Ιστορία της σύγχρονης Αθήνας: από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα

Standard

 της Λήδας Παπαστεφανάκη

Η Αθήνα αλλάζει και το χτες δεν λογαριάζει

Γιάννης  Πούλος

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Ο ιστορικός της νεότερης εποχής, αλλά και ο ενήμερος πολίτης που περπατά στην Αθήνα, διαπιστώνει συχνά πόσο λίγο παρούσα  είναι η ιστορία στους δρόμους της, και, κυρίως, πόσο λίγο γνωρίζουν οι Αθηναίοι την ιστορία της πόλης τους. Η πολυπολιτισμική Αθήνα του 2011, η τεράστια αυτή μητρόπολη που απλώνεται άτακτα στο λεκανοπέδιο, μοιάζει μια πόλη σχεδόν χωρίς ιστορία, την ίδια στιγμή που πέφτει πάνω της βαριά η σκιά της αίγλης της κλασικής αρχαιότητας· μια πόλη την οποία η πλειονότητα των κατοίκων, παλαιών και νεότερων, επήλυδων και αυτοχθόνων, δεν αγαπά και δεν αναγνωρίζει σαν δική της.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1834, από το Ναύπλιο στην Αθήνα εξυπηρέτησε κυρίως ιδεολογικούς λόγους: ήταν μια αναφορά στη δόξα του αρχαίου κόσμου και συμβόλιζε τα ιδεώδη του νεότερου ελληνισμού·ο συμβολισμός αυτός αποτυπώθηκε στη διαμόρφωση του χώρου, στην προβολή των αρχαίων μνημείων, στον νεοκλασικισμό — προβλήθηκε δηλαδή στον χώρο η αρχαιοελληνική πτυχή της νεοελληνικής ταυτότητας. Όπως η καθαρεύουσα, επίσημη γλώσσα του κράτους, έτσι και η πρωτεύουσα επιζήτησε τη μία και μοναδική σχέση με την αρχαιότητα: μεταλλάχθηκε έτσι σε «καθαρεύουσα πόλη», αποτινάσσοντας κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γυρεύοντας «να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο».[1] Παράλληλα με την κυριαρχία του νεοκλασικισμού, μια ακόμα τάση διαμορφώθηκε στην πόλη: η κυριαρχία του ιδιωτικού. Τα κτίρια της Αθήνας του 19ου αιώνα είναι όλα αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των δωρεών εκείνων που αργότερα θα ονομαστούν «εθνικοί ευεργέτες», ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν –ώς τη δεκαετία του 1920– τα δημόσια μνημεία.Η Αθήνα των 30.000 κατοίκων του 1853 έφτασε τους 480.000 κατοίκους το 1940 και εκτινάχθηκε στα 2.500.000 το 1971. Η ταχύτητα της επέκτασης δεν δικαιολογείται από τις διαστάσεις της χώρας, ούτε από τον δυναμισμό του εθνικού δημογραφικού πλαισίου: η εσωτερική μετανάστευση, των μεταπολεμικών δεκαετιών κυρίως, δημιούργησε «μια μεγάλη πρωτεύουσα σε μια μικρή χώρα». Από τον 19ο αιώνα και ώς τα τέλη του 20ού, η πόλη επεκτάθηκε ταχύτατα στον χώρο, ενίσχυσε τη θέση της στο εθνικό αστικό δίκτυο και διακρίθηκε ως χρηματοπιστωτικό κέντρο και αδιαμφισβήτητη οικονομική πρωτεύουσα (συγκεντρώνοντας τις υπηρεσίες και τις διοικητικές λειτουργίες, ελέγχοντας την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, παράγοντας αξιόλογο ποσοστό της μεταποίησης, οξύνοντας τις περιφερειακές ανισότητες).

