Η (παγκόσμια) κρίση, οι ιδέες και η Ευρωπαϊκή Ένωση

Standard

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

Βέρνερ Τύμπκε, «Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-1973

O δημόσιος (εθνικός) λόγος περί της κρίσης περιστρέφεται αποκλειστικά στα προβλήματα της χώρας και της Ευρώπης. Εστιάζεται στις ανισότητες των οικονομιών και της πολιτικής ισχύος μεταξύ (ευρωπαϊκού) Βορρά και Νότου, όταν δεν αναπαράγεται ο λόγος της εξουσίας περί της ασωτίας των Ελλήνων και της πελατειακής δομής του πολιτικού συστήματος. Απουσιάζει η μεγάλη εικόνα, ο κόσμος, και μάλιστα σε μια στιγμή που τα διακυβεύματα παγκοσμίως δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά και σε αρκετές περιπτώσεις χειραφετητικά, όπως δείχνουν οι πρόσφατες πληβειακές εξεγέρσεις στην Αφρική και την Ασία, με αιτήματα την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την ισότητα. Ο Α. Μπαντιού γράφει ότι ο λαός μπορεί να συμπυκνώσει την ύπαρξή του σε μια πλατεία, μια λεωφόρο, μερικά εργοστάσια, ένα πανεπιστήμιο. Υπογραμμίζει δε ότι μια λαϊκή εξέγερση έχει τα χαρακτηριστικά μιας κίνησης κομμουνισμού, ακόμα και όταν απουσιάζει το κόμμα, η ηγεμονική οργάνωση, ο αναγνωρισμένος ηγέτης, γιατί κομμουνισμός πάει να πει δημιουργία από κοινού του συλλογικού πεπρωμένου.

Σε κάθε περίπτωση αλλάζει ο παλιός κόσμος, αναδιατάσσεται ο γεωπολιτικός χάρτης, τουλάχιστον όπως τον γνωρίσαμε στο τέλος του 20ού αιώνα. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ έχει επισημαίνει προ πολλού τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον κόσμο, σε συνθήκες μάλιστα καπιταλιστικής κρίσης: Τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του πλανήτη από τον Βόρειο Ατλαντικό προς τη Νοτιοανατολική Ασία. Την αποτυχία της προσπάθειας των ΗΠΑ να κατακτήσουν τον ρόλο της μοναδικής ηγέτιδας δύναμης. Την ανάδυση μιας νέας ομάδας αναπτυσσόμενων χωρών, των «brics» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Την αποσάθρωση και συστηματική αποδυνάμωση της εξουσίας των εθνικών κρατών στις επικράτειές τους, αλλά και σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη.

