Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Blu + Os Gémeos, γκράφιτι στη Λισσαβώνα

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο δρ Σλόσερ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Γερμανικής Λογοτεχνίας και Διδακτικής του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης, έχει καθιερώσει το βραβείο για την «αντιλέξη» (Unwort) της χρονιάς, τη χειρότερη, την πιο άκυρη, δηλαδή, λέξη, από την άποψη της χρήσης της. Κάθε Γενάρη, μια ανεξάρτητη μόνιμη εξαμελής επιτροπή, αποτελούμενη από φιλολόγους, δημοσιογράφους και συγγραφείς, συνεδριάζει για να διαλέξει τη χειρότερη λέξη, αντλώντας υλικό από τις 1.700 περίπου επιστολές με προτάσεις πολιτών που δέχεται κάθε χρόνο. Οι υποψήφιες λέξεις και εκφράσεις πρέπει να προέρχονται από τον δημόσιο λόγο, η χρήση τους να είναι στρεβλή και ανάρμοστη, δηλαδή αναντίστοιχη με την έννοια που εκφράζουν, ή/και να είναι προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι προτάσεις αντλούνται από οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, όπως την πολιτική, τη διοίκηση, την οικονομία, την τεχνολογία, την επιστήμη, τα ΜΜΕ κ.ά., και πρέπει πάντοτε να αναφέρουν την πηγή τους. Εκτός από την πιο άκυρη λέξη της χρονιάς, η επιτροπή διαλέγει και δυο-τρεις ακόμη λέξεις, τη χρήση των οποίων θεωρεί προβληματική.

* * *

 

Banksy, AL-crat

Από την ιστορία του θεσμού και τις λέξεις που αναδεικνύει κάθε χρόνο, φαίνεται ότι η κριτική επιτροπή δεν χαρίζει κάστανα. Η αιτιολογία που συνοδεύει κάθε χρόνο την πιο άκυρη λέξη είναι λακωνική, εύστοχη και τσουχτερή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ως «αντιλέξη» της χρονιάς επιλέχθηκε μια λέξη ή μια έκφραση που είπε διακεκριμένο δημόσιο πρόσωπο. Το 1993 σχολίασαν την έκφραση του τότε καγκελάριου Χέλμουτ Κολ ότι η Γερμανία είναι «ένα απέραντο λούνα παρκ», επειδή οι Γερμανοί «θέλουν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να δουλεύουν λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι λαοί» — πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή να έρθει σε σύγκρουση με την Εταιρεία Γερμανικής Γλώσσας, στην οποία εντασσόταν ως τότε, και να συνεχίσει την πορεία της ως αυτόνομος θεσμός.

Για να πάρουμε μια εικόνα της κατεύθυνσης στην οποία κινείται η κριτική επιτροπή, ορισμένα παραδείγματα από προηγούμενες χρονιές: μια από τις εκφράσεις που κατακρίθηκαν το 1991 ήταν τα «έξυπνα όπλα», που χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο του Κόλπου· «παράπλευρες απώλειες» ήταν η χειρότερη λέξη της χρονιάς το 1999, όπως χρησιμοποιήθηκε από αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στον πόλεμο του Κοσσόβου· «ανθρώπινο κεφάλαιο» το 2004, έκφραση που υποβιβάζει τους ανθρώπους σε μετρήσιμο μέγεθος σε οικονομικά συμφραζόμενα· την ίδια χρονιά, μια από τις λέξεις που κατέκρινε η επιτροπή ήταν τα «κέντρα υποδοχής», όπως ονομάστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών· «εθελούσια έξοδος» το 2006, όπως χαρακτηρίστηκε η εκδίωξη προσφύγων από τη Γερμανία των οποίων η αίτηση ασύλου δεν είχε εγκριθεί, έπειτα από έντονη «φιλική παρότρυνση και συμβουλή» των αρχών στα λεγόμενα «κέντρα αναχώρησης»· «αναξιοπαθούσες τράπεζες» το 2008, λέξη η οποία αντιστρέφει εντελώς τη σχέση αιτίου και αιτιατού στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια νέα ιστορική περίοδος για τον αραβικό κόσμο

Standard

συνέντευξη του Ναγίεφ Χαουάτμι στον Κώστα Ήσυχο

 