Η δημογραφική ανάπτυξη συνδυάστηκε με εντατική αστικοποίηση, δίνοντας ώθηση στην αγορά γης και την οικοδομή, η οποία αποτέλεσε σημαντικό τομέα της αστικής οικονομίας. Ο ανεξέλεγκτος όμως τεμαχισμός των αγροτικών εκτάσεων και η μετατροπή τους σε οικοδομήσιμα οικόπεδα οδήγησε στην πύκνωση των οικοδομών και την απουσία πρόβλεψης για συγκοινωνιακές αρτηρίες και χώρους κοινής ωφέλειας. Οι αλλεπάλληλες αποσπασματικές επεκτάσεις του σχεδίου πόλης πραγματοποιήθηκαν με αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, αφού τα προς έγκριση μεμονωμένα ρυμοτομικά σχέδια τα υπέβαλαν έτοιμα «οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήται ή επιχειρηματίαι».[2] Σ’ αυτή τη συνεχή επέκταση της Αθήνας, στον 20ό αιώνα άλλαξε ασφαλώς ο τρόπος ανέγερσης των οικοδομών: αλλαγές στις πολεοδομικές αντιλήψεις και στο θεσμικό πλαίσιο επέτρεψαν από τη δεκαετία του 1920 την ανοικοδόμηση πολυώροφων κτιρίων με διαμερίσματα κατοικίας. Η μορφολογία των κτιρίων υπακούει σταδιακά σε άλλους κανόνες, ενώ υιοθετείται η λειτουργικότητα που ταιριάζει με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Η αστική πολυκατοικία του Μεσοπολέμου, σαφής επενδυτική επιλογή των κεφαλαιούχων, απάντησε στη ζήτηση κατοικίας για την αστική, ιδίως τη μεσοαστική τάξη. Την ίδια περίοδο, τα φτωχά στρώματα συνωστίζονταν στο κέντρο της πόλης, σε κτίσματα κακής ποιότητας, και σε παραπήγματα στην περιφέρεια, εκτός των δικτύων της αστικής υποδομής, συχνά σε γειτνίαση με τις βιοτεχνίες και τα εργοστάσια. Οι παραγκουπόλεις των φτωχών προσφύγων δημιουργήθηκαν μετά το 1922 στην περιαστική ζώνη και σε αδόμητες περιοχές, ενώ η κρατική μέριμνα για την προσφυγική στεγαστική αποκατάσταση επέλεξε την ίδρυση δορυφορικών οικισμών, προκρίνοντας τον κοινωνικό διαχωρισμό στον χώρο. Από τη δεκαετία του 1960, η μαζική οικοδομή της αντιπαροχής στέγασε τους εσωτερικούς μετανάστες που εισέρεαν στην πρωτεύουσα, μεταλλάσσοντας, για μια ακόμη φορά, το αστικό τοπίο.

Παρά τους ποικίλους μετασχηματισμούς που γνώρισε, η Αθήνα μοιάζει να διακατέχεται ακόμα –σε ιδεολογικό επίπεδο τουλάχιστον– από την τάση που κυριάρχησε στον 19ο αιώνα, δηλαδή την έμμονη αναζήτηση ταυτότητας στο παρελθόν της κλασικής αρχαιότητας: οι εργατικές και προσφυγικές συνοικίες, όπως τα Πετράλωνα και η Καισαριανή, αλλοιώνονται με την υπερβολική δόμηση· ιστορικά στέκια, παλιά θέατρα και κινηματογράφοι κλείνουν· ανενεργά εργοστάσια γκρεμίζονται· ακόμη και οι θαυμάσιες πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου ή της δεκαετίας του 1950 (στην Πατησίων ή την Κυψέλη) δεν έχουν κερδίσει ως σήμερα την αισθητική αναγνώριση των Αθηναίων, ενώ κτίρια νεομπαρόκ, art deco ή εκλεκτικιστικά αποκαλούνται εν γένει «νεοκλασικά». Η θέα προς την Ακρόπολη μοιάζει η μοναδική «όμορφη θέα» στην Αθήνα του 21ου αιώνα, όταν ολόκληρη η πόλη μοιάζει «άσχημη» και χωρίς ιστορία, σαν η αντιπαροχή να έσβησε όλα τα προηγούμενα ίχνη. Δεν είναι βέβαια έτσι. Πρέπει να βγούμε από την σφαίρα του «αυτονόητου» και να γυμνάσουμε τη ματιά (και την ευαισθησία) μας σε μορφές πέραν του κλασικού και του νεοκλασικού, στα διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ του 20ού αιώνα — από το Bauhaus μέχρι και τη μαζική πολυκατοικία των εργολάβων του 1970-1980. Να μετακινηθούμε, εν τέλει, από τη νοσταλγία του «γραφικού» ή του «αισθητικά ωραίου» προς τη διερεύνηση ενός αστικού παρελθόντος σύνθετου όσο και αντιφατικού, παλλόμενου όσο και γεμάτου κοινωνικές εντάσεις.

Αν μπορούμε να διακρίνουμε την ιστορία του αστικού χώρου περπατώντας στην πόλη και παρατηρώντας το δομημένο περιβάλλον, δεν είναι εξίσου εύκολο να διακρίνουμε μέσα από τα υλικά κατάλοιπα των κτιρίων την αθηναϊκή κοινωνία στον χρόνο. Το «δωμάτιο υπηρεσίας» λ.χ., που το συναντάμε στα περισσότερα αθηναϊκά διαμερίσματα από τον Μεσοπόλεμο και μετά, μας πληροφορεί για τη διαδεδομένη παρουσία υπηρετριών στα αστικά σπίτια, αλλά όχι και για τις συνθήκες εργασίας ή τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στην υπηρέτρια και τα αφεντικά της.

