Lutto (Πένθος)

Standard

του Παύλου Κρέμου

Γνωρίζουμε τον Παύλο Κρέμο με πολλές ιδιότητες: καλό φίλο και σύντροφο, παθιασμένο συζητητή, αγωνιστή δοσμένο ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση της ανανεωτικής Αριστεράς, ιδρυτή του Χώρου Τέχνης «Εύμαρος» (που εδώ και λίγους μήνες επαναλειτουργεί, διανύοντας μια δεύτερη άνοιξη). Με τη συλλογή διηγημάτων Fin de siècle όμως, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, ανακαλύψαμε ένα ακόμα χάρισμά του: του διηγηματογράφου. Τα έντεκα κείμενα του τόμου, αυτοβιογραφικά ως επί το πολύ, ξεκινούν από την Κατοχή και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα και της Ιταλίας να κυριαρχούν. Και πιστεύω ότι αυτό που τα κάνει ξεχωριστά –πέρα από τις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που ξέρει να γράφει (όπως και να λέει) ωραία τις ιστορίες του–, είναι το πάθος που περικλείουν, ένα πάθος για τη ζωή, την πολιτική, την Αριστερά, τους ανθρώπους, διασώζοντας στιγμές αληθινές, και γι’ αυτό τόσο δυνατές.

Από το Fin de siècle, με το οποίο εγκαινιάζονται οι εκδόσεις του Εύμαρου (υπεύθυνος: Πέτρος Κακολύρης), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο διήγημα. Είχε πρωτοδημοσιευθεί στον Πολίτη (τχ. 150, Δεκέμβριος 2006). Τα σκίτσα του Χρήστου Πικριδά προέρχονται από τον τόμο, όπου σχολιάζουν και ζωντανεύουν, με το γνώριμο στοχαστικό και λιτό τρόπο του σκιτσογράφου, τα διηγήματα του Κρέμου.

Στρ. Μπ.

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

In memoriam για έναν νεκρό πενήντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του

Αφιερώνεται στην Ειρήνη Ιωάννοβιτς,

που μου έδειξε πώς να ανασυντάσσω το παρελθόν μου

 και να ελπίζω για το μέλλον μου

Στο κέντρο της Αθήνας, Αιόλου και Αγίου Μάρκου, βρίσκεται η εκκλησία που την αποκαλούν Χρυσοσπηλιώτισσα. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι απροσδιόριστος, αποπνέει όμως μια βαθιά ιεροσύνη και ίσως λίγη θλίψη. Είτε αν κοντοσταθείς απλώς να την κοιτάξεις είτε αν, ως πιστός, θελήσεις να προσκυνήσεις είτε ακόμη κι αν προσπεράσεις, απλός διαβάτης που τρέχει στις δουλειές του, δεν μπορεί, κάτι μέσα στην ψυχή σου θα σκιρτήσει. Το παραδέχονται αυτό όλοι οι Αθηναίοι που ρώτησα.

Ο γύρω τόπος είναι άχρονος. Αναλλοίωτος, παρά τις ωραιοποιήσεις που επιδιώκει στο οδόστρωμα η εκάστοτε δημοτική αρχή. Γιατί είναι τόπος μνήμης και συγκέντρωσης ανθρώπων αενάως, πολύ πριν από το 1836, όταν ο καλός αρχιτέκτονας Κλεάνθης φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού, έως το 1944, οπότε λαμβάνει χώρα η μικρή μας ιστορία. Έως και σήμερα, που τα βήματά μου μ’ έφεραν εδώ όπου στάθηκα για να ξαποστάσω και να συλλογιστώ, μήπως βοηθηθώ και τακτοποιήσω τις δικές μου αναμνήσεις, απόγονος εγώ μιας οικογένειας που κατά τον Πόλεμο κατοικούσε πολύ κοντά, επί της οδού Αιόλου.

