Η φρίκη της Μαργαρίτας

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

«Σώθηκε!». Από το βιβλίο του Peter Cornelius, «Εικόνες για τον Φάουστ του Γκαίτε»,1828. Η εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκε και στην ελληνική μετάφραση του "Φάουστ" από τον Α. Προβελέγγιο

Στην τελευταία σκηνή του πρώτου μέρους του Φάουστ του Γκαίτε υπάρχει ένα μυστήριο. Ο πρώτος που το ανακάλυψε, όσο ξέρω, είναι ο Πέτρος Μάρκαρης, στον οποίο οφείλουμε την τελευταία μετάφραση του έργου. Σε αυτή υπάρχει και η προσπάθεια του Μάρκαρη να λύσει το μυστήριο, να απαντήσει δηλαδή στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε· απαντάει ερμηνεύοντας τον λόγο του συγγραφέα και μεταφράζοντάς τον διαφορετικά από το αναμενόμενο σύμφωνα με τη σημασία των λέξεων.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη φυλακή, στο κελί όπου κρατείται μελλοθάνατη η Μαργαρίτα. Εκεί η Μαργαρίτα λέει στον Φάουστ, τον επώνυμο ήρωα και εραστή της που την καλεί για τελευταία φορά να φύγει μαζί του: «Heinrich, mir graut’ s vor Dir!». Ο Μάρκαρης μεταφράζει: «Ερρίκε, φοβάμαι για σένα!». Στην παρουσίαση της μετάφρασης στην αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο μεταφραστής ρωτήθηκε από τουρκάλα γερμανίστρια που συμμετείχε στην παρουσίαση γιατί το είχε μεταφράσει έτσι, ενώ η προφανώς αρμόζουσα μετάφραση είναι: «Ερρίκε, μου προκαλείς φρίκη!» ή «με τρομάζεις!» ή έστω το πιο αδύναμο «με φοβίζεις!», όπως είχε μεταφραστεί παλιότερα. Στην απάντησή του ο Μάρκαρης διατύπωσε το ερώτημα που κανείς ίσαμε τότε δεν είχε σκεφτεί, δηλαδή το μυστήριο της τελευταίας σκηνής του πρώτου μέρους. Μα, είπε (και εκθέτω από μνήμης το νόημα των λόγων του), η Μαργαρίτα δεν έχει κανέναν λόγο να νοιώθει φρίκη ή να τρομάζει. Η ίδια έχει αποδεχτεί τη μοίρα της και έχει καλέσει τις ουράνιες δυνάμεις να την προστατεύσουν. Επομένως, γιατί να τρομάζει ή γιατί να νοιώθει φρίκη; Άρα, συμπεραίνει ο μεταφραστής, η προφανής μετάφραση δεν είναι η σωστή. Η Μαργαρίτα φοβάται για την τύχη του Φάουστ όταν αυτός θα φύγει με τον Μεφιστοφελή.

4-5-6. Αφίσα για την ταινία του Φ. Μούρναου «Φάουστ. Ένας γερμανικός λαϊκός θρύλος» (1926)

Αυτός είναι ο σωστός τρόπος να μεταφράζουμε: να συλλογιζόμαστε το κείμενο και να συμπεραίνουμε. Ωστόσο, ο συμπερασμός έχει όρια: το κείμενο παραμένει κυρίαρχο, κι αυτό ορίζει το φάσμα των ερμηνευτικών μας δυνατοτήτων. Ο Μάρκαρης έχει επισημάνει το λογικό πρόβλημα. Επειδή όμως παραμένει δέσμιος των ερμηνειών του έργου ως τραγωδίας κρίματος και εξιλέωσης, βρίσκεται μπροστά σε ένα μεταφραστικό αδιέξοδο, που πράγματι δεν το έχουν δει άλλοι μεταφραστές και σχολιαστές, και το οποίο λύνει σαν γόρδιο δεσμό: αλλάζει το νόημα των λέξεων. Αλλά ο οδηγός για την ερμηνεία δεν μπορεί να είναι άλλος από το κείμενο του έργου. Αν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του κειμένου και της ερμηνείας, δεν μπορεί να είναι λάθος το κείμενο!