Μια κρίση δομική και παγκόσμια

Ο Ι. Βαλερστάιν σκιαγραφεί την ιστορική ανάπτυξη και την κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας χρησιμοποιώντας τους ανοδικούς και καθοδικούς κύκλους του Κοντράτιεφ, επισημαίνοντας ότι η ανοδική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού (1945-1970) συνέπεσε με την άνοδο της ηγεμονίας των ΗΠΑ, ενώ από τη δεκαετία του 1970 τόσο ο ηγεμονικός κύκλος όσο και ο γενικότερος οικονομικός κύκλος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος εισήλθαν σε φάση παρακμής. Ο νεοφιλελευθερισμός συντήρησε τη συσσώρευση κεφαλαίου (στον καθοδικό κύκλο) μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την παραγωγή στην αναζήτηση του κέρδους, μέσω των χρηματοπιστωτικών χειραγωγιών και της σπέκουλας. Ο μηχανισμός-κλειδί ήταν η ενθάρρυνση της κατανάλωσης μέσω του δανεισμού (του χρέους), και μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα, τη μεγαλύτερη που είχε βιώσει ποτέ ο κόσμος σε γεωγραφική έκταση και τη μεγαλύτερη ιστορικά στην κλίμακα του σπεκουλαρίσματος. Ο Βαλερστάιν περιγράφει τη διαχρονική διαδρομή της χρηματοπιστωτικής σπέκουλας λέγοντας ότι οι φούσκες διέσχισαν ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα –από τα εθνικά χρέη του Τρίτου Κόσμου και του μπλοκ των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στη δεκαετία του 1970, μέχρι τα ομόλογα-σκουπίδια των μεγάλων εταιρειών στη δεκαετία του 1980, το καταναλωτικό χρέος της δεκαετίας του 1990 και το χρέος της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Σήμερα, η εξαγορά των χρεών των τραπεζών και η διαχείριση των χρεών των κρατών προετοιμάζουν τη νέα φούσκα. Η καπιταλιστική κρίση μετασχηματίζεται, αλλάζει πρόσωπα: από κρίση των παραγώγων και των τραπεζών, σε χρηματοπιστωτική κρίση, σε κρίση των δημόσιων οικονομικών και του χρέους των κρατών. Πίσω από τη διαφοροποίηση των εκφάνσεων της κρίσης οι αιτίες συνοψίζονται στην πτωτική τάση των κερδών και στην κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου (τόσα πολλά κεφάλαια, τόσα πολλά εμπορεύματα σε μια πολύ μικρότερη ζήτηση). Η άνοδος της οικονομικής ισχύος της Ασίας (Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία, Ν. Κορέα, Ταϊβάν) υπονομεύει ακόμα περισσότερο το καπιταλιστικό σύστημα επεκτείνοντας την κατανομή υπεραξίας και μειώνοντας τη συνολική συσσώρευση για τα επιμέρους κεφάλαια. Το κεφάλαιο μετατρέπει τη δική του κρίση σε κρίση της εργασίας, σε αναδιαπραγμάτευση μισθών και δικαιωμάτων –συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ισχύος– σε βάρος των κατώτερων στρωμάτων, διασπώντας και καταστρέφοντας τους χθεσινούς συμμάχους του (μεσαία στρώματα) στο πλαίσιο του αστικού συνασπισμού εξουσίας.

Οι ιδέες: τα εγγόνια του Μ. Φρίντμαν

Τελευταία, πολλοί δημοσιογράφοι στα οικονομικά ένθετα των μεγάλων εφημερίδων θυμήθηκαν την κριτική του Μίλτον Φρίντμαν στο ευρώ, με αφορμή την αβεβαιότητα διατήρησης του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Ο Φρίντμαν δεν πίστευε ότι μπορεί να δημιουργηθεί το ευρώ, το θεωρούσε οικονομικό παραλογισμό, ενώ ακόμα και λίγο πριν πεθάνει το 2006, και αφού είχε εν τω μεταξύ δημιουργηθεί η ΟΝΕ, προέβλεπε με σιγουριά την κατάρρευσή. Την ευχόταν μάλιστα. Για τους ορθόδοξους (νεοφιλελεύθερους) οικονομολόγους, τους επιγόνους του Φρίντμαν, για τα «αγόρια» της Σχολής του Σικάγου οτιδήποτε έβαζε (ακόμα και τα στοιχειώδη) εμπόδια στις αγορές, στον αγνό και ανόθευτο ανταγωνισμό, «βρωμούσε σοσιαλισμό».

