Το μπαρόκ που έγινε νεοκλασικό

Standard

Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας

 

του Παναγιώτη Ιωάννου

 

Θεόδωρος Πουλάκης, «Η κιβωτός του Νώε», β΄ μισό του 17ου αιώνα (Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών)

Σε κείμενο με τίτλο «Ένα ίδρυμα μεγαλοϊδιοκτήτης», το οποίο δημοσιεύθηκε στη στήλη «Στίγμα» του Γιώργου Χρ. Παπαχρήστου στην εφημερίδα Τα Νέα (Σαββατοκύριακο 19-20.2.2011), διαβάσαμε, ανάμεσα σε στίχους «λαϊκών» τραγουδιών και σκέψεις περί αδιαφανών διαδικασιών διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, την εξής παράγραφο:

«[…] στη Βενετία υπάρχει το Ίδρυμα Βυζαντινών Μελετών (στη φωτογραφία εξωτερική άποψη του νεοκλασικού κτηρίου όπου στεγάζεται), οργανισμός εποπτευόμενος από το υπουργείο Παιδείας. Ξέρετε πόσα ακίνητα έχει στην κατοχή του το ίδρυμα αυτό; 70! Όλα από δωρεές φιλοπάτριδων ελλήνων που έζησαν στην πόλη αιώνες τώρα. Όλα στο κέντρο της Βενετίας. Και είναι ξενοδοχεία, καταστήματα, σπίτια!! Η διαχείρισή τους είναι ένα τεράστιο μυστήριο ανάλογο αυτών που αναπτύχθηκαν τα τελευταία 500 χρόνια στην Πόλη των Δόγηδων, κι έτσι θα παραμείνει αν η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου δεν κάνει ό,τι πρέπει για την πραγματική αξιοποίησή τους».

Έχει άραγε σημασία εάν, στο σύντομο αυτό δημοσίευμα, ένα κτίριο πασιφανώς μπαρόκ ύφους αναγνωρίζεται ως «νεοκλασικό»; Πρόκειται απλώς για ένα χονδροειδές λάθος το οποίο ενδεχομένως οφείλεται στην άγνοια (έστω και στοιχειώδους) διάκρισης των, τόσο διαφορετικών πάντως, αρχιτεκτονικών στυλ;

Έχει άραγε σημασία εάν το ίδιο κτίριο, το οποίο μάλιστα εικονογραφείται στο εν λόγω δημοσίευμα, αποκαλείται «Ίδρυμα», ενώ πολύ εύκολα θα αναγνωριζόταν, από οποιονδήποτε μετέχει, στον ελάχιστο βαθμό, της δυτικής εικαστικής κουλτούρας, ως μια εκκλησία με το καμπαναριό της; Να οφείλεται και αυτό σε άγνοια ή επιπολαιότητα;

Έχει άραγε σημασία ότι το γνωστό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας μετονομάζεται από τον συντάκτη του ίδιου αυτού σύντομου σημειώματος σε «Ίδρυμα Βυζαντινών Μελετών»; Και αυτό να οφείλεται σε προχειρότητα ή αμέλεια;

Έχει άραγε σημασία αν στις τόσο λίγες αράδες του ίδιου σημειώματος περιέχονται αυτές, όπως και άλλες ακόμα, ανακρίβειες και διαστρεβλωμένες πληροφορίες;

Δεν γνωρίζει άραγε ο συντάκτης της εφημερίδας ούτε καν τον τίτλο του μοναδικού ελληνικού ερευνητικού ινστιτούτου στο εξωτερικό; Ακόμα και αν, δυστυχώς, βρέθηκε στην επικαιρότητα πριν από περίπου ένα έτος; Αγνοεί, δηλαδή, παντελώς την παγκόσμια κατακραυγή της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας εναντίον της, ενορχηστρωμένης αν και κάποτε –ω! του θαύματος– ασαφούς ως προς την προέλευσή της, κατασυκοφάντησης του Ινστιτούτου σε μια απόπειρα αλλοίωσης του ερευνητικού του χαρακτήρα και της μετατροπής του, έτσι γενικά και αόριστα, σε (ένα ακόμα) «πολιτιστικό κέντρο»;