Πίσω στον Δεκέμβρη του ’44, λοιπόν. Από την Πεντέλη έχει κατεβάσει παγετό, τα μαγκάλια όμως είναι ακόμα παροπλισμένα και τα σώματα ταλαιπωρημένα, χορτάτος δεν είναι κανείς, η φυματίωση καραδοκεί πανταχού παρούσα κι αρχίζει να χασκογελά μαζί με το βορινό αγέρι, το παρελθόν πονάει και το μέλλον διαρκεί πολύ. Όμως, αν και όλα είναι τόσο εύθραυστα, υπάρχει ελπίδα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο για όλους, η τεράστια εαμική παράταξη που με αντιφάσεις και αντιθέσεις παλεύει να διασφαλίσει τις κατακτήσεις του λαού μετέχει στην κυβέρνηση. Νικητές του πολέμου που τελειώνει είμαστε, άλλωστε. Εαμίτες και Σύμμαχοι. Δημοκράτες, κομμουνιστές, ακόμη και φιλοβασιλικοί.

Μπορούμε να συνυπάρξουμε. Πριν από λίγες μέρες η Αθήνα γιόρτασε την Απελευθέρωση.

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Είμαστε στην αρχή των «Δεκεμβριανών», όπως μάθαμε να τα λέμε μετά, κάποιου μήνα που μάλλον θα ’πρεπε να σβηστεί από τη συγκεκριμένη χρονιά, έτσι ηχούσε ο λόγος των μεγαλύτερων στ’ αυτιά της δικής μου παιδικής ηλικίας, δεκαπέντε με είκοσι χρόνια αρ­γότερα. Ήταν ο μήνας «που άρχισαν τα κομμουνιστοσυμμοριτικά εγκλήματα», όπως μας νουθετούσε ο θεολόγος και φανατικός Ζωίτης Βάρτσος στα Θρησκευτικά. Εποχή μεγάλης συμφοράς και διχασμού, για την οποία καλύτερα να μην ομιλούμε, μας προέτρεπαν οι συντηρητικοί κεντρώοι, αλλά τελείως σκοτεινή και ακατανόητη εποχή για εμάς, παιδιά αριστερών μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ενώ οφείλαμε να είμαστε περήφανοι για τους γονείς μας και να χαιρόμαστε που η Ελλάδα μας είχε λευτερωθεί από τη ναζιστική Κατοχή, με μεγάλη αντιθέτως σπουδή αυτοί μας επέβαλλαν το νόμο της σιωπής εξοβελίζοντας τον Δεκέμβρη στον απαγορευμένο κόσμο της λήθης. Θες από το φόβο του μετεμφυλιακού μακελειού και των διώξεων που επέβαλλαν οι νικητές για τουλάχιστον μία τριακονταετία, θες από αμηχανία για το ότι τελικώς δεν έγινε δυνατόν η παράταξή μας να υπάρξει ειρηνικά στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Κάτι μπερδεμένα ακούγαμε μόνον για τον Δεκέμβρη. Κάτι που στην καλύτερη περίπτωση, μέσω διφορούμενων σημασιοδοτήσεων και αυτοσαρκασμού, να μας κινούσε αργότερα την περιέργεια: Μαθαίναμε το τραγουδάκι «Μας πήραν την Αθήνα… νανούμ νανούμ νανούμ, μονάχα για ένα μήνα…». Οι Εγγλέζοι την πήραν!; Μα γιατί; Οι Εγγλέζοι ήταν δικοί μας σύμμαχοι. Ακούγαμε ότι κάποιος Σκόμπυ, Άγγλος σύμμαχος κι αυτός, όχι ναζιφασίστας, δηλαδή από τους «καλούς», σαν τον Τζων Γουέην και το καστ του, που τους θαυμάζαμε στον κινηματογράφο του ’6ο στη «Μεγαλύτερη μέρα του πολέμου» να εφορμούν στις ακτές της Νορμανδίας και με καπνισμένα πρόσωπα να φέρνουν από τη Δύση, μαζί με τον αέρα της νίκης επί του φασισμού, το όνειρο μιας δημοκρατικής εποχής ευημερίας και πανανθρώπινης ευτυχίας. Αυτός ο Σκόμπυ όμως που έκανε απόβαση στον Πειραιά… Κύριε ελέησον! Δεν κόμισε γλαύ­κας παρά «ήρθε με αεροπλάνα και ρουκετοβόλα, μέσα στην Αθήνα να τα κάψει όλα… μόνο το Κολωνάκι να το αφήσει, γιατί το βράδυ εκεί θα κατουρήσει…», όπως έλεγε το σατιρικό τραγουδάκι σε ρυθμό φοξ-τροτ. Και επίσης ακούγαμε, αλλά βλέπαμε και με τα ίδια μας τα μάτια, ότι όχι οι ήρωες μα οι συνεργάτες των Γερμανών και οι δωσίλογοι, αυτοαποκαλούμενοι έκτοτε εθνικόφρονες, είχαν το πάνω χέρι, γι’ αυτό μόκο… Ηθικώς ο Εφιάλτης μπορεί να είναι καταδικασμένος στις συνειδήσεις μας, αδιαλείπτως από την Αρχαιότητα, αλλά καλού κακού ας μην θεωρηθεί ότι κάτι υπονοείται για συγχρόνους μας.

Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας για ν’ ανοίξουν οι ιστορικοί το κουτί της Πανδώρας και ν’ αρχίσει δειλά δειλά «ο Δεκέμβρης» να αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις.

Η Αιόλου την εποχή εκείνη, περισσότερο από τώρα, ήταν δρόμος εμπορικός και πολύ μα πολύ θορυβώδης. Απολύτως αυτό που λέγεται αγορά. Κάρα, μουλάρια, αχθοφόροι, πού και πού κανένα γκαζοζέν, κράχτες, λουκουματζήδες (υπάρχει ακόμα σήμερα ο μεταλλαγ­μένος «Κρίνος» που πουλάει και λουκουμάδες), καστανάδες, σταθεροί και πλανόδιοι πωλητές κάθε είδους ρουχισμού, ματζουνιού, παιγνιδιού και εικονιδίου αγίων. Επί Κατοχής βέβαια και κάμποσο μετά, το κέφι είχε εκλείψει και τα αγαθά σπάνιζαν, μα οι συνήθειες συνήθειες, μη μας πάρει και αποκάτω δηλαδή. Και όταν έρχονταν το πανηγύρι της Παναγίας ή οι γιορτές των Χριστουγέννων γινόταν κυριολεκτικά ο χαμός. Άνθρωποι, ζώα και οχήματα όλοι μαζί ανάκατα. Και δεν ήταν και πεζόδρομος, όπως σήμερα. Για σκέψου! Εκεί, στην Αιόλου, μέσα στην αναμπουμπούλα αυτής της εποχής, πρωτοβγήκε το «χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα». Να λοιπόν πώς έγινε αυτό, πώς βγήκε η παροιμία δηλαδή:

Ανάμεσα στα παιδιά που έπαιζαν στο δρόμο (διότι τα χρόνια εκείνα τα παιδιά έπαιζαν πολύ στους δρόμους) ήταν και τα παιδιά της πολυμελούς οικογένειας του κυρ Μιχάλη, μικρότερος όλων ο Βασίλης. Πολύτεκνος μικροαστός έμπορας του κέντρου αυτός, αφού με χίλια βάσανα και πολλή τύχη επέζησε από τη μικρασιατική περιπέτεια, τα κατάφερε να επιζήσουν και όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της οικογενείας του, έως και δεύτερα ξαδέρφια, τον καιρό της πείνας, το χειμώνα του ’42, κι απ’ όλα τα άλλα δεινά της Κατοχής να γλιτώσουν, χωρίς ο ίδιος να γίνει ούτε μαυραγορίτης ούτε δωσίλογος. Έστησε πολλές δουλειές και λίγο λίγο απ’ την καθεμιά τα βόλεψε. Την απατεωνιά και την προδοσία δεν του τις επέτρεπε άλλωστε και η θρη­σκεία του, η προσήλωση σ’ έναν αυστηρό χριστιανισμό που άρχιζε και τέλειωνε με το Κατά Ματθαίον, αυτή ήταν άλλωστε και όλη του η παιδεία, αυτό μόνον το κείμενο ήξερε να διαβάζει, εκτός από τους λογαριασμούς του μαγαζιού. Και η ρουμελιώτικη καταγωγή του, σκληροτράχηλος Μικροχωρίτης, δεν θα τον άφηνε ποτέ να πατήσει τον όρκο που έδωσε στην Παναγία να είναι πάντα ενάρετος και θεοσεβούμενος, όταν το ‘23, με μόνον καμιά τριανταριά συντρόφους του επέ­στρεφε ζωντανός στην Αθήνα, επιστροφή αιχμαλώτων, μετά από κάνα χρόνο που έσπαγαν κοτρόνια σε κάποιο τουρκικό κολαστήριο στο Αραράτ. Εκεί άφησαν τα κόκαλά τους οι υπόλοιποι. Κάποιες χιλιάδες.

Εκτός από το παιγνίδι υπήρχε και η παιδική εργασία. Τα πράγματα ποτέ δεν ήταν εύκολα. Ιδιαίτερα στην Κατοχή όλα τα παιδιά βοηθάγανε. Εκτός απ’ τον Βενιαμίν τους. Αυτός ήταν πρίγκιπας. Ο κανακεμένος. Τόσα χέρια υπήρχανε. Άλλος στα θελήματα, άλλος στο εργαστήριο, οι κοπέλες στο σπίτι, τι να κάνει ο Βασίλης! Ο μόνος που έπαιζε ανέμελα, ο μόνος που είχε των αδερφών του τα φιλιά. «Εγώ θα γίνω καπετάνιος», έλεγε, «θα ταξιδέψω μακριά, με καράβι μεγάλο, με χίλιους ναύτες…».

Στις 4 Δεκεμβρίου του 1944 στις εφτά το πρωί κανείς δεν έπαιζε βέβαια στους δρόμους και η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, αφού υπήρχε διάχυτη ανησυχία από τα χτεσινά γεγονότα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Οι εαμίτες υπουργοί, αφού παραιτήθηκαν, κάλεσαν συλλαλητήριο διαμαρτυρίας κυριακάτικα στο Σύνταγμα. Στις 3 Δεκεμβρίου. Αν και το συλλαλητήριο είχε απαγορευθεί, μαζεύτηκε λαός πολύς. Κι έγινε μακελειό. Η Ορεινή Ταξιαρχία που στρατοπέδευε στου Γουδή ήταν εκεί. Οι αστυφύλακες πολυβολήσανε τον κόσμο εν ψυχρώ. Ο κυρ Μιχάλης ήταν στη Λειτουργία. Τα μεγάλα του παιδιά όμως πήγαν στη διαδήλωση κρυφά. Επονίτες βλέπεις.

