Ο τουρκοκυπριακός χειμώνας της διαμαρτυρίας

Standard

Αντίδραση στα μέτρα λιτότητας ή κάτι περισσότερο;

της Ουμούτ Μποζκούρτ

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Οι διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων ενάντια στα μέτρα λιτότητας της  κυβέρνησης Έρογλου αποτελούν πολιτικό γεγονός με αντίκτυπο όχι μόνο για την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά και όλη την Κύπρο. Το βασικό πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι: η διαμαρτυρία περιορίζεται στην οικονομική πολιτική ή μπορεί να προσλάβει ευρύτερες διαστάσεις; Σε συνέχεια του άρθρου του άρθρου του Νίκου Τριμικλινιώτη «Λευκωσία: η σημασία της παλλαϊκής απεργίας των Τουρκοκυπρίων» («Ενθέματα», 6.2.2011) δημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο της τουρκοκύπριας καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο του Γιορκ, Umut Bozkurt.  Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Επανένωση 2011, Διαδικτυακή πρωτοβουλία για την επανένωση της Κύπρου (www.epanenosi.com/index.php/archives/author/umut), στις 12.2.2011.

 

 

Διαδήλωση Τουρκοκυπρίων στην πλατεία Ινονού της Βόρειας Λευκωσίας

Το έναυσμα για το άρθρο αυτό έδωσε μια ερώτηση που μου έκανε ένας ελληνοκύπριος φίλος πριν έναν περίπου μήνα: «Τι συμβαίνει στον Βορρά; Θα ζήσουμε μια επανάληψη του 2002-2004;». Μια τέτοια ερώτηση υπονοεί ότι η τωρινή δυσαρέσκεια των Τουρκοκύπριων σημαίνει κάτι περισσότερο από αντίδραση στα μέτρα λιτότητας που επιβάλλει από η Τουρκία και, επιπλέον, ότι μπορεί να εξελιχθεί σε μια κινητοποίηση με στόχο την επίλυση του Κυπριακού. Θα προσπαθήσω να δώσω μια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, αναλύοντας  και συγκρίνοντας τη σημερινή κατάσταση με τις κινητοποιήσεις του 2002-2004, που κατέληξαν σε ένα ηχηρό «Ναι» υπέρ του Σχεδίου Ανάν.

Από διάφορες απόψεις, η σημερινή δυσαρέσκεια θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τις κινητοποιήσεις του 2002-2003: και οι δύο πυροδοτήθηκαν από οικονομικούς λόγους. Σήμερα, ο κόσμος κατεβαίνει στο δρόμο για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στο πακέτο λιτότητας που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση στους Τουρκοκύπριους. Η Τουρκία δεν θέλει πια να πληρώνει τον λογαριασμό για μια μη βιώσιμη οικονομική δομή, την οποία βέβαια δημιούργησε η ίδια, προκειμένου να διατηρήσει στην εξουσία μια πιστή σ’ αυτήν πολιτική ελίτ. Το πακέτο μέτρων λιτότητας που προωθεί η τουρκική κυβέρνηση συνεπάγεται την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων –ανάμεσά τους και κάποιες σε στρατηγικούς τομείς, όπως η ηλεκτρική ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες–,  τη συμπίεση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και τη φορολόγηση των συντάξεων.

Παρομοίως, η δυσαρέσκεια, πριν από μία περίπου δεκαετία, ξεκίνησε ως επακόλουθο της τραπεζικής κρίσης, τον Δεκέμβριο του 1999, που είχε οδηγήσει έξι τράπεζες υπό κρατική εποπτεία. Λίγο αργότερα, τέσσερις από αυτές έκλεισαν, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου. Σήμερα, η κυβέρνηση του Ντερβίς Έρογλου ζήτησε οικονομική βοήθεια από την Τουρκία. Εντούτοις, η Τουρκία δεν ήταν πρόθυμη να παρέχει τη βοήθειά της άνευ όρων· αντιθέτως, επέβαλε ένα πακέτο μέτρων λιτότητας, που αντιμετώπισε την αντίθεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, των συνδικάτων, αλλά και της επιχειρηματικής κοινότητας. Λόγω αυτής της αντίθεσης, η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εφαρμόσει το πακέτο, πράγμα που οδήγησε σε έλλειψη κεφαλαίων. Οι διαδοχικές καθυστερήσεις στη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων και η αναστολή της καταβολής αποζημιώσεων στα θύματα της  τραπεζικής κρίσης συνέβαλε στην αύξηση της δυσαρέσκειας στους κόλπους της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Η Τουρκία επέλεξε συνειδητά να μην αναλάβει το κόστος της τουρκοκυπριακής οικονομίας το 2000. Ένα χρόνο αργότερα, όταν η οικονομική κρίση έπληξε την τουρκική οικονομία, ήταν αδύνατον να το πράξει. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα της τραπεζικής κρίσης του 1990 στη Βόρεια Κύπρο και της οικονομικής κρίσης του 2001 στην Τουρκία έκανε την τουρκοκυπριακή κυβέρνηση να μην μπορεί πλέον να αναχαιτίζει τη δυσαρέσκεια με τα παραδοσιακά εργαλεία της πατρωνείας και του πελατειακού συστήματος. Η ανικανότητα αυτή της κυβέρνησης επέφερε μια σημαντική διαφορά, στο επίπεδο των νοοτροπιών,  όσον αφορά το ζήτημα της  λύσης του Κυπριακού και της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπου η οικονομική κρίση όχι μόνο ακύρωνε την αναδιανεμητική λειτουργία του κράτους, αλλά επιπλέον δημιουργούσε κοινωνική αναταραχή, το Σχέδιο Ανάν με την προοπτική της άμεσης ένταξης στην Ε.Ε. συνιστούσε μια ελπιδοφόρα εναλλακτική λύση για ένα νέο, απτό κοινωνικό σχέδιο και όραμα, που θα αντικαθιστούσε την απονεκρωμένη πολιτικοοικονομική δομή.