Η Μαργαρίτα έχει καταδικαστεί για τον φόνο του παιδιού της και θα εκτελεστεί το πρωί. Επομένως, δεν έχει λόγο να φοβάται παρά μόνο τον θάνατο. Πράγματι, στην αρχή της σκηνής του κελιού η Μαργαρίτα είναι τρελή από φόβο. Ο Φάουστ, την ώρα που πάει να ανοίξει την πόρτα του κελιού της, την ακούει να τραγουδάει:

Αχ, η πουτάνα η μάνα μου

Μ’ έσφαξε στο λεπτό,

Ο πονηρός μπαμπάς μου

Μ’ έκανε φαγητό.

Το μικρό μου αδελφάκι

Φύλαξε κάθε μου κοκαλάκι

Σε δροσερή μεριά.

Του δάσους έγινα πουλάκι

Πέτα, πέτα μακριά! (4412-4420)

ένα τραγούδι με απαραγνώριστη αναφορά στα μοτίβα των λαϊκών παραμυθιών που ο γερμανικός ρομαντισμός ανέδειξε σε λογοτεχνικό είδος. Το τραγουδάκι συνήθως ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η Μαργαρίτα αναγνωρίζει το κρίμα της και ως εισαγωγή στην αποδοχή της τιμωρίας. Κατά τη γνώμη μου μάλλον η Μαργαρίτα ταυτίζεται ψυχικά με το σκοτωμένο παιδί της –το θύμα της–, για να ξεφύγει.

Μετά περνάει τον Φάουστ για τον δήμιο και του ζητάει να τη λυπηθεί, αρνείται πως έχει σκοτώσει το παιδί της — διεκδικεί μάλιστα ειδική μεταχείριση ως βρεφοκρατούσα μητέρα.

Όλα αυτά δείχνουν παραφροσύνη, όχι όμως μετάνοια και συντριβή καρδίας. Στο τέλος η Μαργαρίτα καλεί τις στρατιές των αγγέλων να τη σώσουν και παραδίνεται στο έλεός τους. Ανάμεσα στις δύο ακραίες καταστάσεις –την άρνηση και την παραίτηση–, ο Γκαίτε μπερδεύει λίγο τα πράγματα. Η Μαργαρίτα συνέρχεται, αναγνωρίζει τον Φάουστ, και ο ποιητής μας προσφέρει μια από τις ωραιότερες ερωτικές ατάκες του θεάτρου: «Φίλησέ με! Αλλιώς φιλί θα πάρεις από μένα!» (4491), λέει η μελλοθάνατη παιδούλα στον εραστή της.

Στις ερμηνείες αυτού του σημείου υπάρχει μια παρεξήγηση. Ο Φάουστ δεν ανταποκρίνεται στο ερωτικό κάλεσμα της Μαργαρίτας, κι εκείνη, λέγεται, καταλαβαίνει από αυτή την άρνηση ότι δεν την αγαπά πια και, επομένως, ότι μόνο από συμπόνια θέλει να τη σώσει. Όμως, η ψυχική κατάσταση του Φάουστ είναι τελείως διαφορετική από της ερωμένης του. Εκείνη κάθε τόσο αρνείται την πραγματικότητα και προσπαθεί να ξεφύγει· τα ερωτόλογα είναι απόρροια αυτής της κατάστασης. Ο Φάουστ έχει άγχος. Ο διαβολικός του σύντροφος τον έχει προειδοποιήσει ότι η δύναμή του αφλογιστεί μπροστά στην εκδικητική δικαιοσύνη.

Πρέπει να φύγουν πριν ξημερώσει, κι έρθει ο δήμιος να πάρει το κορίτσι. Ο Φάουστ λοιπόν δεν έχει καιρό και μυαλό για ερωτοτροπίες, άλλωστε την διαβεβαιώνει για την αγάπη του:

Κουράγιο, αγάπη μου! Μαζί μου ευθύς!

Το πάθος μου και πάλι θα γευθείς… (4498-4499)

Τότε εμφανίζεται ο Μεφιστοφελής για να ειδοποιήσει τον Φάουστ να βιαστεί.

«Αυτός, αυτός!» (4602), φωνάζει η Μαργαρίτα που φαίνεται να επανέρχεται στην κατάσταση της αλλοφροσύνης, και μόλις στο τέλος, σαν να συνέρχεται, λέει την επίμαχη φράση: «Heinrich, mir graut’ s vor Dir!»