Μα οι αναταραχές, ακόμα και οι νεκροί, δεν είναι λόγος να σταματήσουν τα πάντα, τόσα και τόσα έχουμε περάσει, σκέφτεται ο κυρ Μιχάλης. Άλλωστε το κέντρο είναι ήσυχο. Από του Μακρυγιάννη ως το Σύνταγμα και από κει στην Ομόνοια και του Ψυρή και πάνω προς τη Σόλωνος ως το Κολωνάκι κυριαρχεί απολύτως η κυβερνητική εξουσία. Οι αστυφύλακες είναι μαζεμένοι στα τμήματα και στους δρόμους έχουν ακροβολιστεί εδεσίτες, χίτες και ταγματασφαλίτες, που τώρα λέγονται Εθνοφρουροί. Οι νεαροί επονίτες του κέντρου και τα μέλη του εφεδρικού ΕΛΑΣ έχουν πάρει γραμμή να μετακινηθούν στις συνοικίες, αναλόγως ο καθένας. Μα κι αυτοί δεν ανησυχούν. Ολόκληρο Άξονα νίκησαν. Η εαμική παράταξη μαζεύεται στην περιφέρεια της Αθήνας. Η ένταση δεν μπορεί παρά να ξεθυμάνει. Στο κάτω κάτω Έλληνες είμαστε όλοι και Άγγλοι σύμμαχοι αποβιβάζονται στον Πειραιά. Τα γουρούνια των Ες Ες έχουν φύγει. Η ζωή έχει αρχίσει ξανά να τραβά την ανηφόρα. Τι διάολο. Είναι δυνατόν να σφαχτούμε μεταξύ μας;

Δευτέρα ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας. Πλησιάζουν τα πρώτα ελεύθερα Χριστούγεννα. Κυκλοφόρησε πως ο κυρ Γιάννης για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια θα βγάλει το καζάνι του και θα φτιάχνει λουκουμάδες με την τρύπα στη γωνία. Δυόμισι δραχμές η μερίδα. Λιγότερο κι από τον Ριζοσπάστη. Μια νέα εργάσιμη εβδομάδα ξεκινά. «…Τρίζουν γκρεμίζονται οι θρόνοι, καινούργια ζωή προχωρεί», σιγομουρμουρίζει το άσμα ο μεγάλος, μην τον ακούσει κι ο κυρ Μιχάλης. Μακριά από εμάς οι άθεοι κομμουνιστές. Τα παιδιά ετοιμάζονται λοιπόν κανονικά για το σχολείο, τα μεγαλύτερα βοηθούν τα μικρότερα, κάποια πειράγματα και μικροτσακωμοί, αφού είναι βαρύ το αγουροξύπνημα. Πάντως το γάλα αχνίζει στην κατσαρόλα, όσο για ψωμί έχουμε αρκετό… Κι εκεί που πάει ν’ ανοίξει η πόρτα να ’σου ένα μπαμ από το πουθενά, από κάποιον ακροβολισμένο που αγρίεψε ολονυκτίς με το δάκτυλο στη σκανδάλη και η σφαίρα βρίσκει τον μικρό κατάστηθα. Τι έγινε ρε παιδιά; Όχι, τίποτα δεν είναι, να, τίποτα δεν είναι καλέ μου…, βόηθα Παναγιά μου… χανόμαστε. Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Το Πρώτων Βοηθειών δεν είναι και μακριά. Κάτω στην 3ης Σεπτεμβρίου, προς την πλατεία Λαυρίου. Τρεχάτε ρε! Ο μεγάλος τρεχάλα, ο μικρός αγκομαχάει στην αγκαλιά του, ώσπου να φτάσουν έχει ξεψυχήσει, το μέρος είναι γεμάτο τραυματίες από τα χτεσινά επεισόδια, οι γιατροί όλη τη μέρα εκείνη, δυστυχώς και τις επόμενες, πιστοποιούν θανάτους παρά σώζουν ζωές.