Πιστεύω ότι η βασική διαφορά σήμερα είναι, ακριβώς, η απουσία μιας ελπιδοφόρας προοπτικής για ένα νέο, απτό κοινωνικό σχέδιο και όραμα, το οποίο είχε πάρει τη μορφή της πολιτικής λύσης του Κυπριακού και,  συνακόλουθα, της  ένταξης στην Ε.Ε. τις αρχές του 2000. Η απογοήτευση  των Τουρκοκυπρίων για την ειρηνευτική διαδικασία και η διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι Ελληνοκύπριοι ενδιαφέρονται μόνο για μια λύση που θα προέβλεπε για τους πρώτους  ένα καθεστώς μειονότητας, σε συνδυασμό με την απογοήτευση από τα υπάρχοντα κόμματα της Αριστεράς, οδήγησε σε μια κατάσταση λήθαργου. Μόνο πρόσφατα, τον λήθαργο αυτόν διαδέχθηκε μια κινητοποίηση που κορυφώθηκε χάρη και  στις προσβλητικές δηλώσεις του τούρκου πρωθυπουργού, ο οποίος παρομοίασε τους Τουρκοκύπριους με θεραπαινίδες  της Τουρκίας. Η απόφαση της Τουρκίας να αντικαταστήσει τον πρεσβευτή της στη Λευκωσία με μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που έκανε, πριν από τον πρωθυπουργό, παρόμοιες προσβλητικές δηλώσεις όσον αφορά τους Τουρκοκύπριους, κάνει πιθανό να αυξηθεί ακόμα περισσότερο η ένταση μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας.

Ωστόσο, το ερώτημα το οποίο πρέπει να θέσουμε  είναι πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η κινητοποίηση, η οποία προξενείται από την αντίδραση των Τουρκοκυπρίων  στα μέτρα λιτότητας, καθώς και στην εξάρτηση του Βορρά από την Τουρκία. Υπάρχει το ενδεχόμενο αυτή η δυσαρέσκεια να εξελιχθεί σε μια συνολική απογοήτευση για το σύστημα, που θα συνέβαλε, εν τέλει, στην επανένωση του νησιού; Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να μαντέψει ποτέ κανείς την πορεία των κοινωνικών φαινομένων, που είναι απρόβλεπτη, ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι κάποιοι παράγοντες που υπήρχαν το 2000 δεν υφίστανται πλέον. Τότε επικρατούσε μεγάλη αισιοδοξία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, όσον αφορά τις θέσεις των διαφόρων παραγόντων που εμπλέκονταν στη διαμάχη: της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Τουρκίας, της Ελλάδας, των ΗΠΑ. Θεωρούσαν το 2004 ιστορική στιγμή, καθώς συνέκλιναν μεταξύ τους τόσο διαφορετικοί παράγοντες. Σήμερα δεν υπάρχει καμιά τέτοια αισιοδοξία. Δεύτερον, σήμερα επικρατεί μια απογοήτευση όσον αφορά την Αριστερά, και ειδικά το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (ΡΤΚ) του Μ. Ταλάτ, που εφάρμοσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Η πρόσφατη πρεμούρα  του ΡΤΚ να συγκυβερνήσει με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας του Ντ. Έρογλου σημαίνει ότι δέχεται να συνυπογράψει τα μέτρα λιτότητας, με αντάλλαγμα λίγα υπουργεία. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται μετ’ επιτάσεως είναι: Ποια  είναι η πολιτική στρατηγική που χρειάζεται και ποιοι πολιτικοί, σε αυτές τις περιστάσεις, μπορούν να πρωταγωνιστήσουν;

Πρόκειται για μια συνεχιζόμενη και εξελισσόμενη διαδικασία, και έτσι δεν θέλω να τελειώσω εκφράζοντας βεβαιότητες. Θέλω απλώς να επαναλάβω ότι, ακόμα κι αν υπάρχει η δυνατότητα μετασχηματισμού αυτής της οικονομικής δυσαρέσκειας σε μια πιο ριζική δυσαρέσκεια, που θα αμφισβητήσει το καθεστώς στον Βορρά, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να πραγματώσουν τις πολιτικές στρατηγικές, καθώς και τη θέση εξωτερικών παραγόντων, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία. Εκτός και αν έχουμε μια δεύτερη ιστορική συγκυρία, όπου θα συγκλίνουν ξανά όλοι οι παράγοντες, είναι απίθανο ότι οι πρόσφατες διαμαρτυρίες θα οδηγήσουν στη υπέρβαση της διχοτόμησης του νησιού.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s