Από την εξέγερση στην Αίγυπτο

Με τον σ. Ν. Χαουάτμι, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ακούραστο σύντροφο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πρόσφατη επίσκεψη του ΣΥΝ στην Ιορδανία και τη Συρία, συναντηθήκαμε στα κεντρικά γραφεία της οργάνωσης, σε ένα ήσυχο προάστιο της Δαμασκού, κοντά στο ιστορικό της κέντρο. Ο φρουρός, ένας νεαρός Παλαιστίνιος σε ένα παραδοσιακό κουβούκλιο φύλαξης με την παλαιστινιακή μαντίλα και το καλάσνικοφ στον ώμο, μου σφίγγει το χέρι, λέγοντας στα αραβικά: «Καλώς ήρθες, σύντροφε». Προχωράμε στην αίθουσα όπου θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση. Πίσω από το γραφείο, πάνω από είκοσι φωτογραφίες στελεχών της οργάνωσης που έχουν σκοτωθεί σε μάχες στα κατεχόμενα, αλλά και στο εξωτερικό από τη Μoσάντ. Μου εξιστορούν με λίγα λόγια την ιστορία του καθενός.

Ο σ. Χαουάτμι, μια μεγάλη προσωπικότητα της αραβικής και της παγκόσμιας Αριστεράς του 20ού αιώνα, μπαίνει στο γραφείο χαμογελαστός, με αγκαλιάζει και με καλοσωρίζει σε άψογα αγγλικά. Μου μιλά με θαυμασμό για την Ελλάδα, την ιστορία της, τους αγώνες του λαού της, τις διαχρονικές σχέσεις της με τον αραβικό πολιτισμό, ιδιαίτερα τους Παλαιστίνιους. Η κουβέντα μας προχωράει στις επαφές του με ιστορικούς ηγέτες του κομμουνιστικού και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων: της πρώην ΕΣΣΔ, τον Φιντέλ Κάστρο, τον Τσε Γκεβάρα, τον Νάσερ κ.ά.

Κριτικός στα χρόνια του «υπαρκτού», αμετανόητος μαρξιστής και δημοκράτης, από τα 14 του χρόνια στην αντίσταση των Παλαιστινίων, με πολύχρονες φυλακίσεις και τρεις θανατικές καταδίκες σε Ισραήλ και Ιορδανία. Έχει τη σοφία των ανθρώπων που γεύτηκαν τις πικρίες μιας μεγάλης τραγωδίας του λαού τους, ενώ η ματιά του δηλώνει το πείσμα στον αγώνα, την προσήλωση σε μια στάση ζωής. Θεωρεί τον εαυτό του παιδί της Παλαιστίνης, της διασποράς του λαού της, που δεν τα βάζει κάτω, τρεις γενιές μετά τον μεγάλο διωγμό.

Κώστας Ήσυχος

Πώς βλέπετε τις ιστορικές αλλαγές που συντελούνται στον αραβικό κόσμο και ποιες είναι οι επιπτώσεις στο Παλαιστινιακό;

Οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις στην Αίγυπτο, την Τυνήσια, τη Λιβύη, την Υεμένη, το Μπαχρέιν, την Αλγερία, την Ιορδανία, το Μαρόκο, ακόμα και τη Σαουδική Αραβία, μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα επαναστατική ιστορική περίοδο. Αυτή η περίοδος βασίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: στη δημοκρατία, στις ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, σε μια καινούργια φάση της αστικής δημοκρατίας· στην πλήρη ισοτιμία και ισότητα των δυο φύλων· ο τρίτος πυλώνας μπορεί να εμπεριέχει καθοριστικά στοιχεία της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτές οι αλλαγές προκαλούν δομικές ανατροπές στα πιο συντηρητικά και τυραννικά καθεστώτα της ευρύτερης περιοχής μας, και μεγάλους πονοκέφαλους στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και το Ισραήλ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο «ακροδεξιός μεσαίος χώρος»

Standard

του Νίκου Φίλη

Την περασμένη Τρίτη παρουσιάστηκε, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς (εκδ. Αλεξάνδρεια), μια σπουδαία μελέτη, που φέρνει στο φως πληθώρα στοιχείων και προσφέρει ερμηνευτικά σχήματα για την κατανόηση της πορείας του ΛΑΟΣ, στο πλαίσιο της διεθνούς συζήτησης για την ακροδεξιά.