Παραπλεύρως στη Χρυσοσπηλιώτισσα προς την οδό Βύσσης υπάρχει ένα κηπάριο, περιφραγμένο, ευτυχώς, με κάγκελο. Δεν γνωρίζω πότε περιφράχτηκε, μα όποτε και να ’γινε αυτό, καλώς έγινε. Γιατί όποιος πέθαινε τις άγριες εκείνες μέρες του Δεκέμβρη που όλα ήταν υπό διάλυση, που ακόμη και τα νεκροταφεία ήταν κλειστά και κατά πώς λένε οι ιστορικοί η Αθήνα μέτρησε χιλιάδες νεκρούς κι αμέτρητους άταφους, ιδία εκείνους από τους βομβαρδισμούς του Σκόμπυ που η αναλγησία των δωσίλογων χρησιμοποίησε, αποσυντεθειμένα πτώματα πια, για να κατηγορήσει την εαμική παράταξη, βάλε κι εκείνους που πέθαναν από φυσικά, ας πούμε, αίτια, βιαστικά βιαστικά οι δικοί τους, όσους έβρισκαν, ή όσοι βρίσκονταν γιατί πριν πεθάνουν έτυχε να έχουν κοντά δικούς, τους παράχωναν πρόχειρα στο χώμα, όπου μπορούσαν. Οι κάτοικοι της περιοχής στο κηπάριο της εκκλησιάς. Όσοι χώρεσαν. Εκεί θάφτηκε και ο Βασίλης. Χωρίς κηδεία, χωρίς καμπάνες.

Όταν αργότερα καταλάγιασαν τα πράγματα οι περισσότεροι κίνησαν τις πρέπουσες διαδικασίες και πήραν τις σορούς των αγαπημένων τους ώστε να τους αποδώσουν τις αρμόζουσες τιμές και να τους πενθήσουν, κατά πώς οφείλουν οι άνθρωποι να πενθούν. Ενίοτε ωστόσο, ιδίως όταν ο πόνος είναι ανείπωτος και το άδικο του χαμού πνίγει την ανάσα και τη φρόνηση, οι άνθρωποι, γιατί άνθρωποι ανήμποροι είμαστε μπροστά στο θάνατο, αρνούμαστε να πράξουμε τα δέοντα όπως μας τα δίδαξαν οι παππούδες μας κι οι γιαγιάδες μας και απωθούμε τον πόνο σε τόπο άνυδρο, σε τόπο συμφοράς. Εκεί απωθήθηκε και ο Δεκέμβρης. Εκεί και ο Βασίλης αφέθηκε να ξεχαστεί για πάντα, ακριβώς στο κέντρο του μικρού κήπου που τώρα φύεται μια μικρή ροδιά.

PER ME SI VA NELLA CITTA DOLENTE

PER ME SI VA NELL’ ETERNO DOLORE *

Ιδού λοιπόν ανασυνταγμένα και πεντακάθαρα στο μυαλό μου, μπροστά στη Χρυσοσπηλιώτισσα. Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Μα κάτι ακόμα: Το φάντασμα του Βασίλη στοιχειώνει από τότε τα μέρη όπου ζούσαν οι αγαπημένοι του και οι απόγονοι τους. Με καθέναν που πέθαινε ο Βασίλης ξαναπέθαινε μαζί του και καθέναν που γεννιόταν τον λογούσε γι’ αδερφό.

Και καθέναν από εσάς. Όσοι ζείτε στη Μεγαλούπολη. Μέχρι τις εκλογές του ’91, πενήντα χρόνια μετά, το όνομά του εμφανιζόταν στους εκλογικούς καταλόγους, αφού γεννήθηκε με πιστοποιητικό γεννήσεως και ήταν κανονικά εγγεγραμμένος ανάμεσά σας στα μητρώα του Δήμου Αθηναίων. Δεν εμφανίστηκε ποτέ να ψηφίσει. Ο θάνατος του δεν δηλώθηκε ποτέ και το κράτος, ποιος ξέρει, τον είχε για ανυπόταχτο ή για φοροφυγά.

Ο θείος μου ο Βασίλης τον Δεκέμβρη του ’44 ήτανμόλις έξι χρονών.

* Πρόκειται για τη χαραγμένη (με κεφαλαία γράμματα) επιγραφή στο υπέρθυρο της Πύλης της Δαντείου Κολάσεως: «Από εμένα περνάς για της οδύνης τη χώρα, / από εμένα θα φτάσεις στον αιώνιο πόνο».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s