοδο ή και τη συγκυρία.

Το πρώτο ζήτημα επιβεβαιώνει ότι οι δικαστές, πέρα από τη νομική τους παιδεία, δεν είναι παρά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, άθεος, βαθύτατα θρησκευόμενος και ό,τι άλλο, θεωρεί ότι έχει μια ιδιαίτερη μοναδική καταγωγή, σαν μια ευθεία γραμμή να τον συνδέει χιλιάδες χρόνια με ένα αιώνιο, αμετάβλητο και πάντα υπάρχον ελληνικό έθνος. Όσο λοιπόν κυριαρχεί αυτή η αντίληψη, που δημιουργεί την πεποίθηση ότι αν χανόταν η καταγωγική συνέχεια θα χανόταν και το ελληνικό έθνος, δεν μπορεί παρά να παράγονται και τέτοιες αποφάσεις.

Το δεύτερο ζήτημα αξίζει ίσως μεγαλύτερη ανάλυση. Σήμερα γνωρίζουμε ότι καμία ιθαγένεια δεν υπήρξε αμιγώς στηριγμένη στο δίκαιο του αίματος ή στο δίκαιο του εδάφους. Ακόμη όμως και σε παραδειγματικές ιθαγένειες του αίματος, όπως μέχρι πρόσφατα η γερμανική,  η καταγωγή δεν ήταν παρά μια επίφαση: Γερμανός ήταν όποιος ο ίδιος ή οι πρόγονοί του μιλούσαν γερμανικά, αλλά και αυτό εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη με εξώφθαλμες αντιφάσεις. Αντίστοιχα, η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας, είναι η ιστορία του ορθόδοξου που σχετίζεται με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Από τα Επαναστατικά Συντάγματα μέχρι σήμερα, η δυνατότητα ένταξης στην εθνική κοινότητα προσδιοριζόταν κυρίαρχα από την ένταξη στην ορθοδοξία. Αυτό ήταν που ένωνε –και ενώνει– τον κουρδόφωνο του Ντιγιάρμπακιρ (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι Έλληνες) με τον αλβανόφωνο της Μεσσηνίας. Η ίδια θεώρηση απαγόρευε την ένταξη στο ελληνικό έθνος του ελληνόφωνου μουσουλμάνου, ακόμη και του γιου κάποιου που εξισλαμίστηκε. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανομία: Για την πολιτική και δημοκρατική ανυπακοή

Standard

Οι δηλώσεις Ρέππα και το κίνημα «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»

του Κώστα Δουζίνα

μετάφραση: Χαρά Κούκη

Ο υπουργός Μεταφορών Δημήτρης Ρέππας δήλωσε σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη Κυριακή: «Δεν πρόκειται να αφήσουμε τη χώρα εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διεθνούς ανυποληψίας και της περιθωριοποίησης, γιατί εκεί οδηγείται μια χώρα με ταυτότητα ανομίας. Προέχει η απαξίωση της κοινωνικής αντίληψης του τζαμπατζή και η πολιτική κατάρρευση του ψευδοομοιώματος προοδευτισμού που κάποιοι προβάλλουν» (Η Καθημερινή, 6.2.2011).

Ο ενοχλημένος υπουργός αναφερόταν στις μαζικές διαδηλώσεις που έχουν ξεσπάσει στην Ελλάδα τον τελευταίο μήνα. Το κίνημα «Δεν πληρώνω» ενθαρρύνει τους πολίτες να σταματήσουν να πληρώνουν τα ληστρικά διόδια στους επικίνδυνους δρόμους της χώρας, ενώ αντίστοιχη κινητοποίηση τους προτρέπει να μην ακυρώνουν στις δημόσιες συγκοινωνίες το εισιτήριο που αυξήθηκε κατά 40% την περασμένη εβδομάδα. Αυτή η κινητοποίηση αποτελεί κλασική περίπτωση πολιτικής ανυπακοής και συνδέεται με την απεργία των γιατρών και των εργαζόμενων στα μέσα μαζικής μεταφοράς που συνεχίζουν τις απεργίες, παρά τις επανειλημμένες δικαστικές αποφάσεις που τις κηρύσσουν παράνομες.