Το βιβλίο, με συντονιστή τον Δημήτρη Χριστόπουλο, παρουσίασαν ο Αλέκος Αλαβάνος, η Βασιλική Γεωργιάδου, η Θάλεια Δραγώνα, ο Θανάσης Κούρκουλας και ο Νίκος Φίλης, του οποίου και δημοσιεύουμε την ομιλία.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Το εκκρεμές του Καρατζαφέρη: Ακροδεξιά και Μνημόνιο

Το τεκμηριωμένο βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά, που παρουσιάζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Δεν καταγράφει μια ιστορία που τελείωσε, αλλά ένα φαινόμενο που, όπως ο Ιανός, προσλαμβάνει πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Πρόκειται για το φαινόμενο του λαϊκισμού, ακριβέστερα του ακροδεξιού λαϊκισμού.

Δεν υποτιμώ τη δύναμη της τηλεόρασης και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τις οθόνες. Όμως, παρά τη δύναμή της, που παραστατικά περιγράφεται ως δύναμη πλύσης εγκεφάλου, η τηλεόραση δεν μπορεί να δημιουργήσει ανθεκτικά κόμματα, δηλαδή κόμματα που θα ξεφύγουν από την εικονική πραγματικότητα και θα διεκδικήσουν θέση στο πολιτικό σύστημα, επί δεκαπέντε χρόνια, όπως συμβαίνει με τον Γ. Καρατζαφέρη. Το ΛΑΟΣ ξεκίνησε ως τηλεοπτική επιχείρηση, αλλά κατόρθωσε να αποκτήσει την αναγνώριση των τηλεοπτικών αντιπάλων του και να μεταλλαχθεί σε κόμμα  νέου τύπου. Το κόμμα ως μέρος του μηντιακού συστήματος.

Δύο στοιχεία προσδιόρισαν τον δυναμισμό του ΛΑΟΣ στο ξεκίνημά του:

Το πρώτο είναι η κρίση εκπροσώπησης αλλά και στρατηγικής που είχε καθηλώσει τη Ν.Δ. στην αντιπολίτευση. Το ΛΑΟΣ, δηλαδή, ξεπήδησε ως ριζοσπαστική-ακροδεξιά εκδοχή από τον συντηρητικό χώρο που βρισκόταν σε κρίση. Σε συνθήκες μάλιστα εύθραυστου εκλογικού ισοζυγίου ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. (στις εκλογές του 2000 κοιμηθήκαμε με κυβέρνηση Καραμανλή και ξυπνήσαμε και πάλι με κυβέρνηση Σημίτη), σ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ διέβλεψε ότι η ακροδεξιά σφήνα στη Ν.Δ. θα μεταβάλει υπέρ του τον εκλογικό συσχετισμό. Ανοιχτά άλλωστε ο Κ. Σημίτης είχε χαρακτηρίσει πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα της χώρας την ανυπαρξία αυτόνομου ακροδεξιού κόμματος, επικαλούμενος την ευρωπαϊκή πραγματικότητα των διαφορετικών πολιτικών οικογενειών του συντηρητικού χώρου. Σε αυτή την πολιτική υστεροβουλία πρέπει να αναζητήσουμε την τηλεοπτική πριμοδότηση του Καρατζαφέρη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νομοσχέδιο της εχθροπάθειας

Standard

του Νίκου Σαραντάκου

Η εχθροπάθεια μπήκε ορμητικά στη ζωή μας με το νέο νομοσχέδιο για την ποινική καταπολέμηση του ρατσισμού, που παρουσίασε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και έχει γίνει στόχος αρκετών επικρίσεων. Πολλοί μάλιστα θεώρησαν πως πρόκειται για νεολογισμό, για λέξη που κατασκευάστηκε επί τούτου, ίσως και με πονηρό σκοπό. Εδώ οι επικριτές του νομοσχεδίου πέφτουν έξω. Η εχθροπάθεια δεν είναι ανύπαρκτη λέξη. Την έχουν όλα τα μεγάλα λεξικά μας, εκτός από το λεξικό Μπαμπινιώτη. Σύμφωνα με τον Κουμανούδη, που συμπεριέλαβε τη λέξη στη Συναγωγή νεολογισμών του, πρώτος φαίνεται να τη χρησιμοποίησε ο Ευγένιος Βούλγαρις, το 1817.