Ο εγκόσμιος φόβος

Η συνήθης ερμηνεία της «τραγωδίας της Μαργαρίτας», με ερμηνευτικό κλειδί τη σκηνή στη φυλακή, είναι ότι η ερωμένη του Φάουστ, συντετριμμένη από τις τύψεις για τον φόνο της μητέρας της, του αδελφού της και του παιδιού της, και απογοητευμένη που ο Φάουστ της φέρεται ψυχρά, αρνείται την εγκόσμια, αλλά διαβολική σωτηρία, αυτήν που της προσφέρει ο Φάουστ με τη βοήθεια του Μεφιστοφελή, και προτιμά την ουράνια σωτηρία της ψυχής με θυσία της ζωής της. Όμως, σε όλο το έργο η Μαργαρίτα μόνο μια φορά μιλάει για τύψεις, όταν αρνείται να δραπετεύσει:

Δεν μπορώ. Για μένα δεν υπάρχει σωτηρία.

Τι ωφελεί να φύγω; Θα με βρουν.

Είναι μαρτύριο κανείς να ζητιανεύει

Με τη συνείδηση να τον παιδεύει! (υπογρ. Θ.Π.)

Κι η ξενιτιά μαρτύριο άλλο τόσο

Κι από τα χέρια τους δεν θα γλιτώσω! (4544 – 4549)

Αυτό όμως δεν ακούγεται διόλου σαν την contritio cordis, τη συντριβή καρδίας, που απαιτείται για τη σωτηρία της ψυχής. Ούτε καν η attritio cordis, ο φόβος της καρδιάς, η θεοφοβία, διακρίνεται εδώ. Κίνητρο της Μαργαρίτας είναι ο φόβος, αλλά εγκόσμιος φόβος. Αν η Μαργαρίτα είχε μια εγγύηση ότι δεν θα την κυνηγούσαν και δεν θα έπεφτε στη δυστυχία, θα έφευγε με τον Φάουστ, και θα έβρισκε τρόπο να καθησυχάσει τη συνείδησή της. Οι αμφιβολίες για τη δύναμη του Θείου που έχει ενσπείρει στην καρδιά της ο Φάουστ (3415-3465) έχουνε πιάσει τόπο. Η Μαργαρίτα δεν αρνείται τη σωτηρία που της προσφέρει ο Φάουστ από πίστη στον Θεό, από συναίσθηση του κρίματός της και αποδεχόμενη την τιμωρία, αλλά επειδή θεωρεί πως ο δρόμος του Φάουστ θα την οδηγήσει στον κόσμο που γνώρισε κοντά του.

Ο κόσμος της Μαργαρίτας

Στις πρώτες κιόλας σκηνές του έργου ο Γκαίτε παρουσιάζει τον κόσμο της Μαργαρίτας. Στη σκηνή «Προ των πυλών», έξω από τα τείχη της πόλης τριγυρνούν παραγιοί που ψάχνουν για διασκέδαση με γυναίκες και πιοτό, ζητιάνοι, φαντάροι που ονειρεύονται τη δόξα και τη λεία, μικροαστοί που τρέμουν από φόβο και περιέργεια μπρος στα παράξενα της γης:

Άλλος αστός:

Αυτό που προτιμώ σε Κυριακή κι αργία

Είναι για πολέμους και σφαγές να συζητώ

Τι γίνετ’ εκεί πέρα στην Τουρκία,

Που τρώγοντ’ οι λαοί σε πυρετό.

Στο παραθύρι στέκεις και πίνεις μια γουλιά,

Απ’ το ποτάμι κατεβαίνουνε τα πλοία,

Κι όταν το βράδυ γυρίζεις πάλι στη φωλιά

Λες χίλια ευχαριστώ που ζεις σε ηρεμία. (860-867)

Ακόμα, μάγισσες-προαγωγοί που ψαρεύουνε κορίτσια, κορίτσια που πιστεύουνε στα μάγια και στον έρωτα, χωρικοί που πίνουν και χορεύουν. Είναι ένας κόσμος που αλλάζει. Οι παλιοί κανόνες των μεσαιωνικών καταστατικών τάξεων ισχύουν, αλλά η παλιά κοινωνική συνοχή έχει σε μεγάλο μέρος χαθεί.

Αφήστε, δεν είναι χέρι αυτό για φίλημα, είναι κατσιασμένο και σκληρό (3081-3082).

Η μαγική ομορφιά, τα μαγικά δώρα και η σοφία του Φάουστ μαγεύουν τη Μαργαρίτα που γίνεται ερωμένη του δαιμονισμένου. «Το καθεστώς του έρωτα είναι η αναρχία», γράφει ο Άτιλα Τσάμπαϊ παρουσιάζοντας τις όπερες του Μότσαρτ. Ο έρωτας για τον Φάουστ αλλάζει τη ζωή της Μαργαρίτας εκ βάθρων. Ο εραστής της είναι νέος και ωραίος. Είναι επίσης πάμπλουτος, χάρη στον διαβολικό φίλο του. Η Μαργαρίτα δεν χρειάζεται πια να χαλάει τα χέρια της στην αλισίβα και να δουλεύει στο νοικοκυριό της μητέρας της από το πρωί ίσαμε το βράδυ.