 

Πάμπλο Πικάσο, «Γυναίκες που τρέχουν στην ακτή», 1922

Η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια περίοδο κρίσης τόσο νομιμοποίησης όσο και διακυβέρνησης, μιας κρίσης που έρχεται να επιτείνει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταδίκασε τον απάνθρωπο τρόπο αντιμετώπισης των προσφύγων στην χώρα. Ο υπουργός το επιβεβαίωσε. Όταν οι κυβερνήσεις αρχίζουν να ισχυρίζονται ότι οι πολίτες έχουν απόλυτο καθήκον να υπακούν στο νόμο, εμμέσως αναγνωρίζουν ότι οι πολιτικές τους –και συνεπώς το ηθικό τους κύρος– έχουν αποτύχει. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αναμέτρηση με τον θάνατο: Δυο πρόσφατες ταινίες του Ίστγουντ και του Ιναρίτου

Standard

του Μιχάλη Μάτσα

Από το "Hereafter"

Δύο ταινίες δύο μεγάλων σκηνοθετών αναμετρώνται με κοινό θέμα το θάνατο, το πριν και το μετά. Για κανέναν από τους δύο βέβαια δεν αποτελεί καινούριο θέμα. Και οι τέσσερις ταινίες του Μεξικανού Ιναρίτου, αλλά και οι περισσότερες πρόσφατες ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ (για να μην πούμε για τις παλαιότερες) περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου. Ο καθένας πιστός στο είδος του, στις προσωπικές αναζητήσεις του, στον κινηματογράφο που υπηρετεί.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο Hereafter ο Ίστγουντ δανείζεται τη σεναριακή δομή των προηγούμενων ταινιών του Ιναρίτου και του μέχρι πρότινος σεναριογράφου του Γκιγιέρμο Αριάγκα, με τρεις παράλληλες ιστορίες που συνδέονται στο φινάλε. Η κάθε ιστορία περιλαμβάνει έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης με το θάνατο. Ένας Αμερικάνος, πρώην μέντιουμ, που θέλει να σταματήσει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και να ζήσει μια κανονική ζωή, μια γαλλίδα τηλεπαρουσιάστρια που ζει μια μεταθανάτια εμπειρία χτυπημένη από το φονικό τσουνάμι, ένα Αγγλάκι που πενθεί για το χαμό του δίδυμου αδερφού του.

Από το "Βiutiful"

Η εξέλιξη της ταινίας είναι, λίγο-πολύ, προβλέψιμη: ο κάθε χαρακτήρας αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνος τα φαντάσματά του, και η μόνη λύση μπορεί να έρθει αν συναντηθούν οι δρόμοι τους. Η αφορμή για την «τυχαία» συνάντησή τους είναι τρία παράλληλα «readings»: ανάγνωση ενός βιβλίου του Ντίκενς, αγαπημένου συγγραφέα του μέντιουμ, ανάγνωση του βιβλίου της Γαλλίδας όπου πραγματεύεται τη μεταθανάτια εμπειρία, «ανάγνωση» του μέντιουμ ή αλλιώς επικοινωνία με το νεκρό αδερφάκι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Tο εργασιακό τοπίο στην Ελλάδα μετά το Μνημόνιο

Standard

του Γιαννή Κουζή

Φερνάν Λεζέ, "Ο μηχανικός", 1920

Ι. Οι εξελίξεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά την επιβολή του Μνημονίου συνιστούν την επίτευξη ενός στόχου που έχει δρομολογηθεί την τελευταία εικοσαετία από διεθνείς και εθνικούς κύκλους ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, και υλοποιείται με αφορμή και άλλοθι την κρίση και το Μνημόνιο. Οι αλλαγές εντάσσονται στο ίδιο πνεύμα των «μεταρρυθμίσεων» των δύο τελευταίων δεκαετιών υπό την επίκληση του στόχου της ανταγωνιστικότητας που μεταφράζεται με όρους μείωσης και συμπίεσης των δαπανών για την εργασία αβέβαιης αποτελεσματικότητας, πέραν της διασφάλισης της αυξημένης κερδοφορίας του κεφαλαίου, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της επέκτασης της επισφάλειας και ανασφάλειας στους κόλπους των εργαζομένων. Εντούτοις, παρά τις εντυπωσιακές αλλαγές που έχει υποστεί η ελληνική αγορά εργασίας, ήδη πριν την εκδήλωση της κρίσης, ο χαρακτηρισμός της ως «άκαμπτης» παραμένει επίμονα. Παρά το εύρος του φάσματος της θεσμοθετούμενης ευελιξίας που, σε συνδυασμό με την κραυγαλέα ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών εφαρμογής της νομοθεσίας, διευρύνει επικίνδυνα τους θύλακες του «εργασιακού Μεσαίωνα», οι πιέσεις εντείνονται και βρίσκουν με την κρίση πρόσφορο έδαφος για την ολοκλήρωση της εφαρμογής μιας παλιάς ατζέντας, που οι συγκυρίες δεν ευνόησαν την πλήρη υλοποίησή της. Συνέχεια ανάγνωσης