 

Χανς Μέμινντορφ, "Σπίτι-κεφάλι"

Υπάρχει λοιπόν η εχθροπάθεια, αλλά τι σημαίνει; Κατά το λεξικό του Παπύρου, εχθροπάθεια είναι «εχθρικό πάθος, εχθρική διάθεση εναντίον κάποιου, ισχυρή ή έμμονη έχθρα, μίσος». Ο ορισμός που δίνεται από το νομοσχέδιο δεν ξέρω αν βοηθάει και πολύ: Στον παρόντα νόμο, ο όρος «εχθροπάθεια» θα πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενος τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους και αντιπαλότητας.

Να προσθέσουμε ότι η εχθροπάθεια εμφανίζεται μία φορά στον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, στο άρθρο 196 (κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος): «Ο θρησκευτικός λειτουργός που κατά την ενάσκηση των έργων του ή δημόσια και με την ιδιότητά του προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών». Στην αιτιολογική έκθεση του Ποινικού Κώδικα του 1933, που πρωτοκαθιέρωσε τη σχετική διάταξη, αναφέρεται: «Η διάταξις αύτη θα είναι ίσως ιδιαζόντως χρήσιμος παρ’ ημίν όπου, μετά την επέκτασιν του Κράτους, υπάρχουσι μεγάλοι αλλόθρησκοι πληθυσμοί, των οποίων η εν δεδομένη περιστάσει θρησκευτική εκμετάλλευσις ενδέχεται βαρείας να έχη διά το Κράτος συνεπείας».

Από μια σύντομη έρευνα που έκανα στα σώματα των εφημερίδων, βρήκα ότι την περίοδο του Εμφυλίου η εχθροπάθεια φαίνεται να απασχόλησε πάνω από μία φορά τα δικαστήρια. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1947 καταδικάστηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο γραμματέας του ΚΚΕ, σε έξι μήνες φυλάκιση και 500.000 πρόστιμο, διότι με άρθρο του στον Ριζοσπάστη σχετικά με την δολοφονία Ζέβγου «επιδίωξε να προκαλέσει εχθροπάθεια μεταξύ των πολιτών» (To Βήμα, 3.6.1947), ενώ λίγους μήνες αργότερα, κλήθηκαν οι υπεύθυνοι της εφημερίδας Ελευθερία να παρουσιαστούν στον επίτροπο του έκτακτου στρατοδικείου, για παράβαση των ν. 5060 και 755, διότι διά σημειωμάτων και αρθριδίων «δημοσιευθέντων εις την εφημερίδα των ενέβαλον εις ανησυχίαν τους πολίτας και εγένοντο αφορμή να προηγηθή αμοιβαία καταφρόνησις και εχθροπάθεια καθώς και απείθεια προς τας αρχάς» (To Βήμα, 23.12.1947). Το έγκλημα της εφημερίδας; Όταν κάποιοι Χίτες στον Πειραιά έλεγχαν ταυτότητες και προσωρινά συνελήφθησαν αλλά αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι, η εφημερίδα το είχε επικρίνει. Σε επόμενο δημοσίευμα (To Βήμα, 4.4.1948) αναφέρεται ότι μόνο το στρατοδικείο είναι αρμόδιο να εκδικάσει «αδίκημα προκαλούν εχθροπάθειαν παρά τω λαώ».

Μ’ άλλα λόγια, η εχθροπάθεια ναι μεν δεν είναι νεολογισμός, αλλά δεν βοηθάει, διότι αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνείας και επιπλέον έχει συνδεθεί με ζοφερές περιόδους της ιστορίας μας.

Αλλά δεν είναι αυτή η βασική ένστασή μου. Ας περάσουμε στην ουσία του νομοσχεδίου. Το βρίσκω αναποτελεσματικό και επικίνδυνο. Δεν θα σταθώ στην αναποτελεσματικότητα, διότι δεν είμαι νομικός, αλλά θα σημειώσω αυτό που γράφτηκε σε ένα σχόλιο στο ιστολόγιο του e-lawyer (http://elawyer.blogspot.com/2011/02/to.html) ότι, με τους όρους που βάζει το νομοσχέδιο, «η βούληση είναι να μην επιτραπεί στο μέλλον να γίνει δίκη για ρατσισμό».

