Παίζοντας με την κονσόλα της Ιστορίας

Standard

Η Επανάσταση του 1821 στον ΣΚΑΪ

του Μαρίνου Σαρηγιάννη

Αφού προκάλεσε πολλά πάθη και εντάσεις, ολοκληρώθηκε η περίφημη σειρά του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ για το 1821. Δεν θα ήθελα εδώ να υπεισέλθω σε συγκεκριμένη κριτική επί της ουσίας, κάτι το οποίο έκαναν ήδη άλλοι καλύτερα από μένα (ενδεικτικά αναφέρω το εξαιρετικό άρθρο του Παναγιώτη Στάθη στα «Ενθέματα» της 13ης Μαρτίου). Προσωπικά μου προκάλεσε εντύπωση η παντελής απουσία ιστορικών ειδικευμένων στην οθωμανική ιστορία (δεν σπανίζουν πλέον). Η απουσία αυτή έγινε εμφανής ιδίως στο πρώτο επεισόδιο, το οποίο επαναλάμβανε το αμφισβητήσιμο –τουλάχιστον– σχήμα της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα τέλη του 16ου αιώνα και μετά, και το οποίο επέλεξε ουσιαστικά να πάρει την κυρίαρχη αφήγηση και να τη γυρίσει τα μέσα έξω, σαν να έπαιρνε ένα αρνητικό φωτογραφικό φιλμ –για όσους θυμούνται– και να το εμφάνιζε. Έτσι, από τους «σκοτεινούς αιώνες της δουλείας» το εκκρεμές πήγε στην άλλη άκρη, του καλοκάγαθου κράτους της ακμής και της πολυπολιτισμικότητας. Το περίφημο Παιδομάζωμα, για παράδειγμα, αντί να τεθεί έστω σε νέες βάσεις (εύκολα θα μπορούσε να καταρριφθεί ο μύθος των φανατισμένων γενιτσάρων που ξέχναγαν τις ρίζες τους και γίνονταν τάχα οι χειρότεροι εχθροί των πρώην συγχωριανών τους) απλώς εξαφανίστηκε, με μοναδικό αποτέλεσμα ένα ακόμα όπλο στα χέρια των υπερασπιστών των παλιών μύθων. Ασπρόμαυρες ερωτήσεις στις ίδιες λάθος ερωτήσεις, απλά το άσπρο άλλαξε σε μαύρο και τούμπαλιν. Προτιμώ δε να μην σχολιάσω την άτακτη υποχώρηση μπροστά στις επιθέσεις της Εκκλησίας (κυρίως), σε πολλές από τις συζητήσεις που ακολουθούσαν την προβολή των επεισοδίων.

 

"Η δικαία απόφασις του Θεού διά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος". Πίνακας του Π. Ζωγράφου, με οδηγίες του Μακρυγιάννη

Υποτίθεται ότι η σειρά είχε κύριο στόχο της την αποδόμηση των «εθνικών μύθων», προβάλλοντας μια «αντικειμενική» ιστορία που δεν θα είχε ιδεολογικό χρωματισμό. Το ότι αυτό είναι τελικά μια ουτοπία φάνηκε από το αποτέλεσμα: όπως πολύ εύστοχα σημείωσε σε μια διαδικτυακή συζήτηση ο αγαπημένος τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης, η ιστοριογραφία είναι σαν την κονσόλα της ηχοληψίας· ανεβάζεις ή κατεβάζεις τις στάθμες έντασης του κάθε όργανου ξεχωριστά (δηλ. του κάθε γεγονότος, μεταξύ των γεγονότων που εξελίσσονται χρονικά παράλληλα στον ιστορικό ρου), πετυχαίνοντας ένα διαφορετικό ενορχηστρωτικό αποτέλεσμα κάθε φορά. Ή και μιαν εντελώς άλλη σύνθεση. Πράγματι, οι επιστημονικοί επιμελητές της σειράς είχαν ανεβάσει στο μάξιμουμ τη στάθμη έντασης δύο, όχι ακριβώς γεγονότων, δύο εννοιών: του κράτους, και της Ευρώπης