«Τι δημοκρατία έχουμε, επιτέλους;»

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

 

Φράνσις Μπέικον, Μελέτη για ταυρομαχία, αρ. 1", 1969

Να το ερώτημα που από το Σάββατο 29 Ιανουαρίου, την επομένη της «αναίμακτης εξόδου» των μεταναστών από τη Νομική, βασανίζει τα αγωνιώδη πρωτοσέλιδα των Νέων. Υποψιάζομαι ότι όποιος θελήσει να διαβάσει την παραπάνω φράση μεγαλόφωνα θα πρέπει να ρίξει αποφασιστικά τον τόνο στο «επιτέλους». Που σημαίνει: «Δεν πάει άλλο», «αρκετά», «φτάνει πια»! Φτάνει πια με τι; Φτάνει πια με τις «καταχρήσεις» των δικαιωμάτων, με τις «υπερβολές» των διεκδικήσεων, με τον «μη σεβασμό» στον άλλον, με τον «θόρυβο» των μειοψηφιών, με την «έλλειψη κατανόησης της κατάστασής μας», με την «αντίδραση στα μέτρα που θα βοηθήσουν την οικονομία μας». Φτάνει πια… Πότε επιτέλους θα σοβαρευτούμε; Πότε επιτέλους θα δείξουμε την κατανόηση που επιβάλλεται; Πότε επιτέλους θα συμπεριφερθούμε υπεύθυνα;

Έχει όρια η υποκρισία; Όχι, δεν έχει! Γιατί, σε ποια ακριβώς ερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε; Αν ήμουνα στην τάξη που εκφωνήθηκε αυτό το θέμα, θα παρακαλούσα τους επιτηρητές μου να τηλεφωνήσουνε στο Υπουργείο για διευκρινιστικές ερωτήσεις, τουλάχιστον για να αποσαφηνιστεί το υποκείμενο του «έχουμε». Δίχως αυτή τη διευκρίνιση, πώς να γράψουμε καλά στο διαγώνισμα της Αγωγής του Πολίτου; Κι αν έχει πάρει άλλες οδηγίες ο διορθωτής από το Υπουργείο, πράγμα πολύ πιθανό; Αλλά εδώ η διευκρίνιση δεν εθεωρήθηκε απαραίτητη. Μέσα σε αυτό τον πολτό που κινούμαστε και ανασαίνουμε, εύκολο και βολικό είναι να γενικεύουμε, εύκολο και βολικό είναι να συσκοτίζουμε, εύκολο και βολικό είναι να θολώνουμε τα νερά. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι δυο δημοκρατίες

Standard

TΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

 

του Νικόλα Σεβαστάκη

Στη σκανδαλισμένη φιλολογία περί ανομίας, εκφυλισμένου ασύλου και αυθαίρετων μειοψηφιών, σε πλείστα από όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν από δημόσιους αναλυτές, ακαδημαϊκούς δασκάλους και πολιτικούς, διαπιστώνει κανείς κάτι πολύ ανησυχητικό: ότι στη σημερινή θεσμική ρητορεία ανακυκλώνονται διαθέσεις, συναισθήματα και ιδίως τρόποι σκέψης που ανάγονται στην πολιτική κουλτούρα των αστικών ολιγαρχιών του 19ου αιώνα.

Όττο Ντιξ, «Ecce Hommo III», 1949.

Σαν να αναγκαζόμαστε να υποστούμε ένα παράξενο ταξίδι στο χρόνο για να δανειστούμε έννοιες και πρακτικές από τους βραβευμένους στοχαστές της εποχής της Παλινόρθωσης, τις διακηρύξεις ενός Γκιζό ή τις κοινοβουλευτικές ομιλίες ενός Αδόλφου Θιέρσου για να βρούμε πηγές έμπνευσης για την έξοδο από τα εγχώρια «μεταπολιτευτικά ταμπού» (κατά την έκφραση της Καθημερινής).

Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες για τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της δημοκρατίας αντηχούν εντυπωσιακά όμοιες σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η εύτακτη πολιτεία ως κυριαρχία των πεφωτισμένων, ικανών και λογικών ατόμων (souveraineté de la Raison) συνδέεται, εκ νέου, με το υπόδειγμα της μοναδικής «ορθής διακυβέρνησης». Σε αυτή τη διακυβέρνηση, εννοείται, τον πρώτο και τελευταίο λόγο πρέπει να έχουν οι αντίστοιχες προικισμένες μερίδες του έθνους, οι φορείς της εκάστοτε αριστείας. Οτιδήποτε θολώνει αυτή την πρότυπη κατανομή των ικανοτήτων και των αξιωμάτων στιγματίζεται αυτόματα ως αταξία και αρχαϊσμός. Έτσι ακριβώς και στη ρητορική περί της κατάχρησης του ακαδημαϊκού ασύλου είναι προφανής η αντίληψη ότι «η ελεύθερη συζήτηση των ιδεών» δεν πρέπει να έχει σχέση με μορφές πολιτικής δραστηριότητας ούτε με την ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος. Κατά παρόμοιο τρόπο μια πολιτιστική εκδήλωση σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαταράσσεται για να βγει από την αφάνεια λχ. ένα κοινωνικό ζήτημα, ένα θέμα εργασιακών σχέσεων, απολύσεων κλπ. Η κοσμιότητα της κουλτούρας δεν είναι δυνατό να εμπλέκεται σε υποθέσεις για τις οποίες οι επαγγελματίες της είναι αναρμόδιοι και απληροφόρητοι. Συνέχεια ανάγνωσης

H απόλυτη χρεοκοπία (και) της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Με αφορμή την περιπέτεια της Νομικής τέθηκαν δύο λάθος ερωτήματα σε σχέση με το μεταναστευτικό στην Ελλάδα: το πρώτο αφορά τη συζήτηση που ανατροφοδοτήθηκε γύρω από το άσυλο και το δεύτερο αφορά καθεαυτή τη Νομική ως χώρο «υποδοχής» των ανθρώπων αυτών. Ξεκινώ με την παραδοχή ότι η επιλογή της Νομικής ως χώρος στέγασης των ανθρώπων αυτών και η όλη επιχείρηση μεταφοράς τους από την Κρήτη ήταν ατυχέστατη πολιτική επιλογή, η κατάληξη της οποίας είναι ακόμη αβέβαιη.

Αντρέ Μασσόν, «Σφαγή» (σπουδή), 1932.

Αυτό που παρατηρούμε, ωστόσο, στη συνέχεια, είναι μια εκτροπή του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε με αφορμή την κατάληψη της Νομικής από τους απεργούς πείνας προς μια αυτιστική εμμονή στα δύο αυτά ερωτήματα με τρόπο αφελή, υποκριτικό ως και επικίνδυνο. Σαν να περιμένανε τη Νομική, για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με τους παράνομους μετανάστες»… Ή σαν να περιμένανε τους μετανάστες στη Νομική για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με το άσυλο». Έτσι, η απεργία πείνας των τριακοσίων ανάγεται σε έγκλημα καθοσιώσεως κατά του πολιτεύματος ενώ, για ακόμη μια φορά, δίνεται η ευκαιρία σε αυτούς που θέλουν να αλλάξει η νομοθεσία για το άσυλο, να πούνε με κάθε τρόπο πόσο κατάφωρα παραβιάστηκε ο θεσμός αυτός, σαν στη συγκυρία τούτο να ήταν το μείζον θέμα. Είναι η γνωστή ιστορία με το δέντρο και το δάσος. Τη στιγμή μάλιστα που το δάσος είναι έτοιμο να καεί… Συνέχεια ανάγνωσης

Η παρούσα γεωγραφική-οικονομική κρίση, τα προβλήματα της «παγκοσμιοτοπικοποίησης» και οι εναλλακτικές στρατηγικές της Αριστεράς

Standard

συνέντευξη του  Έρικ Σβεϊνχντάου

Τη συνέντευξη πήραν και μετέφρασαν ο Χάρης Κωνσταντάτος και η Δήμητρα Σιατίτσα

 