Ωστόσο, εγώ κυρίως επικίνδυνο το βρίσκω. Επικίνδυνο για την ελευθερία του λόγου, που τη θεωρώ υπέρτατο αγαθό. Ξέρω ότι πολλοί φίλοι μου πιστεύουν πως οι ρατσιστές δεν δικαιούνται να επικαλούνται την ελευθερία του λόγου, θεωρούν «προσχηματική» την επίκληση της ελευθερίας του λόγου προς υπεράσπιση του Πλεύρη ή του Λεπέν. Τους κατανοώ, δεν τους ψέγω, αλλά διαφωνώ. Διαφωνώ παρόλο που ξέρω ότι στις ελευθεροκτόνες μέρες μας, δηλαδή μετά τις 11/9/2001, ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κάνει γενναίες εκπτώσεις στην υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου: για παράδειγμα, έχει εγκρίνει την παύση ισλαμιστών δημάρχων στην Τουρκία για αδικήματα γνώμης, κάτι που μας θυμίζει τα μολυβένια χρόνια της οκταετίας Καραμανλή, όταν αριστεροί δήμαρχοι στην Ελλάδα έκαναν δηλώσεις π.χ. για να γυρίσουν οι πολιτικοί εξόριστοι από τη Γυάρο, και τούς έπαυε ο νομάρχης. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Γκοντζίλα και η πυρηνική καταστροφή στην Ιαπωνία

Standard

του Πήτερ Γ. Κίρμπυ

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

"Γκοντζίλα 1954" του Arcan54

Βλέποντας τις εικόνες της καταστροφής μετά το τσουνάμι στα βιντεάκια του YouTube και στα ιαπωνικά μέσα ενημέρωσης, ένιωσα συγκλονισμένος και την ανάγκη να βοηθήσω· είχα όμως, επιπλέον, μια αναμφισβήτητη αίσθηση dejà vu. Ως μελετητής που ασχολούμαι με τη θέση της πυρηνικής ενέργειας στην ιαπωνική κουλτούρα, έχω δει πάμπολλες ταινίες τρόμου με τέρατα, τόσο της δεκαετίας του 1950 όσο και μεταγενέστερες, εμπνευσμένες από την πυρηνική καταστροφή· οι σκηνές των φλεγόμενων διυλιστηρίων, των ισοπεδωμένων πόλεων, των ομάδων διάσωσης, της φυγής των αμάχων, μου έφεραν στο νου ορισμένα σουρεαλιστικά στιγμιότυπα των ιαπωνικών ταινιών καταστροφής.

 

Αφίσα για τον "Γκοντζίλα" του 1954

Αυτή η κατηγορία B-movies αποτελεί σήμερα αντικείμενο γενικευμένου χλευασμού, και συχνά όχι άδικα. Αλλά οι πρώτες ταινίες «Γκοντζίλα» ήταν σοβαρές και σκληρές, ενώ τάσσονταν με σαφήνεια κατά της πυρηνικής ενέργειας: το τέρας προέκυψε έπειτα από μια ατομική έκρηξη. Ήταν επίσης αντιπολεμικές σε μια χώρα που είχε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεδομένου ότι στον «Γκοντζίλα» του 1954 το μεγάλο σαυροειδές θηρίο βγαίνει από τον κόλπο του Τόκιο για να λεηλατήσει την πρωτεύουσα, οι εκρήξεις, τα πτώματα και τα ποτάμια προσφύγων παρέπεμπαν ευθέως στις τρομακτικές σκηνές των τελευταίων ημερών του Πολέμου, εικόνες που παρέμεναν ακόμα ανεξίτηλες στο μυαλό των Ιαπώνων, οι οποίοι παρακολούθησαν το έργο μέσα σε νεκρική σιγή, που τη διέκοπταν μονάχα, κάπου κάπου, οι λυγμοί.

Το αντιπυρηνικό μήνυμα της ταινίας φαίνεται εντελώς αταίριαστο στη σημερινή Ιαπωνία, καθώς το ένα τρίτο σχεδόν της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας παράγεται από πυρηνικά εργοστάσια. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από γεγονότα απολύτως πραγματικά, που είχαν συνταράξει τη χώρα. Τον Μάρτιο του 1954, στη δοκιμή μιας θερμοπυρηνικής βόμβας των ΗΠΑ κοντά στην ατόλη Μπικίνι, στον Ειρηνικό Ωκεανό, με την κωδική ονομασία «Bravo», απελευθερώθηκε 2,5 φορές μεγαλύτερη ισχύς από ό,τι αναμενόταν. Το τεράστιο νέφος που δημιουργήθηκε τύλιξε, σε μια λαίλαπα ραδιενεργού τέφρας, μια ιαπωνική μηχανότρατα με το όνομα «Τυχερός Δράκοντας αρ. 5», που ψάρευε τόνο μακριά από το σημείο της έκρηξης. Τα μέλη του πληρώματος επέστρεψαν στο λιμάνι, το Yaizu, με μαυρισμένο και φουσκαλιασμένο το δέρμα τους, με έντονα συμπτώματα ραδιενεργούς μόλυνσης και ένα φορτίο ραδιενεργού τόνου που είχαν ψαρέψει. Τα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για τα ραδιενεργά ίχνη που άφησαν τα σώματά τους καθώς περπατούσαν στην πόλη, όπως για τον «πυρηνικό τόνο» που έφτασε στις ψαραγορές της Οσάκα και αργότερα στη φημισμένη Αγορά Tsukji στο Τόκιο. H Aυτού Eξοχότης ο αυτοκράτωρ Χιροχίτο είπε ότι εξόρισε διά παντός τα ψάρια και τα θαλασσινά από το πιάτο του. Συνέχεια ανάγνωσης