Η αποθέωση του κράτους και της Ευρώπης

Του κράτους, γιατί η έννοια-κλειδί της σειράς ήταν η ανομία, από την ανομία των κλεφτών στα βουνά του 18ου αιώνα μέχρι εκείνη των αντιπάλων του Καποδίστρια. Ο φετιχισμός του κράτους δεν είναι κάτι καινούριο φυσικά, και σημαίνει κατά βάση ότι βλέπουμε την πορεία της ανθρωπότητας (του παρόντος συμπεριλαμβανομένου) ως μια ιστορία κρατών, όπου ισχυρό κράτος σημαίνει ευημερία. Με τη λογική αυτή, οι τούρκοι ακαδημαϊκοί ιστορικοί, για να το πω έτσι με μια γενίκευση που δεν παίρνει υπόψη της τις πάμπολλες πλέον εξαιρέσεις, εκθειάζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία επειδή ήταν ένα ισχυρό κράτος, με νόμους που εφαρμόζονταν· οι οθωμανοί χρονικογράφοι και πολιτικοί στοχαστές εκθείαζαν με παρόμοιο τρόπο τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή ή τον Μουράτ Δ΄ για τον ίδιο λόγο· πολλοί έλληνες ιστορικοί συνήθιζαν να εκθειάζουν τον Βασίλειο Β΄ (γνωστό και ως Βουλγαροκτόνο), όπως ο Νικίτα Μιχάλκοφ τον τσάρο, προσφάτως δε τον Μεταξά· οι ιστορικοί της σειράς του ΣΚΑΪ εκθειάζουν την ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία, και οικτίρουν την ανίσχυρη· οι δημοσιογράφοι του ΣΚΑΪ εκθειάζουν τα κράτη της Ευρώπης, που μπορούν και εφαρμόζουν τους νόμους, ενώ εδώ επικρατεί η ανομία. Και πάει λέγοντας: για τους Γάλλους, η καλύτερη στιγμή θα ήταν ας πούμε ο Ναπολέοντας, και όχι η Κομμούνα· μόνο που έτσι, για τους Γερμανούς θα ήταν ένας Χίτλερ. Η στάση των ιστορικών απέναντι στην εξουσία είναι κάτι σαν λυδία λίθος: πολλοί ιστορικοί τείνουν να θαυμάζουν τα ισχυρά κράτη· να περιφρονούν τις περιόδους σύγχυσης και, φυσικά, ανομίας· να βλέπουν, με λίγα λόγια, το παρελθόν μέσα από τα μάτια των κρατών.

Προκειμένου να τονιστεί το στοιχείο του κράτους και της ευνομίας, ή, αν προτιμάτε, του νόμου και της τάξης, μια σειρά άλλα στοιχεία στην κονσόλα κατέβηκαν στο μίνιμουμ. Για παράδειγμα, ο ρόλος των λεγόμενων «στρατιωτικών»: με εξαίρεση τα Δερβενάκια (όπου η έμφαση δεν δόθηκε στη μάχη) και το Μεσολόγγι (ομοίως), η μόνη μάχη που περιγράφηκε διά μακρών ήταν εκείνη του Πέτα, στην οποία συμμετείχαν φιλέλληνες προσπαθώντας να σχηματίσουν τακτικό στρατό. Έχει κανείς την εντύπωση, παρακολουθώντας τη σειρά, ότι επί πέντε-έξι χρόνια κατσαπλιάδες έσφαζαν και λεηλατούσαν (χαρακτηριστική η σκηνή με το δρεπάνι που σφάζει άμαχο, η οποία μάλιστα επαναλήφθηκε και στο τελευταίο επεισόδιο), χωρίς στρατό, χωρίς λεφτά, χωρίς στρατηγική, ενώ από την άλλη υπήρχαν καλοπροαίρετοι, μορφωμένοι Φαναριώτες που σχεδίαζαν υπομονετικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας (η αγιοποίηση του Μαυροκορδάτου ξεχάστηκε αίφνης στο προτελευταίο επεισόδιο, όταν μέσα στις υμνωδίες για τον Καποδίστρια αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως και επί τροχάδην μια από τις εξεγέρσεις εναντίον του, εκείνη των οπλαρχηγών της Ρούμελης «με την ενθάρρυνση του Μαυροκορδάτου»).

Αυτό ήταν και το δεύτερο στοιχείο που ανέβηκε στην κονσόλα στο μάξιμουμ: η Ευρώπη. Ίσως όλη η σειρά μπορεί να συνοψιστεί στη σκηνή με τον Βύρωνα να περιφέρει τη ματιά του από την γκραβούρα του Κολοκοτρώνη σε εκείνη του Μαυροκορδάτου, προκειμένου να αποφασίσει σε ποιον θα πρόσφερε το δάνειο. Η Ευρώπη, με τα πιο αγνά κίνητρα, χωρίς διαφοροποιήσεις, χωρίς διπλωματικούς υπολογισμούς, παρουσιάστηκε να έκανε το παν για ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, μόνο και μόνο επειδή συγκινήθηκε από τη σφαγή της Χίου και το Μεσολόγγι. Ούτε Ιερά Συμμαχία ούτε ρωσικές αρκούδες, μόνο βαυαροί λάτρεις της αρχαίας Αθήνας και γενναιόφρονες άγγλοι λομπίστες: κάπως σαν τη φωτισμένη Ευρώπη που έσπευσε να ισοπεδώσει τη Σερβία χάριν αγνού και ανιδιοτελούς ανθρωπισμού — για να μη φέρω πολύ πιο πρόσφατα παραδείγματα.