Ο Έρικ Σβεϊνχντάου (Erik Swyngedouw) είναι καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Επικεντρώνεται στο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας και των χωρικών αναδιαρθρώσεων του σύγχρονου καπιταλισμού, με δεκάδες εργασίες για την οικονομική παγκοσμιοποίηση, την περιφερειακή ανάπτυξη, την αστικοποίηση. Το τελευταίο διάστημα καταπιάνεται με ζητήματα πολιτικής οικολογίας και μετασχηματισμών των σχέσεων φύσης και κοινωνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη διακυβέρνηση, την πολιτική και τα οικονομικά των υδάτινων πόρων διεθνώς. Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του: http://staffprofiles.humanities.manchester.ac.uk/Profile.aspx?Id=Erik.Swyngedouw Ο Ε. Σβεϊνχντάου βρέθηκε στην Αθήνα στα μέσα Δεκεμβρίου, για να συμμετάσχει σε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της γεωγραφίας στην Ευρώπη», στο πλαίσιο του εορτασμού των 20 χρόνων από την ίδρυση του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Με την ευκαιρία αυτή μίλησε στα «Ενθέματα».

 

Σάντορ Τσίφφερ, «Πλοίο στον Σηκουάνα», 1911

Μιλώντας για την παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, συνήθως την ορίζουμε σαν οικονομική και δημοσιονομική. Άλλες πλευρές της –χωρικές, γεωγραφικές ή οικολογικές– φαίνεται να αγνοούνται στον κυρίαρχο λόγο, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι λόγοι και οι συνέπειες μιας τέτοιας κατανόησης της κρίσης;

Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναστοχαστούμε πάνω στην έννοια της κρίσης που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ και με διαφορετικούς τρόπους.

Η λέξη κρίση έχει κανονικοποιηθεί, με την έννοια ότι ζούμε σε συνθήκες κρίσης εδώ και πολύ καιρό: τη δεκαετία του 1990 είχαμε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων στη Νοτιοανατολική Ασία, τη φούσκα των «dot-com», και το 2001 την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Οι συνθήκες της κρίσης έχουν γίνει οι κανονικές συνθήκες της καθημερινής ζωής. Αυτό συνδέεται στενά με εκείνο που ο Αλαίν Μπαντιού και άλλοι έχουν ονομάσει καλλιέργεια της πολιτικής του φόβου. Η συνεχής υπόμνηση ότι ο κίνδυνος είναι εκεί, ότι οι κίνδυνοι της καθημερινής ζωής δεν σταματούν να υπάρχουν. Η κανονικότητα δεν υπάρχει πια.

Πρώτο σημείο λοιπόν είναι ότι η κρίση έχει κανονικοποιηθεί, έχει γίνει ένα δεδομένο όχημα Λόγου (standard discursive vehicle) των ελίτ. Στο ερώτημα γιατί καλλιεργείται μια κουλτούρα και πολιτική του φόβου, η απάντηση είναι ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης μιας συγκεκριμένης πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής τάξης. Η επίκληση της έννοιας της κρίσης είναι εκείνη ακριβώς που κάνει τους ανθρώπους να φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή.

Δεύτερον, προχωρώ στη σύγχρονη μορφή της κρίσης, που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι παγκόσμια, καθώς η Κίνα και η Ινδία αναπτύσσονται ραγδαία· είναι μια δική μας «ατλαντική» –βορειοαμερικανική και ευρωπαϊκή– κρίση που αναπαρίσταται ως παγκόσμια. Αν διαβάσετε την World Street Journal ή τους Financial Times, δηλαδή την τρέχουσα κατασκευή του κυρίαρχου λόγου, ανακαλύπτεις, μέσα από τη φωνή των ελίτ, ότι είναι εκείνες που συστηματικά καλλιεργούν και αναπαράγουν αυτή την έννοια της κρίσης. Γιατί αυτοί, τελικά, έχουν να χάσουν τα περισσότερα.

Τρίτον, είναι προφανές ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να μετριάσουν για τις ίδιες τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης που δημιούργησαν, ρίχνουν το βάρος στους φτωχούς και αδύναμους, που πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση.

