Ερευνώντας τη μετανάστευση, την ξενοφοβία και την παραβατικότητα: πολιτικά και επιστημολογικά διλήμματα

Standard

Hier stehe ich, ich kann nicht anders

Φαντάζει αδιανόητο για όσους πορευτήκαμε με τον Περικλή ότι θα δημοσιεύαμε κάποτε ένα κείμενο δικό του in memoriam. Κι όμως, ήρθε ο Απρίλης, ο μήνας ο σκληρός, κι αυτός, ο φίλος και αδελφός, έφυγε από δίπλα μας. Όχι όπως άλλοτε, για να κάνει μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ ή να εκπονήσει τη διδακτορική του διατριβή (Children of immigrants in central Athens at the turn of the 21st century: A study of inferiorisation, ethnicised conflict, criminalisation, and substance misuse, 2009) στο LSE. Ούτε καν για να γυρίσει την Ελλάδα, από τη θέση του υπεύθυνου Σχεδιασμού και Μελετών του ΚΕΘΕΑ, δουλεύοντας με περιθωριοποιημένους νέους, τοξικοεξαρτημένους, μετανάστες, φυλακισμένους. Βαθιά πολιτικοποιημένος, με πολύχρονη εμπειρία στο κίνημα της αμφισβήτησης, έφυγε απίστευτα νωρίς, πεισμένος όμως πως «είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Για τους φίλους και την οικογένειά του, όσους μείναμε πίσω, «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει»…

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος εισήγησής του σε πανεπιστημιακό σεμινάριο, χωρίς τις υποσημειώσεις, μεταφρασμένο από τα αγγλικά (με τη βοήθεια και της Σοφίας Βιδάλη).

Πολυμέρης Βόγλης,  Σπύρος Κακουριώτης, Ελένη Πασχαλούδη, Σπύρος Τσούγκος


του Περικλή Παπανδρέου

Περικλής Παπανδρέου (1962-2011)

Σύμφωνα με τον Becker, η κοινωνιολογική έρευνα δεν μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστη από την ιδεολογία και τις πολιτικές συμπάθειες του ερευνητή. Αυτή η διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η έρευνα στρέφεται στο πολιτικά φορτισμένο πεδίο της μετανάστευσης, της εθνικότητας και της εγκληματολογίας. Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Albrecht, μια έρευνα με τέτοιο θέμα δεν είναι μόνο ευαίσθητη αλλά και ευάλωτη στην πολιτική εκμετάλλευση.

Ωστόσο, όσο πολιτικοποιημένο και εάν είναι ένα ερευνητικό πεδίο, η έκκληση του Becker για ανοιχτή πολιτική δέσμευση δεν υπονοεί ούτε επιστημολογική μονομέρεια ούτε παραμερισμό των «δύσκολων» ζητημάτων ούτε την κατασκευή μιας εικόνας που να ανταποκρίνεται στη συμπάθεια του ερευνητή προς την υπό εξέταση ομάδα. Η μόνη νόμιμη επιλογή είναι να ακολουθήσει ο ερευνητής τη δύσκολη πορεία που ο Cohen ονόμασε «διπλή αφοσίωση», δηλαδή αφοσίωση τόσο στους κανόνες της διεξαγωγής μιας ειλικρινούς διανοητικής αναζήτησης όσο και στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Με βάση αυτό τον θεωρητικό στοχασμό, η αφετηρία της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει τις αντιξοότητες που οι νέοι μεταναστευτικής καταγωγής αντιμετωπίζουν λόγω περιχαράκωσης, ρατσισμού και διακρίσεων. Πέρα από τη διαπίστωση αυτών των αντιξοοτήτων, ο δεύτερος στόχος της μελέτης ήταν να εξετάσει τη φύση της εμπλοκής των νέων σε βίαιες ή εγκληματικές δραστηριότητες. Αυτή η επιλογή έχει στόχο να αποτρέψει την πιθανότητα μιας μονόπλευρης αρνητικής αντιμετώπισης όλων των μη προνομιούχων νέων ίδιας καταγωγής με όσους συμμετείχαν στη μελέτη. Μια τέτοια λανθασμένη ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας νέων μεταναστευτικής καταγωγής πολύ συχνά τροφοδοτεί εντυπωσιοθηρικές δημοσιογραφικές αναφορές, που με τη σειρά τους εντείνουν την αίσθηση κατωτερότητας, την περιθωριοποίηση και την ποινικοποίησή τους. Κατά τη γνώμη μου, η προτεινόμενη προσέγγιση διευκολύνει τη σύνδεση της στράτευσης κατά του ρατσισμού με ευρύτερα ιδανικά, όπως αυτά μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς και ακραίες ανισότητες, με κοινωνική ανάπτυξη και πρόνοια για τα παιδιά, με αστυνομία δημοκρατική και υπόλογη για τις πράξεις της, και με ένα μη τιμωρητικό ποινικό σύστημα για ανηλίκους.