Υπάρχει όμως κάτι παραπάνω από όλα αυτά που, όσο εξαιρετικά κι αν είναι για μια κοπέλα από την κοινωνική τάξη της Μαργαρίτας, θα μπορούσαν να συμβούν· στο κάτω κάτω είναι η εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, στην οποία ο Γκαίτε προσθέτει και στοιχεία της δικής του εποχής του Διαφωτισμού. Η διαστρωματική κινητικότητα έχει αρχίσει να εμφανίζεται. Όμως δεν αρκούν ο έρωτας και η σεξουαλικότητα ως τομή μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης: εδώ χρειάζεται κάτι παραπάνω από τον έρωτα που είτε θα οδηγήσει τη Μαργαρίτα στον νέο, αλλά εξίσου ρυθμισμένο με τον παλιό, χώρο της έγγαμης ζωής είτε θα την σπρώξει στον, επίσης ρυθμισμένο, χώρο της πορνείας. Ο εραστής της δεν είναι οποιοσδήποτε πλούσιος άνδρας. Ο Φάουστ είναι νέος και ωραίος (χάρη στην τέχνη της μάγισσας στην οποία τον πήγε ο Μεφιστοφελής), πλούσιος (χάρη στη δύναμη του διαβολικού υπηρέτη του), αλλά κι ο ίδιος είναι έξυπνος, πολυγνώστης και διαφωτισμένος. Το κρίσιμο όμως είναι ότι το συμβόλαιό του με τον διάβολο έχει λύσει ό,τι συνέδεε τον δαιμονισμένο πια Φάουστ με τον παλιό κόσμο: είναι απολύτως ελεύθερος — αυτό σημαίνει εδώ «δαιμονισμένος». Ο Φάουστ είναι ο άνθρωπος της νέας αστικής τάξης πραγμάτων, όπου η ελευθερία είναι «λαϊκή προκατάληψη». Η σχέση της Μαργαρίτας μαζί του την απελευθερώνει ολωσδιόλου, διαρρηγνύει τα όρια του κόσμου της και την οδηγεί πέρα από την εποχή της. Για να απελευθερωθεί όμως ολοκληρωτικά, χρειάζεται να λύσει και αυτή τους δεσμούς που έλυσε ο Φάουστ.

Το πρώτο θύμα της απελευθέρωσης της Μαργαρίτας είναι η μητέρα της. Για να συναντήσει ανενόχλητη τον Φάουστ, η ερωτευμένη Μαργαρίτα τής δίνει το υπνωτικό που προμηθεύτηκε από τον Μεφιστοφελή. Το υπνωτικό όμως είναι φαρμάκι και η μητέρα της πεθαίνει. Ο αδελφός της Μαργαρίτας, για να ξεπλύνει την ντροπή της οικογένειάς του, μονομαχεί με τον Φάουστ, ο οποίος, με τη βοήθεια του Μεφιστοφελή, τον σκοτώνει. Ο Φάουστ πρέπει να φύγει για να σωθεί. Βλέπεις, ο Μεφιστοφελής, όπως μαθαίνουμε λίγο μετά, δεν μπορεί να τα εμποδίσει την ανθρώπινη εκδίκηση. Έτσι λοιπόν, με τα μαγικά του άλογα φυγαδεύει τον καταζητούμενο Φάουστ. Ενώ ο εραστής της λείπει, η Μαργαρίτα γεννάει το παιδί τους και το πνίγει. Τη συλλαμβάνουν και την καταδικάζουν σε θάνατο. Ο Φάουστ πιέζει τον Μεφιστοφελή να επιστρέψουν και να σώσουν τη Μαργαρίτα.