Μια κρίση γεωγραφική-οικονομική

Αν αναλογιστούμε τη δημιουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε οικονομική κρίση, θα υποστήριζα ότι σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με τη γεωγραφία, και ιδιαίτερα με μια συγκεκριμένη γεωγραφική μορφή αυτή της πόλης, του αστικού. Θα θυμάστε ότι όταν ξέσπασε η κρίση, το 2008, κάποιοι αναλυτές είπαν ότι αιτία ήταν τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια. Δηλαδή δάνεια για την αγορά ενός τμήματος πόλης –ενός σπιτιού, ενός διαμερίσματος, ενός οικοπέδου– που αναπτύχθηκαν με κερδοσκοπικό τρόπο, με τη μορφή εικονικού κεφαλαίου (fictitious capital) σε γιγαντιαία κλίμακα, στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία. Αυτό οδήγησε στη σπειροειδή κατασκευή εκείνου που ο Μαρξ ονόμασε εικονικό κεφάλαιο, κάτι που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Η δημιουργία κερδοσκοπικού κεφαλαίου είναι ιστορικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε συγκεκριμένες περιόδους μετατρέπεται στην κεντρική στρατηγική συσσώρευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές του 2000, το πεδίο δημιουργίας κερδοσκοπικού κεφαλαίου ήταν ο χώρος, η γεωγραφία, η κατασκευή του αστικού χώρου. Συνέχεια ανάγνωσης

Λευκωσία: η σημασία της παλλαϊκής απεργίας των Τουρκοκυπρίων

Standard

Το μήνυμα των κυπρίων Ζαπατίστας

του Νίκου Τριμικλινιώτη

Η γενική απεργία και διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων στις 28 Ιανουαρίου, με αιχμή τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης Έρογλου γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία, συνιστώντας πολιτικό γεγονός όχι μόνο τους Τουρκοκύπριους αλλά και όλη την Κύπρο. Ο Νίκος Τριμικλινιώτης (μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Δικοινοτικής πρωτοβουλίας Ειρήνης «Ενωμένη Κύπρος» και επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας), που ήταν παρών στην κινητοποίηση, αναλύει την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σημασία της.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Η πλατεία Ινονού της τουρκοκυπριακής Λευκωσίας ήταν γεμάτη. Η επιτυχία της παναπεργίας και παλλαϊκής κινητοποίησης των Τουρκοκυπρίων είναι πασιφανής. Μαζική, με παλμό, πνεύμα και έμπνευση. Όταν οι μάζες κινητοποιούνται απαιτώντας τα δικαιώματά τους κάτι αλλάζει, αυτομάτως. Ήταν τόσο επιτυχημένη η κινητοποίηση, που ήδη ξεκίνησε ένας πόλεμος στα ΜΜΕ ως προς το νόημά της. Τι ήταν, τέλος πάντων, αυτή η κινητοποίηση;

Γενική απεργία: συγκέντρωση στην πλατεία Ινονού της τουρκοκυπριακής Λευκωσίας, 28.1.2011

 

Μέρες του 2003;

Ο Μεχμέτ Τσαγκλάρ, «βουλευτής» του (αριστερού) Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP), ήταν ανένδοτος: «Δεν είναι όπως το 2003· οι Τουρκοκύπριοι δεν πιστεύουν πλέον ότι θα υπάρξει μια λύση, έστω και αν εξακολουθούν να τη θέλουν». Οι Τουρκοκύπριοι είναι πολύ απογοητευμένοι από την Ε.Ε. και τους Ελληνοκυπρίους που ψήφισαν «Όχι», και έτσι τιμώρησαν τον Ταλάτ και το κόμμα του, τονίζει στη συνέχεια (Πολίτης 28.1.2010). Αναμφίβολα, η δήλωση αυτή αντανακλά την προσέγγιση της ηγεσίας του CTP, δεν έχω πειστεί ωστόσο ότι αυτό ήταν το γενικό αίσθημα των μαζών στη διαδήλωση.

Ασφαλώς, υπάρχουν εκείνοι, όπως οι οπαδοί του Σερντάρ Ντενκτάς ή κάποιοι από τις συμμετέχουσες δεξιές συντεχνίες, που ήθελαν να περιοριστούν σε αιτήματα και συνθήματα καθαρά οικονομικής φύσεως. Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης, έχουμε τις πιο ριζοσπαστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες είναι η ψυχή των διαδηλώσεων, όπως το συνδικάτο των δασκάλων, KTOS: γι’ αυτές, το «οικονομικό» ήταν απλώς μια άλλη μια πτυχή του «κοινωνικοπολιτικού». Εξάλλου, η Πλατφόρμα Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, αποτελούμενη από 28 συνδικάτα και πολιτικές ομάδες, απαιτεί «κοινοτική αυτονομία και αυτοδιοίκηση, δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα και την επανένωση της χώρας». Στόχος της είναι «η αυτοδιοίκηση της κοινότητας […] η Πλατφόρμα δεν στοχεύει να είναι κυβέρνηση».