Από την αρχή ήμουν ιδιαίτερα ανήσυχος για τα προβλήματα που θα ανέκυπταν από το γεγονός ότι έπρεπε να πάρω συνέντευξη από ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από εμένα όσον αφορά την εθνοτική καταγωγή, την ηλικία, την εκπαίδευση και την κοινωνικοοικονομική θέση. Η κοινωνική απόσταση και το διαφορετικό επίπεδο εξουσίας ήταν ακόμη πιο έκδηλα στην περίπτωση των επαφών μου, στο πλαίσιο της έρευνας, με νέους μεταναστευτικής καταγωγής που ήταν σε επαφή με το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Από κάθε άποψη, ήμουν ένας «outsider» αναφορικά με την πληθυσμιακή ομάδα που σχεδίαζα να ερευνήσω.

Σύμφωνα με το γνωστό δόγμα του «insider», τα μέλη μιας εθνοτικής ή φυλετικής ομάδας βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση για να μελετήσουν τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερη ομάδα. Στην πιο ριζική εκδοχή του, αυτό το δόγμα υποστηρίζει ότι μόνο ένας αφοσιωμένος «insider» είναι σε θέση να κατανοήσει τις εμπειρίες των μειονοτήτων και να αντιληφθεί τη δυσχερή θέση τους χάρη στο ότι είναι μέλος μιας τέτοιας ομάδας. Όπως εξηγεί ο Young, η ριζική θέση του «insider» υιοθετήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από αφροαμερικανούς μελετητές στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως ως απάντηση σε αυτό που γινόταν αντιληπτό ως «παθολογικοποίηση» των μαύρων κοινοτήτων των μητροπολιτικών κέντρων από τις «πολιτισμικού τύπου» αναλύσεις λευκών ερευνητών, όπως η Έκθεση Moynihan για τις μαύρες οικογένειες. Συνέπεια της διαμάχης για την Έκθεση Moynihan ήταν ότι οι προοδευτικοί κοινωνικοί επιστήμονες απέφυγαν να ασχοληθούν με τα προβλήματα των φυλετικών και εθνοτικών μειονοτήτων των μητροπολιτικών κέντρων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Στη Βρετανία παρατηρήθηκε μια παρόμοια αποχή από τέτοιου είδους εμπειρικές έρευνες. Το κενό καλύφθηκε από λαϊκιστικά δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, τα οποία δεν είχαν τα προτερήματα μιας συστηματικής επιστημονικής μελέτης και ευνόησαν τις συντηρητικές απόψεις. Σύμφωνα με τον Russel, ο σάλος για την Έκθεση Moynihan ήταν εν μέρει υπεύθυνος για την κατασκευή ενός εγκληματολογικού ταμπού που εμπόδισε τους κοινωνικούς επιστήμονες να αναλύσουν τη σχέση μεταξύ φυλής-εθνικότητας και εγκλήματος και να αποκρούσουν αναπαραστάσεις των μίντια που απλούστευαν και στιγμάτιζαν τις μειονότητες.

Οι σύγχρονες προσεγγίσεις έχουν απομακρυνθεί από τη ριζική εκδοχή του δόγματος του «insider», η οποία προϋποθέτει ότι μόνο μελετητές από μειονότητες μπορούν να παράγουν γνώση για τις εμπειρίες μειονοτικών ομάδων. Αντίστοιχα απορρίπτονται και οι θιασώτες του αντίθετου δόγματος, το οποίο υποστηρίζει ότι μόνο αμερόληπτοι «outsiders» μπορούν να πραγματοποιήσουν μια αντικειμενική ανάλυση. Επιπλέον, σε επιστημολογικό επίπεδο, οι ισχυρισμοί περί προνομιακής πρόσβασης στην «αλήθεια» και στην «αυθεντική» εμπειρία μειονοτικών ομάδων χάρη στην ιδιότητα μέλους μιας ομάδας, την εκ των έσω κατανόηση και το πραγματικό ενδιαφέρον να μη θιγεί η φήμη της ιδιαίτερης εθνοτικής κοινότητας καθίστανται όλο και λιγότερο ικανοποιητικοί.

Παρ’ όλα αυτά, τέτοια ακανθώδη διλήμματα δύσκολα επιλύονται με αφηρημένο και οριστικό τρόπο. Ο αναστοχασμός της έρευνας πεδίου με συνεντεύξεις από νέους μεταναστευτικής καταγωγής με οδήγησε σε κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στα προαναφερθέντα ηθικά, μεθοδολογικά και επιστημολογικά ζητήματα.