Το μόνο που φέρεται να γνωρίζει ο συντάκτης του σημειώματος, προκειμένου να νουθετήσει την Υπουργό Παιδείας σχετικά με την «πραγματική»(;) αξιοποίηση των ακινήτων, είναι να επικαλεστεί τις «δωρεές φιλοπάτριδων ελλήνων (sic)» και τη μυστηριώδη διαχείρισή τους. Αλλά και εδώ φαίνεται ότι θέλει να αγνοεί πολλά, πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και νόμους και διατάξεις, όπως: πότε, από ποιους, με ποιες προϋποθέσεις και με ποιον σκοπό τα «ακίνητα» πέρασαν στο Ελληνικό Ινστιτούτο, ποιοι είναι οι μηχανισμοί ελέγχου των οικονομικών και πως διενεργείται η εποπτεία του Ινστιτούτου, ποιες είναι οι βάσει νόμων υποχρεώσεις προς το ιταλικό κράτος και τον Δήμο της Βενετίας κ.ά.

 

Ο Αλέξανδρος φτάνει στη Βαβυλώνα. Μικρογραφία από τον κώδικα του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου του 14ου αιώνα (Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών

Εξίσου σημαντικό είναι ότι φέρεται να αγνοεί, παρόλο που οι σχετικές πληροφορίες είναι εξαιρετικά ευπρόσιτες, ότι στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών διασφαλίζονται, εδώ και δεκαετίες, οι απαραίτητες προϋποθέσεις έρευνας για πολλούς επιστημονικούς τομείς (ευτυχώς, όλοι οι Έλληνες δεν είναι με το φραπέ στο χέρι και ξαπλωμένοι σε πέντε καρέκλες ο καθένας — από την ίδια στήλη της εφημερίδας): μέσα από τον θεσμό των υπότροφων και των φιλοξενούμενων ερευνητών, με την πραγματοποίηση διεθνών επιστημονικών συνεδρίων και πολύτιμων εκδόσεων, με το υπό άριστες συνθήκες φυλασσόμενο σημαντικό καλλιτεχνικό και αρχειακό υλικό.

Ο συντάκτης φαίνεται επίσης να θέλει να αγνοεί κάτι ακόμα: ότι, όπως γνωρίζουμε τουλάχιστον εδώ και έναν αιώνα, τα λάθη δεν είναι ποτέ τυχαία, ούτε για όποιον τα διαπράττει ούτε για τους τυχόν αποδέκτες τους. Έτσι, ακόμα και η επιλογή των λέξεων «Ίδρυμα» αντί για «Ινστιτούτο», «Μελέτες» αντί για «Σπουδές», ακόμα και μόνο «Βυζαντινών» αντί για «Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών», δεν είναι διόλου απίθανο να γίνεται μόνον και μόνο για να ερεθίσει συγκεκριμένα αισθητήρια κάποιων «προοδευτικών», στους οποίους όλες αυτές οι λέξεις είναι απεχθείς, ίσως ακόμα και ανεξήγητες.

Μπροστά σε τέτοια τρανταχτά «λάθη», η λανθασμένη αναγνώριση ενός αρχιτεκτονικού στυλ μοιάζει πραγματικά άνευ σημασίας. Αλλά δεν είναι έτσι. Γράφοντας κάποιος «νεοκλασικό» παραπέμπει, είτε το κατανοεί είτε όχι, σε μια συγκεκριμένη εικόνα (χλιδής; πολυτέλειας;), η οποία συνοδεύει αυτή τη λέξη στο συλλογικό υποσυνείδητο μέρους της ελληνικής κοινωνίας (αρκεί κανείς να διαβάσει τα κείμενα του Τσαρούχη σχετικά με την «υστερία για τα νεοκλασικά»). Στην υποθετική περίπτωση που ο συντάκτης θα είχε χρησιμοποιήσει την, όχι και τόσο αναγνωρίσιμη στο αναγνωστικό κοινό των ελληνικών εφημερίδων, λέξη «Μπαρόκ», σίγουρα δεν θα δημιουργούσε την ίδια εντύπωση. Το κωμικοτραγικό είναι ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα το ύφος του όλου «μυστηριώδους» αυτού κειμένου.

Ο Παναγιώτης Ιωάννου είναι ιστορικός της τέχνης

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s