Αφίσα για την ταινία του Φ. Μούρναου «Φάουστ. Ένας γερμανικός λαϊκός θρύλος» (1926)

Η ερωτική ατάκα της Μαργαρίτας, μόλις αναγνωρίζει τον εραστή της, που αναφέρθηκε πιο πάνω («Φίλησέ με! Αλλιώς φιλί θα πάρεις από μένα!»), μπορεί με βάση τις προηγούμενες σκέψεις να ερμηνευτεί καλύτερα. Η νεαρή κοπέλα, καταφοβισμένη, μόνη, με κομμένα τα μαλλιά, για να προσφέρει τον τράχηλο γυμνό στο ξίφος του δημίου –όπως έπαιζε τη Μαργαρίτα η Άντγε Βάισμπεργκερ στην περιλάλητη σκηνοθεσία του έργου από τον Γκούσταφ Γκρούντγκενς στο Αμβούργο–, περιμένει τον αποκεφαλισμό της. Σε αυτή την κατάσταση εκδηλώνεται η ανάγκη της σωματικής επαφής, που εκ πρώτης όψεως ξενίζει, καθώς την εκφράζει η μελλοθάνατη. Από την άλλη, όμως, η ερωτική πρόσκληση διαψεύδει την εύκολη ερμηνεία ότι η Μαργαρίτα έχει μετανιώσει για τις πράξεις της.

Η Μαργαρίτα δεν μετανιώνει, ξέρει όμως τι κόστος είχε η ελευθερία που απέκτησε με τον έρωτα. Αυτός ο νέος κόσμος στον οποίο έχει μπει δεν έχει τις δεσμεύσεις, τις διακρίσεις, τις ταπεινώσεις του παλιού δικού της κόσμου — είναι όμως ένας κόσμος ψυχρός και άκαρδος. Σε αυτόν τον κόσμο η τρυφερή Μαργαρίτα, που κρατούσε διαρκώς στην αγκαλιά της το μικρό της αδελφάκι, πνίγει το δικό της παιδί. Όταν ο Φάουστ την καλεί να τον ακολουθήσει και να σωθεί, η Μαργαρίτα, έντρομη, του λέει: «Εκεί έξω;». Είναι η πρώτη εκδήλωση της φρίκης της Μαργαρίτας. Σαν η μικρή παιδοκτόνος να φοβάται να βγει από το ψύχος του κελιού της στο μεγαλύτερο ψύχος του κόσμου στον οποίο σκότωσε το παιδί της.

Από τον όψιμο Μεσαίωνα στον κόσμο των αστών

Στο πρόσωπο της παιδοκτόνου Μαργαρίτας ο Γκαίτε έχει επεξεργαστεί (ήδη από τη συγγραφή του «πρωταρχικού» Φάουστ το 1775) την ιστορία της Σουζάνας Μαργαρίτας Μπραντ, η οποία το 1772 καταδικάστηκε και αποκεφαλίστηκε στη Φραγκφούρτη για τον φόνο του παιδιού της. Ο ίδιος ο Γκαίτε, το 1783, συνυπέγραψε τη γνωμάτευση του Συμβουλίου του Κράτους του Δουκάτου της Βαϊμάρης υπέρ του αποκεφαλισμού της Γιοχάνα Καταρίνα Χον, επίσης για παιδοκτονία· τη γνωμάτευση είχε ζητήσει ο δούκας Κάρολος Αύγουστος, επηρεασμένος από συζητήσεις της εποχής του Διαφωτισμού για την παιδοκτονία και τα κοινωνικά της αίτια. Ο Φάουστ του Γκαίτε διαδραματίζεται τον 16ο αιώνα, τον ίδιο αιώνα με τον «αληθινό», τον Φάουστ του λαϊκού αναγνώσματος, στην εποχή δηλαδή που τελειώνει ο όψιμος Μεσαίωνας, και ο κόσμος των αστών διεκδικεί τα πάντα· έχει γραφτεί τον 18ο και 19ο αιώνα, όταν ο αστικός κόσμος έχει πια επικρατήσει — συχνά μέσα στο κέλυφος ακόμη του παλιού, όπως στη Γερμανία. Οι δύο χρόνοι, η εποχή στην οποία διαδραματίζεται ο μύθος και η εποχή στην οποία γράφεται η μοντέρνα (τότε) εκδοχή του συμπλέκονται εδώ, στην τραγωδία της Μαργαρίτας. Ο Γκαίτε παρουσιάζει τον μύθο αφού τον έχει περάσει από το φίλτρο του διαφωτισμένου ανθρώπου της νέας εποχής, συχνά και με την κριτική ματιά του ρομαντικού.