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Έκτωρ και Ανδρομάχη», 1917

Το οικονομικό τους πρόγραμμα, η Βίβλος της Σχολής του Σικάγου, προέβλεπε την απόσυρση του κράτους από κάθε οικονομική δραστηριότητα διαμέσου των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων, τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την παραίτηση του κράτους από κάθε κοινωνική ρύθμιση, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν την προστασία της εργασίας και την προστασία του περιβάλλοντος. Το κράτος, στο ιδανικό νεοφιλελεύθερο περιβάλλον, διατηρεί μόνο το μονοπώλιο της βίας, το στρατό και την αστυνομία, ενώ όλα τα άλλα ρυθμίζονται ιδανικά από την αγορά. Στη δικαιοδοσία του κράτους, βεβαίως, είναι και ο μετασχηματισμός του, το αόρατο χέρι της αγοράς χρειάζεται τη σιδερένια γροθιά του κράτους, όπως λέει ο Ζίζεκ. Η νεοφιλελεύθερη «αντεπανάσταση» δεν θα μπορούσε να νικήσει μόνο με τη δύναμη των ιδεών της, ακόμα και τότε που οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους παίζουν μονότονα τον ίδιο νεοφιλελεύθερο σκοπό. Ο Φρίντμαν πίστευε ότι η διάχυτη ατμόσφαιρα μιας μείζονος κλίμακας κρίσης πρόσφερε το αναγκαίο πρόσχημα, ώστε να μην λαμβάνονται υπόψη οι επιθυμίες των ψηφοφόρων και να παραδίδεται η χώρα στον έλεγχο των «τεχνοκρατών». Στην Ασία η χρηματοοικονομική κρίση του 1997-98 αποκαθήλωσε τις «ασιατικές τίγρεις», οδηγώντας στο άνοιγμα των αγορών τους και στη μεγαλύτερη εκποίηση επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκε ποτέ στον κόσμο. Η επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία το 1999 δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τις εσπευσμένες ιδιωτικοποιήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στόχος που είχε τεθεί πριν τον πόλεμο, ενώ ο τυφώνας Κατρίνα ήταν η ανέλπιστη ευκαιρία για να εκριζωθεί το σύστημα της δημόσιας παιδείας της Νέας Ορλεάνης. Στην Κίνα η σφαγή των φοιτητών στην πλατεία Τιέν Αν Μεν και οι συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων έλυσαν τα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος, ώστε να μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος της χώρας σε μια διαρκώς διευρυνόμενη ζώνη εξαγωγών με εργάτες τρομοκρατημένους για να μην μπορούν να διεκδικήσουν.

Όπως γράφει η Ναόμι Κλάιν στο Δόγμα του Σοκ, η στρατιωτική και αστυνομική βία είναι ο ασφαλής δρόμος για την εξασθένηση των αντιστάσεων: η Χιλή, η Αργεντινή στο πρόσφατο παρελθόν και σήμερα το Ιράκ αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα. Για τον Φρίντμαν μια οικονομική κρίση, η κατάρρευση ενός νομίσματος, ένα κραχ στην αγορά, μια μείζων ύφεση είναι η ευκαιρία για την αναστολή της δημοκρατίας και την επιβολή των μέτρων έκτακτης ανάγκης: τότε το πολιτικά αδύνατον γίνεται αναπόφευκτο. Κατάσταση που βιώνουν σήμερα πολλοί και διαφορετικοί λαοί, από την Αθήνα, το Δουβλίνο και τη Λισσαβόνα, μέχρι το Λονδίνο και το Γουισκόνσιν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο «βαλκάνιος τίγρης»

Αν η προηγούμενη είναι η μεγάλη εικόνα, δηλαδή η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού και οι ιδέες που πάνω τους γονιμοποιήθηκε η νεοφιλελεύθερη φάση του, τότε μια «στενή» ανάγνωση της κρίσης κινδυνεύει να γίνεται μεροληπτική. Όταν δηλαδή κατανοεί την κρίση αποκλειστικά ως συνέπεια του «νομισματικού» πολέμου», ως εσωτερικές αντιφάσεις των επιμέρους καπιταλιστικών ολοκληρώσεων (της Ε.Ε. κυρίαρχα) και αναζητά απαντήσεις στο πλαίσιο της στήριξης ή της απόρριψης της ευρωζώνης, στο ευρώ και στη δραχμή.