Η φρίκη της Μαργαρίτας

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

«Σώθηκε!». Από το βιβλίο του Peter Cornelius, «Εικόνες για τον Φάουστ του Γκαίτε»,1828. Η εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκε και στην ελληνική μετάφραση του "Φάουστ" από τον Α. Προβελέγγιο

Στην τελευταία σκηνή του πρώτου μέρους του Φάουστ του Γκαίτε υπάρχει ένα μυστήριο. Ο πρώτος που το ανακάλυψε, όσο ξέρω, είναι ο Πέτρος Μάρκαρης, στον οποίο οφείλουμε την τελευταία μετάφραση του έργου. Σε αυτή υπάρχει και η προσπάθεια του Μάρκαρη να λύσει το μυστήριο, να απαντήσει δηλαδή στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε· απαντάει ερμηνεύοντας τον λόγο του συγγραφέα και μεταφράζοντάς τον διαφορετικά από το αναμενόμενο σύμφωνα με τη σημασία των λέξεων.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη φυλακή, στο κελί όπου κρατείται μελλοθάνατη η Μαργαρίτα. Εκεί η Μαργαρίτα λέει στον Φάουστ, τον επώνυμο ήρωα και εραστή της που την καλεί για τελευταία φορά να φύγει μαζί του: «Heinrich, mir graut’ s vor Dir!». Ο Μάρκαρης μεταφράζει: «Ερρίκε, φοβάμαι για σένα!». Στην παρουσίαση της μετάφρασης στην αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο μεταφραστής ρωτήθηκε από τουρκάλα γερμανίστρια που συμμετείχε στην παρουσίαση γιατί το είχε μεταφράσει έτσι, ενώ η προφανώς αρμόζουσα μετάφραση είναι: «Ερρίκε, μου προκαλείς φρίκη!» ή «με τρομάζεις!» ή έστω το πιο αδύναμο «με φοβίζεις!», όπως είχε μεταφραστεί παλιότερα. Στην απάντησή του ο Μάρκαρης διατύπωσε το ερώτημα που κανείς ίσαμε τότε δεν είχε σκεφτεί, δηλαδή το μυστήριο της τελευταίας σκηνής του πρώτου μέρους. Μα, είπε (και εκθέτω από μνήμης το νόημα των λόγων του), η Μαργαρίτα δεν έχει κανέναν λόγο να νοιώθει φρίκη ή να τρομάζει. Η ίδια έχει αποδεχτεί τη μοίρα της και έχει καλέσει τις ουράνιες δυνάμεις να την προστατεύσουν. Επομένως, γιατί να τρομάζει ή γιατί να νοιώθει φρίκη; Άρα, συμπεραίνει ο μεταφραστής, η προφανής μετάφραση δεν είναι η σωστή. Η Μαργαρίτα φοβάται για την τύχη του Φάουστ όταν αυτός θα φύγει με τον Μεφιστοφελή.