Πολλά είναι τα ερωτήματα σχετικά με τη σύγχρονη ιστορία της Αθήνας που περιμένουν νέες απαντήσεις. Ενδεικτικά: Ποια ήταν η κοινωνική και δημογραφική σύνθεση της πόλης; Πώς χωροθετούνταν οι παραγωγικές δραστηριότητες και οι υπηρεσίες; Πώς διαμορφώνονταν οι κοινωνικές σχέσεις ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, την καταγωγή, την προέλευση, την κοινωνική τάξη; Πώς κατανέμεται στο χώρο η διαμονή, η εργασία, η μετακίνηση των εργαζομένων στα γραφεία, τα εργαστήρια και τις βιοτεχνίες; Πόσο διαφορετικά διαμορφώνονταν οι εμπειρίες, η καθημερινή ζωή και οι διαδρομές των ανδρών και των γυναικών αυτής της πόλης; Πώς διαμορφωνόταν η κοινωνικότητα στον αστικό χώρο των ατόμων ως υποκειμένων και ως μελών επαγγελματικών ομάδων, αθλητικών και εκδρομικών συλλόγων ή πολιτικών νεολαιών; Πού πήγαιναν μετά τη δουλειά, πού φλέρταραν και πού έκαναν έρωτα οι τυπογράφοι που εργάζονταν στα μικρά τυπογραφεία του κέντρου τον Μεσοπόλεμο, οι μοδίστρες που δούλευαν στα πάνω από 1.000 ραφεία της Αθήνας το 1939; Τα ερωτήματα ίσως μοιάζουν απλοϊκά, αλλά δεν είναι: επιδιώκουν να δείξουν τον βαθμό στον οποίο η ιστορία της σύγχρονης Αθήνας, της Αθήνας του 19ου και του 20ού αιώνα, δεν μας είναι, ακόμα, γνωστή. Τα ερωτήματα επιδιώκουν, επίσης, να βγάλουν από τη σφαίρα του «φυσικού» και του «αυτονόητου» μεγάλα κομμάτια της ανθρώπινης δραστηριότητας και να τα εντάξουν στην ιστορία, την ιστορία της πόλης.

Αν τα ερωτήματα αυτά (καθώς και άλλα) παραμένουν αναπάντητα στην κλίμακα της πόλης, για μας, τους ενεργούς πολίτες της Κίνησης Κατοίκων του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος, ίσως είναι πιο πρόσφορο να τα πλησιάσουμε εστιάζοντας στη μικρή κλίμακα: την κλίμακα της γειτονιάς, της περιοχής στην οποία ζούμε. Σ’ αυτή την κλίμακα, η Κίνηση Κατοίκων προχώρησε στην καταγραφή του κτιριακού αποθέματος της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα. Παράλληλα, συγκροτήθηκε η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας της Κυψέλης, με στόχο να γίνει γνωστή η ιστορία της περιοχής με τη συμμετοχή των ίδιων των κατοίκων στη διαδικασία καταγραφής της ιστορίας.

Η μετάβαση από τη μικρή κλίμακα στη μεγάλη και αντιστρόφως είναι γοητευτική αλλά και επικίνδυνη: Πώς να μελετήσεις το συνολικό όταν δεν ξέρεις το μερικό, πώς να προσεγγίσεις την μικροϊστορία της γειτονιάς αφήνοντας στην άκρη την πόλη ολόκληρη; Η προσεκτική τεκμηρίωση, αλλά και η συνεχής αλληλοτροφοδότηση των δύο πόλων της σχέσης γειτονιά/πόλη, μικρή κλίμακα/μεγάλη κλίμακα συνιστούν τις προϋποθέσεις για μια εκ νέου ανάγνωση και κατανόηση της ιστορίας της πόλης.

Η Λήδα Παπαστεφανάκη διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι μέλος της Κίνησης Κατοίκων 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος Αθήνας.


[1] Αλ. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα 2008, σ. 85.

[2] Κ. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήνα 2005, σ. 274.

2 σκέψεις σχετικά με το “Ιστορία της σύγχρονης Αθήνας: από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα

  1. Πίνγκμπακ: Κοινωνικές συγκρούσεις και νέες συλλογικότητες στον χώρο « //ΠαραλληλοΓράφος//

  2. Η διαδικασία γραφής ιστορίας είναι πολύ σημαντική και ειδικά όταν αφορά σε κάτι τόσο κοντινό (κυριολεκτικά και μεταφορικά): τη γειτονιά μας! Θεωρώ την κίνηση των κατοίκων του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος καθώς και εκείνων της Κυψέλης (αν και νομίζω ότι η Κυψέλη ανήκει στο 6ο ΔΔ)πολύ σωστή και θέλω να επισημάνω το εξής: εάν τα ιδρύματα δεν βοηθούν (στην προκειμένη περίπτωση δεν γνωρίζω ποιο ίδρυμα θα αναλάμβανε την ιστοριογραφία της Αθήνας) υπάρχει πάντα τρόπος να επιτύχουμε έναν στόχο. Παραμερίζοντας την έκφραση παραπόνων προς το ίδρυμα κερδίζουμε ενέργεια για να καταναλώσουμε σε πράγματα που αξίζουν αντί να αναλωνόμαστε σε αποδόσεις ευθυνών που είναι ασχολίες μάλλον εκείνων που θέλουν να κερδίζουν τηλεθέαση.

Γράψτε απάντηση στο Μαρία Κεχαγιόγλου Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s