Η σύγχρονη φάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα η Ε.Ε. των 25, χτίστηκε πάνω σε αυτές τις ιδέες βήμα βήμα. Η ατζέντα της Σχολής του Σικάγο διαπερνά όλες τις νομοθετικές προσαρμογές, ακόμα και τις ανολοκλήρωτες συνταγματικές απόπειρες. Η ριζοσπαστική Αριστερά, ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ, στα κείμενα και στον δημόσιο λόγο τους δεν δημιουργούν αυταπάτες για τον χαρακτήρα της σημερινής Ε.Ε., ούτε έχουν αμφιβολίες για το πού πηγαίνουν τα πράγματα με την εσωτερική υποτίμηση του κόσμου της εργασίας όλων των κρατών-μελών και τα σχέδια συνταγματοποίησης του νεοφιλελευθερισμού. Επιγραμματικά, στα κείμενα τους ορίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα προμαχώνας του νεοφιλελευθερισμού, μέτοχος των πολέμων και πυλώνας του ρατσισμού, επισημαίνοντας ότι η αρχιτεκτονική της Ε.Ε. συνομολογείται από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, προκειμένου ο μηχανισμός λήψης των αποφάσεων να είναι προστατευμένος από τις ταξικές συγκρούσεις στο εθνικό επίπεδο. Όπως, επίσης, ότι ΟΝΕ σχεδιάστηκε ως ένα οικονομικό περιβάλλον, εκτεθειμένο στις παγκόσμιες αγορές χρήματος, το οποίο συνθλίβει τις προνοιακές κρατικές πολιτικές και επιβάλλει τις πιο σκληρές αξιώσεις του κεφαλαίου επάνω στην εργασία. Οι ανταγωνισμοί των μερίδων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δεν είναι ικανοί για να αμφισβητήσουν την επιλογή του σκληρού (και ακριβού) ευρώ, ούτε τη συνοχή της ευρωζώνης. Μετέχουν όλοι, τουλάχιστον τα ποιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου, στα πλεονεκτήματα που δίνει ένα παγκόσμιο νόμισμα, στα χαμηλά επιτόκια δανεισμού και στην ικανότητα διείσδυσης σε περιφερειακές οικονομίες. Πλεονεκτήματα με τα οποία επωφελήθηκε και ο ελληνικός καπιταλισμός για τη διείσδυση του στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.

 

Μοναχικός αριστερός κεϋνσιανισμός;

 

Δεν είναι μυστικό ότι ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής Αριστεράς, πριν ακόμα από την κρίση, πόσο μάλλον τώρα, επαγγέλλεται την έξοδο από την Ε.Ε. Κατά πάγια ιστορική συνήθεια, η Αριστερά στον τόπο μας χτίζει τα ιδεολογικά της σύνορα κακοποιώντας τις θέσεις των αντιπάλων της, ακόμα και όταν οι διαφορές έχουν να κάνουν με τα απώτερα ζητήματα στρατηγικής (και όχι με ζητήματα πολιτικής της περιόδου, του Μνημονίου για παράδειγμα). Ο ναρκισσισμός των μικρών διαφορών όπως γράφει ο Κώστας Δουζίνας, το ίδιο και ο Νικόλας Σεβαστάκης, που επισημαίνει ότι έχουμε φτάσει στο σημείο όπου κάθε απόχρωση γνώμης, κάθε υποκειμενική πρόσληψη της ταυτότητας του αριστερού, επιδιώκει τη μετατροπή της σε πολιτική στάση, αν όχι σε αυτόνομη τάση.