4-5-6. Αφίσα για την ταινία του Φ. Μούρναου «Φάουστ. Ένας γερμανικός λαϊκός θρύλος» (1926)

Αυτός είναι ο σωστός τρόπος να μεταφράζουμε: να συλλογιζόμαστε το κείμενο και να συμπεραίνουμε. Ωστόσο, ο συμπερασμός έχει όρια: το κείμενο παραμένει κυρίαρχο, κι αυτό ορίζει το φάσμα των ερμηνευτικών μας δυνατοτήτων. Ο Μάρκαρης έχει επισημάνει το λογικό πρόβλημα. Επειδή όμως παραμένει δέσμιος των ερμηνειών του έργου ως τραγωδίας κρίματος και εξιλέωσης, βρίσκεται μπροστά σε ένα μεταφραστικό αδιέξοδο, που πράγματι δεν το έχουν δει άλλοι μεταφραστές και σχολιαστές, και το οποίο λύνει σαν γόρδιο δεσμό: αλλάζει το νόημα των λέξεων. Αλλά ο οδηγός για την ερμηνεία δεν μπορεί να είναι άλλος από το κείμενο του έργου. Αν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του κειμένου και της ερμηνείας, δεν μπορεί να είναι λάθος το κείμενο!

Η Μαργαρίτα έχει καταδικαστεί για τον φόνο του παιδιού της και θα εκτελεστεί το πρωί. Επομένως, δεν έχει λόγο να φοβάται παρά μόνο τον θάνατο. Πράγματι, στην αρχή της σκηνής του κελιού η Μαργαρίτα είναι τρελή από φόβο. Ο Φάουστ, την ώρα που πάει να ανοίξει την πόρτα του κελιού της, την ακούει να τραγουδάει:

Αχ, η πουτάνα η μάνα μου

Μ’ έσφαξε στο λεπτό,

Ο πονηρός μπαμπάς μου

Μ’ έκανε φαγητό.

Το μικρό μου αδελφάκι

Φύλαξε κάθε μου κοκαλάκι

Σε δροσερή μεριά.

Του δάσους έγινα πουλάκι

Πέτα, πέτα μακριά! (4412-4420)

ένα τραγούδι με απαραγνώριστη αναφορά στα μοτίβα των λαϊκών παραμυθιών που ο γερμανικός ρομαντισμός ανέδειξε σε λογοτεχνικό είδος. Το τραγουδάκι συνήθως ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η Μαργαρίτα αναγνωρίζει το κρίμα της και ως εισαγωγή στην αποδοχή της τιμωρίας. Κατά τη γνώμη μου μάλλον η Μαργαρίτα ταυτίζεται ψυχικά με το σκοτωμένο παιδί της –το θύμα της–, για να ξεφύγει. Συνέχεια ανάγνωσης

Στις γειτονιές του κόσμου

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Αριστείδη Καλαργάλη

Τάφος άγνωστου μετανάστη, με τη φράση «Αφανός», που στη συνέχεια κάποιος, προσθέτοντας ένα γάμα, διόρθωσε σε «ΑφΓανός». Φωτογραφία του Μπάμπη Στυλιανίδη, 2007.

Στέκομαι πλάι στο άγαλμα της μικρασιάτισσας Μάνας, στην Επάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Τη γειτονιά των προσφύγων. Κοιτώ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Σφαλώ τα μάτια και βλέπω τα καΐκια και τις βάρκες κατάφορτα με πρόσφυγες του 1914, του 1922. Πολλές οι μάνες με τα παιδιά τους, γιατί οι άντρες έμειναν πίσω, είτε για να φροντίσουν την περιουσία, είτε απ’ το κυνηγητό και το λεπίδι. Στο γύρισμα της Ιστορίας δεν μπορείς να κάμεις σωστό υπολογισμό, να κρίνεις κατά πού πρέπει. Χωρίζεις την οικογένεια, τα υπάρχοντα. Κάποιοι να σωθούν, ώστε να βοηθήσουν, αν γίνει μπορετό τους άλλους. Αυτούς που μένουν πίσω και περιμένουν.

Στήθηκαν παράγκες και σκηνές, στις αυλές των σχολειών, στα τζαμιά, στις αλάνες. Φτιάχτηκαν υπαίθρια κουζινιά, στήθηκαν νοικοκυριά. Μια παράγκα ή ένα δωμάτιο έγινε το νέο σπίτι. Έπρεπε να τα χωρέσει όλα. Οι πιο τυχεροί εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Τούρκων που έφυγαν. Ανταλλαγή ονομάστηκε. Λες κι επρόκειτο για ζώα ή για παιχνίδια παιδιών. Δημιουργήθηκαν συσσίτια, από Επιτροπές βοήθειας  ντόπιων, Συνδέσμους Κυριών, Συλλόγους παροχής εργασίας και υπηρεσιών. Δόθηκαν επιδόματα, αποζημιώσεις για να σταθούν στα πόδια τους οι πρόσφυγες. Συνέχεια ανάγνωσης