Ακούμε εδώ τον απόηχο της Πλατφόρμας «Αυτή η Χώρα είναι Δική μας» με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις του 2002-2004, που σπάει τα σύνορα της περιοχής, καθώς ο λόγος τούτος προσομοιάζει με τον λόγο των Ζαπατίστας· είναι μια κυπριακή εκδοχή του, που θέτει το ταυτοτικό ζήτημα της ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων ως ιθαγενών σε ένα αποικιακό/μετααποικιακό πλαίσιο. Κατ’ επέκταση, αποτελεί έκφραση των Κυπρίων στο σύνολό μας, χωρίς να εγκαταλείπονται οι ιδιαιτερότητες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Ελληνοκυπριακές ερμηνείες: ομοιότητες με το 2002-2004

Αν κοιτάξουμε τις πρώτες ελληνοκυπριακές αντιδράσεις ή ερμηνείες των διαδηλώσεων, μπορούμε να εντοπίσουμε στάσεις παρόμοιες με αυτές που κυριαρχούσαν κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων του 2002-2004. Ορισμένοι, όπως και τότε, είναι κυνικοί: «Το μόνο που τους νοιάζει είναι το συμφέρον τους». Κάποιος άλλος μου το είπε κυπριακά: «Εν η πούγκα που τους κάφκει, τίποτε άλλο». Το κύριο άρθρο της Cyprus Mail είναι επίσης κυνικό: «Η παραφροσύνη των συνδικάτων προφανώς δεν περιορίζεται στις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας», διακηρύσσει σε μια έξαρση νεοφιλελεύθερης αλαζονείας.

Από την άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ είχε εκδηλώσει την αλληλεγγύη του με τους τουρκοκύπριους εργαζόμενους διαδηλωτές. Ορισμένοι επισημαίνουν τις διαφορές με το 2003: δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο όπως τότε, ενώ η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει παραμείνει στάσιμη, δήλωσε ο Νίκος Μούδουρος σύμβουλος του Προέδρου Χριστόφια για τις τουρκικές υποθέσεις (ειδήσεις MEGA 20.1.2011). Το συνδικάτο των δασκάλων Προοδευτική και η Δικοινοτική Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών ερμηνεύουν τις διαδηλώσεις ως ένα κάλεσμα για δράση: θυμίζουν σίγουρα το 2003 και ανοίγουν προοπτικές για κοινό αγώνα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φράχτης, οι μετανάστες, το άσυλο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Έντβαρντ Μυνκ, "Αγωνία", 1896

Ο μήνας που μας πέρασε άρχισε με τις εξαγγελίες για τον φράχτη στον Έβρο, και τελείωσε με τους μετανάστες απεργούς πείνας της Νομικής και τις συζητήσεις για το άσυλο — δεν είναι λοιπόν περίεργο που το σημερινό σημείωμα θα έχει άξονα αυτές τις τρεις λέξεις, αρχίζοντας από το τέλος.

Το άσυλο προέρχεται από το ρήμα συλώ, που είναι ομηρικό και σήμαινε αρχικά «αφαιρώ τα όπλα από σκοτωμένον εχθρό, λαφυραγωγώ» και στη συνέχεια απλώς «αποσπώ, παίρνω». Το ρήμα διατηρείται ακόμα, ιδίως για αρχαίους τάφους –ενώ βέβαια υπάρχει και ο ιερόσυλος. Άσυλος στα αρχαία ήταν ο τόπος ο ιερός και απαραβίαστος ή ο άνθρωπος ο προστατευμένος και ασφαλής· υπήρχαν ορισμένοι ναοί που έδιναν ασυλία σε όποιον ικέτη κατέφευγε εκεί, όπως ήταν στην Αθήνα το Θησείο και ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη — και ξέρουμε ότι όταν οι Αλκμεωνίδες παραβίασαν το άσυλο και σκότωσαν τους (πραξικοπηματίες) οπαδούς του Κύλωνα, αυτό θεωρήθηκε άγος και μίασμα.