Κι έπειτα εμφανίζεται ο Μεφιστοφελής. Εξαρχής, η Μαργαρίτα δεν βλέπει με καλό μάτι τη σχέση του Φάουστ της με τον Μεφιστοφελή. Ο Μεφιστοφελής είναι το δαιμόνιο του νέου κόσμου, οι απέραντες δυνατότητές του, το ψύχος του, η ελευθερία του και ο αμοραλισμός του. Είναι η άλλη πλευρά, η διάψευση του Διαφωτισμού. Σε αυτόν αναγνωρίζει η Μαργαρίτα την αιτία των δεινών της. Η κατασκευή του Γκαίτε είναι ιδιοφυής: όλο το οικοδόμημα των κοινωνικών σχέσεων το καλύπτει η ομίχλη του υπερφυσικού, όπως ακριβώς το συλλαμβάνει η Μαργαρίτα, η οποία προσπαθεί να διαφύγει κι αυτή στο υπερφυσικό και καλεί για βοήθεια τις ουράνιες δυνάμεις — το δαιμόνιο του δικού της κόσμου. Και τότε λέει στον Φάουστ: «Heinrich, mir graut’ s vor Dir» — «Ερρίκε, μου προκαλείς φρίκη!». Η φρίκη της Μαργαρίτας είναι φρίκη μπροστά στη βία και τη μοναξιά που αντίκρισε αφότου πέρασε τα όρια του δικού της κόσμου. Η παρουσίαση είναι όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή: αντιλαμβανόμαστε τα κοινωνικά φαινόμενα σαν φυσικά ή υπερφυσικά, και ο συγγραφέας τα παρουσιάζει έτσι, δίνοντας διάσπαρτες ενδείξεις για το τι συμβαίνει πραγματικά. Ο Τόμας Μαν, στο μυθιστόρημά του για τον Γκαίτε Η Λότε στη Βαϊμάρη, βάζει τον ποιητή να λέει ότι γράφει για όλον τον κόσμο, κλείνοντας το μάτι στους μύστες. Στον Φάουστ Ι, η τραγωδία της Μαργαρίτας παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως, σε μια πρώτη αμεσότητα, σαν ερωτικό-ηθικό δράμα, εξαιρετικά συγκινητικό. Με τη δεύτερη ματιά, και μετά τη νοητική επεξεργασία, εμφανίζεται το δράμα των κοινωνικών συνθηκών: η απελευθέρωση της Μαργαρίτας με τον έρωτα, η διάρρηξη των ορίων, η φρίκη και ο χαμός. Διάγνωση ακόμα συγκλονιστικότερη — η «δεύτερη αμεσότητα».

Ο Φάουστ προσπαθεί ακόμα να μεταπείσει τη Μαργαρίτα και ο Μεφιστοφελής του λέει ότι είναι μάταιο: «Κρίθηκε!».

Στα γερμανικά η φράση «Sie ist gerichtet!» δεν έχει τη σχετικά ουδέτερη σημασία που έχει η φράση «Κρίθηκε» στα ελληνικά. Σημαίνει μάλλον «Καταδικάστηκε» ή κιόλας «Εκτελέστηκε», δηλαδή είναι χαμένη. Κι έτσι η φωνή από τα ουράνια «Σώθηκε!» εκφράζει μια υποκρισία κι έναν κυνισμό ασυνήθιστο για τον κλασικό Γκαίτε. Ο θεός της Μαργαρίτας, που επιτρέπει συνθήκες στις οποίες ανύπαντρες μητέρες σκοτώνουν τα παιδιά τους για να επιζήσουν και μετά αποκεφαλίζονται, αποκαλεί τον θάνατό τους σωτηρία.

Ο θάνατος της Μαργαρίτας, με τον οποίο τελειώνει το πρώτο μέρος του Φάουστ, είναι η προϋπόθεση του δεύτερου μέρους. Αν ο έρωτας απελευθέρωσε τη Μαργαρίτα και την οδήγησε στον χαμό, για τον επώνυμο ήρωα είναι δέσμευση. Ο θάνατός της τον απελευθερώνει, ώστε στο δεύτερο μέρος να αναπτύξει τις δυνατότητες του ανθρώπου της νέας εποχής, δημιουργός και ολετήρας ταυτόχρονα, ενώ ο τρομερός Μεφιστοφελής υποβιβάζεται σε γελωτοποιό της εξουσίας.

Το κείμενο είναι περίληψη ομιλίας στο Εργαστήριο «Σύνορα και όρια» του περιοδικού «Τοπικά», Πρέσπες, Ιούνιος 2009. Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος ιγ΄ των «Τοπικών».

Τα αποσπάσματα που παρατίθενται με πλάγια στοιχεία είναι από τον «Φάουστ», σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη (εκδ. Γαβριηλίδης).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s