Φράκο ή φουστανέλα;

Δεν υπαινίσσομαι (όπως πολλοί άλλοι, στους οποίους δυστυχώς η σειρά έδωσε πρόσφορο έδαφος) ότι υπήρξε κάποιου είδους συνωμοσία για την υπονόμευση του αντιστασιακού πνεύματος του Γένους ή της εθνικής συνείδησης ή οτιδήποτε άλλου φέρεται να υπονομεύεται τελευταία. Λέω απλά ότι καθένας βλέπει το παρελθόν όπως βλέπει και το παρόν, και αυτό ισχύει για μας τους ιστορικούς εξίσου με όλους τους υπόλοιπους. Σε γενικές γραμμές, με άλλα λόγια, παρακολουθήσαμε μια έκδοση της Καθημερινής ή των Νέων εκατόν ενενήντα χρόνια πριν: Προσοχή, μην εκθέσουμε τη χώρα. Προσοχή, όλα παίζονται (όχι στις αγορές τότε αλλά) στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες. Προσοχή, δεν υπάρχει κράτος.

Σχεδόν προγραμματικά, θα έλεγε κανείς, ένα ερώτημα πλανιόταν πάνω από τη σειρά, ερώτημα που άλλωστε τέθηκε ρητά στις μεταμεσονύχτιες συζητήσεις: φράκο ή φουστανέλα; Το πρόβλημα, κατά βάθος, με αυτό το ερώτημα είναι ότι τώρα πια είναι εντελώς ξεπερασμένο, ακόμα και επαρχιώτικο ή τριτοκοσμικό αν προτιμάτε: θυμίζει κουβέντα σε ελληνικό καφενείο. Όσο η λεγόμενη ελληνική/ανατολίτικη ανομία θα εξαπλώνεται στην Ευρώπη, όσο οι Αιγύπτιοι ή οι μετανάστες απεργοί πείνας θα διδάσκουν στην ανθρωπότητα (επίτηδες το γράφω έτσι) τι σημαίνει πολιτισμός και τι πολιτική συνείδηση, όσο η Ευρώπη θα βυθίζεται σε έναν (ψευδο)διαφωτιστικό αυτισμό, τόσο η διάκριση θα χάνει εντελώς το νόημά της. Το δίλημμα, αυτό το δίλημμα, σήμερα δεν υπάρχει. Προσεκτικά ρυθμισμένη, η κονσόλα του ντοκιμαντέρ έπαιζε τελικά ξεπερασμένη μουσική.

Ο Μαρίνος Σαρηγιάννης είναι ιστορικός και εργάζεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ.

3 σκέψεις σχετικά με το “Παίζοντας με την κονσόλα της Ιστορίας

  1. Δεν το έγραψα αλλού για άλλους λόγους αλλά λιγάκι με ενοχλεί η ιδέα της κονσόλας γιατί εμπεριέχει μανιπουλάρισμα.
    Ή ίσως μπορεί και να με ενοχλεί γιατί είναι αλήθεια.

  2. Η μόνη μάχη που περιγράφηκε είναι του Πέτα για δύο λόγους: να τονιστεί η περίπτωση Μπακόλα (χωρίς να γίνει γενικότερα θέμα ο αρματολισμός) και κυρίως να γίνει η μειωτική σύγκριση με την ελληνική μέθοδο πολέμου. Το δεύτερο έφερε και το πρώτο, αλλιώς θα κάναν μόκο α λα Ανδρούτσο, Καραϊσκάκη, Βαρνακιώτη κλπ Σε κάποια συζήτηση άλλου επεισοδίου καταλαβαίνοντας τη γκάφα τους, προσπάθησαν να μειώσουν τις εντυπώσεις, λέγοντας ότι ο Μαυροκορδάτος (που χε ράψει στολή αξιωματικού) ανακατεύτηκε με θέματα που δεν γνώριζε. Το Μεσολόγγι δεν ήταν μάχη με την κλασική έννοια. Η μόνη και καθοριστική μάχη της Πελοποννήσου, το Βαλτέτσι αγνοήθηκε (πήρε η μπάλα και τα Δολιανά με τη Γκράνα). Όσο για τα πολιτικά; Εκεί έγινε η μεγάλη διάλυση των μύθων. Είχαν ανεβεί όλοι στην εξέδρα με σημαίες Γαλλικές, με πανώ «Σύνταγμα-Σύνταγμα», με φωτό του Μαυροκορδάτου και του Κοραή (γι αυτό και έπεσε στα μαλακά ο Καποδίστριας – balance strategy).

    Λέει το άρθρο: «Δεν υπαινίσσομαι (όπως πολλοί άλλοι, στους οποίους δυστυχώς η σειρά έδωσε πρόσφορο έδαφος..» και προκύπτουν τα εξής:
    1. Γιατί «δυστυχώς»;
    2. Γιατί δηλαδή προσπάθησε η σειρά να διαλύσει «μύθους» και να πει «αλήθειες»; Επειδή ο Τατσόπουλος διαβάζει Πουκεβίλ, επειδή ο Αλαφούζος είναι φιλίστωρ και της τράπεζας της περίσσευαν κάποια εκατομμύρια;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s