Στη χώρα μας ένα τμήμα της «παλιάς» Αριστεράς (όπως την ορίζει ο Βαλερστάιν) έχει προσχωρήσει στην άποψη της αποδέσμευσης από το ευρώ και την Ε.Ε. ως αριστερή απάντηση στην κρίση. Θέση που δεν συμμερίζονται πολλά κόμματα, ακόμα και της «Αντικαπιταλιστικής Συσπείρωσης». Δύσκολα θα μπορούσαν εξάλλου να ισχυρισθούν ότι ο ανταγωνισμός της δραχμής με το εσκούδο και την πεσέτα είναι μέρος της λύσης. Παρ’ όλα αυτά, οι υποστηριχτές της άποψης προκρίνουν την έξοδο από το ευρώ και την επιστροφή στη δραχμή προκειμένου να μπορέσει να συντελεστεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Με άλλα λόγια, εκτιμούν ότι διά των υποτιμήσεων του εθνικού νομίσματος μια χώρα γίνεται ανταγωνιστική στον καπιταλιστικό καταμερισμό, στον πόλεμο των ισοτιμιών, στον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο. Φαντάζονται ότι με την κρατικοποίηση των τραπεζών, με ένα πλάνο εθνικής οικονομικής ανάπτυξης, από έναν διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό, ανατρέπεται ο καπιταλιστικός καταμερισμός Βορρά-Νότου και με ίδιους πόρους (πιστώσεις) και αυτόχθονα τεχνολογία, μια μικρή χώρα των Βαλκανίων γίνεται μια ανταγωνιστική οικονομική δύναμη, ένας «βαλκανικός τίγρης», με φιλολαϊκή όμως πολιτική.

Η «εθνικοποίηση» της συζήτησης. Μεθοδολογικά η θέση περί εξόδου από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση «εθνικοποιεί» τη συζήτηση για την κρίση. Αναγκαστικά, ανεξαρτήτως προθέσεων, μπαίνει στον κύκλο των υποστηριχτών της «εθνικής ιδιαιτερότητας», και μάλιστα μια στιγμή που η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση αγκαλιάζει πολλά και διαφορετικά εθνικά παραδείγματα. Δεν περιγράφει, για παράδειγμα, την έξαρση της εκμετάλλευσης ακόμα και στον Βορρά και την ένταση των ανισοτήτων στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, δεν συμπεριλαμβάνει τα δέκα χρόνια λιτότητας εις βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης, παρά τα θηριώδη πλεονάσματα του γερμανικού κράτους. Με δυο λόγια, δεν παίρνει υπόψη της στην ανάλυση τις «αντικειμενικές» συνθήκες για να υπάρξει «ευρωπαϊκός λαός», και μάλιστα σε μια στιγμή που παρατηρείται η κοινωνική του αφύπνιση, με αγώνες, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης.

Υπαγωγή στην ανταγωνιστικότητα: Ιδεολογικά και προγραμματικά, υπεισέρχεται σε μια υπονομευμένη έννοια, εκείνη της ανταγωνιστικότητας. Της ανταγωνιστικότητας των κρατών και της «εθνικής οικονομίας» όταν η ευρωπαϊκή Αριστερά –τουλάχιστον τα πιο διεθνιστικά τμήματά της– θεμελιώνει τη στρατηγική της στο έδαφος της βιώσιμης ανάπτυξης (και όχι στην ένταση της ανταγωνιστικότητας), στην παγκόσμια συνεννόηση και στην κοινωνική συνοχή.

Αριστερός κεϋνσιανισμός: Προγραμματικά η επιστροφή στη δραχμή, προκειμένου να γίνει η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στην πραγματικότητα συνιστά επιστροφή σε έναν ανύπαρκτο και αδύνατο κεϋνσιανισμό, αφού δεν κατανοεί τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, παραβλέπει την κρίση ρευστότητας και υποτιμά τον πόλεμο των ισοτιμιών, δηλαδή τον εμπορικό πόλεμο, με το επιχείρημα της αριστερής διακυβέρνησης. Δεν κατανοεί, και με αυτή την έννοια κάνει το πολιτικό σχέδιο αφελές και αντιγραφή του τριτοδιεθνιστικού υποδείγματος, τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον κόσμο, σε συνθήκες μάλιστα καπιταλιστικής κρίσης Σε τελευταία ανάλυση δεν κατανοεί την ισχύ των αγορών χρήματος, την ισχύ των εμπορικών και παραγωγικών δικτύων των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Ο Σ. Ζίζεκ, σε συνέντευξή στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Ελλάδα, προειδοποιούσε τους υποστηρικτές της εξόδου ότι πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη-κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι πιο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου. Η ιδέα του να αντισταθούμε στον παγκόσμιο καπιταλισμό στο όνομα της υπεράσπισης συγκεκριμένων εθνικών ταυτοτήτων είναι σήμερα περισσότερο αυτοχειριαστική από ποτέ, με το φάντασμα της αυτάρκειας να πλανιέται πάνω μας.