Από τα αρχαία ελληνικά η λέξη πέρασε στα λατινικά και από εκεί στις ευρωπαϊκές γλώσσες όπου και πήρε τις νεότερες ιδιαίτερες σημασίες, όπως του ιδρύματος προστασίας ασθενών που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους (asile στα γαλλικά), σημασίες που επανέκαμψαν και στα ελληνικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Η δεύτερη Εξέγερση των Αράβων: νικητές και ηττημένοι

Standard

του Ιμμάνουελ Βαλερστάιν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η δεύτερη Εξέγερση των Αράβων [η πρώτη είναι του 1916, οπότε τα αραβικά κράτη κέρδισαν την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία] κυοφορείται εδώ και χρόνια. Η επιτυχημένη εξέγερση της τυνησιακής νεολαίας, τον περασμένο μήνα, ήταν μια σπουδαία τονωτική ένεση. Όταν γενναίοι νέοι και νέες ξεσηκώνονται, με κίνδυνο της ζωής τους, ενάντια σε ένα εξαιρετικά διεφθαρμένο και αυταρχικό καθεστώς, πετυχαίνοντας την ανατροπή του προέδρου, δεν μένει παρά να χειροκροτήσουμε. Ό,τι και να συμβεί στη συνέχεια, είναι μια σπουδαία στιγμή για την ανθρωπότητα. Το ερώτημα βέβαια πάντοτε είναι: Τι θα ακολουθήσει;

Στην πραγματικότητα, τα ερωτήματα είναι δύο: Πώς πέτυχε αυτή η εξέγερση, σε αντίθεση με πολλές άλλες, σε τόσες χώρες; Και, εν συνεχεία, ποιοι θα είναι οι νικητές και ποιοι οι χαμένοι στην Τυνησία, τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο και το παγκόσμιο σύστημα; […] Συνέχεια ανάγνωσης

Η εξέγερση των Αράβων: Ποιος φοβάται το πνεύμα της επανάστασης;

Standard

αποσπάσματα· το πλήρες κείμενο στο RedNotebook: /rnbnet.gr/details.php?id=1635

του Σλάβοϊ  Ζίζεκ

Είναι αισχρό να μιλάμε τώρα για ειρηνική μετάβαση στην Αίγυπτο: την έκανε αδύνατη ο ίδιος ο Μουμπάρακ, συνθλίβοντας την αντιπολίτευση. Αφότου ο Μουμπάρακ έστειλε τον στρατό ενάντια στους διαδηλωτές, το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: είτε μια εξωραϊστική αλλαγή, όπου κάτι αλλάζει προκειμένου να μην αλλάξει τίποτα, είτε μια πραγματική ρήξη.

Ιδού, λοιπόν, η στιγμή της αλήθειας: κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί, όπως στην περίπτωση της Αλγερίας μια δεκαετία πριν, ότι η διεξαγωγή πραγματικά ελεύθερων εκλογών σημαίνει την παράδοση της εξουσίας στους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές. Μια άλλη φιλελεύθερη ανησυχία είναι ότι δεν υπάρχει οργανωμένη πολιτική δύναμη να αναλάβει την εξουσία αν πέσει ο Μπουμπάρακ. Φυσικά δεν υπάρχει: ο Μουμπάρακ φρόντισε γι’ αυτό, συρρικνώνοντας την αντιπολίτευση που κατάντησε απλώς διακοσμητικό στοιχείο, κι έτσι η κατάσταση θυμίζει τον τίτλο του διάσημου μυθιστορήματος της Αγκάθα Κρίστι: And Then There Were None. Το επιχείρημα υπέρ του Μουμπάρακ –ο Μουμπάρακ ή το χάος– είναι επιχείρημα εναντίον του.

Η υποκρισία των φιλελεύθερων Δυτικών είναι εξωφρενική: υποστήριξαν δημόσια τη δημοκρατία, και τώρα που οι λαοί εξεγείρονται εναντίον των τυράννων στο όνομα αξιών όπως η ελευθερία και η δικαιοσύνη, και όχι στο όνομα της θρησκείας, όλοι τους ανησυχούν εντόνως. Προς τι η ανησυχία και γιατί να μη χαιρόμαστε που δίνεται μια ευκαιρία στην ελευθερία; Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι επίκαιρο το παλιό σύνθημα του Μάο Τσε Τουνγκ: «Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση!».

Πού πρέπει να πάει λοιπόν ο Μουμπάρακ; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: στη Χάγη. Αν υπάρχει ένας αρχηγός που αξίζει να καθήσει εκεί, είναι αυτός.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Guardian», 1.2.2011.