 

Ανιχνεύοντας μια άλλη στρατηγική

Το πρόγραμμα του Συνασπισμού, όπως και πολλών άλλων κομμάτων της οικογένειας της ευρωπαϊκής Αριστεράς, είναι σαφές σε αυτό το ζήτημα: αναζητά τις απαντήσεις στο έδαφος της οικονομίας των αναγκών και της βιώσιμης ανάπτυξης. Προτάσσει την αποεμπορευματοποίηση των δημοσίων αγαθών, την επανάκτηση της ενέργειας, των συγκοινωνιών και της πίστης με κοινωνικό έλεγχο και δημόσια ιδιοκτησία, την αντιμετώπιση της ανεργίας και της εργασιακής ανασφάλειας, των επενδύσεων στις κοινωνικές υποδομές και στην ασφάλεια των τροφίμων. Τα κατανοεί και τα εντάσσει, όλα αυτά, στη διαλεκτική των εθνικών αγώνων με τον πανευρωπαϊκό συντονισμό του κοινού πολιτικού πλαισίου και της επανίδρυσης της ΕΕ.Ε. Ιχνηλατεί, δηλαδή, ένα ευρωπαϊκό σχέδιο απάντησης στην κρίση από τη μεριά της Αριστεράς και ένα σχέδιο στρατηγικού μετασχηματισμού της Ε.Ε.

Το εθνικό και το διεθνές

 

Ο Χομπσμπάουμ, την ίδια στιγμή που μιλά για την αποδυνάμωση του έθνους-κράτους, επισημαίνει ότι το έθνος-κράτος ήταν και παραμένει το πλαίσιο για όλες τις πολιτικές αποφάσεις. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η δράση των εργατικών κινημάτων –και στην πράξη όλες οι πολιτικές δραστηριότητες– αναπτύσσονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο ενός κράτος. Ακόμα και εντός της Ε.Ε., η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί με εθνικούς όρους. Η Αριστερά το γνωρίζει αυτό, τα περισσότερα τουλάχιστον ρεύματά της, και υπ’ αυτή την έννοια οργανώνει την αντιπαράθεσή της, πρωταρχικά και αφετηριακά, στο εθνικό πλαίσιο. Σε αυτό διαμορφώνονται οι πρωταρχικοί συσχετισμοί, εδώ και η (ταξική) συνείδηση. Γνωρίζει επίσης, η Αριστερά, ότι είναι αδύνατη η ηγεμονία της στο βαθμό που οι μεταβατικοί στόχοι, τα μεταβατικά αιτήματα, ακόμα και τα πιο προωθημένα αντικαπιταλιστικά δεν ακουμπούν, δεν συναρθρώνονται σε ένα σπουδαίο σχέδιο, σε μια μεγάλη αφήγηση.

*Σκέψεις και κομμάτια του παρόντος άρθρου περιέχονται στο κείμενο «Βαλκάνιος τίγρης;», που δημοσιέυθηκε στο πόρταλ Rednotebook (http://www.rednotebook.gr/details.php?id=1096)

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΠΓ του ΣΥΝ

 

.

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η (παγκόσμια) κρίση, οι ιδέες και η Ευρωπαϊκή Ένωση

  1. Πίνγκμπακ: Η (παγκόσμια) κρίση, οι ιδέες και η Ευρωπαϊκή Ένωση « Vanessa111's Weblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s