Ένας αριθμός νέων ήταν μάλλον διστακτικός να απαντήσει σε ερωτήσεις για ευαίσθητα θέματα. Όμως, μέσα από προσπάθειες οικοδόμησης εμπιστοσύνης, στις περισσότερες περιπτώσεις δημιουργήθηκε μια καλή σχέση, οι νέοι εξέφρασαν τις απόψεις τους και φάνηκαν μάλλον ανοιχτοί να μιλήσουν για τις παραβατικές δραστηριότητές τους. Δεν εννοώ ότι οι νέοι μεταναστευτικής καταγωγής μου μίλησαν για τις δυσκολίες, τις στενοχώριες ή την παραβατική εμπλοκή τους με τον ίδιο τρόπο που θα το είχαν κάνει με έναν νέο ίδιας εθνοτικής προέλευσης και παρόμοιας κοινωνικής θέσης. Το πιθανότερο είναι ότι οι αλήθειες που μου αποκαλύφθηκαν ήταν ενδογενώς «μερικές». Πολλοί πάντως μου πρόσφεραν μια «πυκνή» περιγραφή έντονων εμπειριών ή εγκληματικών και παραβατικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, η αίσθησή μου ήταν ότι ακόμη και όταν οι αφηγήσεις των πληροφορητών ήταν κατά κάποιον τρόπο σύντομες, σε μεγάλο βαθμό, ήταν ακριβείς. Σε πολλές περιπτώσεις είχα την ευκαιρία να διασταυρώσω τέτοιες περιγραφές «σημαντικών» γεγονότων με περισσότερους από έναν πληροφορητές.

Αυτό που μου φαίνεται βέβαιο είναι ότι η δική μου καταγωγή δεν αποτελούσε εμπόδιο, στον βαθμό που το θέμα ήταν επεισόδια εθνοτικοποιημένων συγκρούσεων, ρατσιστικής επιθετικότητας και παρενόχλησης από τις αρχές. Αντίθετα, η εντύπωσή μου ήταν ότι πολλοί νέοι που είχαν γονείς μετανάστες με χαρά ανέπτυσσαν τις απόψεις τους και διηγούνταν αρνητικές εμπειρίες σε έναν «outsider», ο οποίος είχε υποδηλώσει το σεβασμό του για την εθνοτική καταγωγή τους και είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για τις βιωμένες εμπειρίες τους. Ένας αξιοσημείωτος αριθμός ξένων νέων βρήκε την ευκαιρία, με τη συνέντευξη, να ανοίξει διάλογο, να καταθέσει μαρτυρίες, να προσφέρει ιδέες και να συνεισφέρει στοιχεία για τη μεταναστευτική τους ομάδα. Τις περισσότερες φορές αυτό οδήγησε σε μια δεύτερη συνέντευξη με τον ίδιο πληροφορητή. O Young μπόρεσε να δει τα πλεονεκτήματα του «outsider» στον κριτικό αναστοχασμό του για την εθνογραφική έρευνα πεδίου με χαμηλού εισοδήματος Αφροαμερικανούς. To βασικό ζήτημα είναι ότι, ακόμη και στη διάρκεια μιας κοινωνικής πόλωσης με εθνοτικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά, τα μέλη των συγκρουόμενων ομάδων επιδιώκουν να έρχονται σε επικοινωνία, καθώς και σε ανταλλαγή ιδεών.

Για διαφορετικούς λόγους, ένας αριθμός νέων ελληνικής καταγωγής που συμμετείχαν στην έρευνα, οι οποίοι είχαν στρατευθεί με την ιθαγενή πλευρά της εθνοτικοποιημένης σύγκρουσης, ήταν πρόθυμοι να μου εξηγήσουν τους λόγους της εχθρότητάς τους προς τους μετανάστες. Προφανώς ήταν διατεθειμένοι να εκφράσουν τέτοιες απόψεις σε ένα άτομο ίδιας εθνικής καταγωγής, το οποίο στα μάτια τους εκπροσωπούσε τα ιθαγενή συμφέροντα. Σε όλες τις περιπτώσεις έπρεπε να κρύψω ή ακόμη και να «συσκοτίσω» τη θέση μου αναφορικά με τα προς συζήτηση θέματα της εθνοτικοποιημένης σύγκρουσης, ρατσιστικής επιθετικότητας και παρενόχλησης, ώστε να αποφύγω να λάβω προκατασκευασμένες απαντήσεις. Επομένως, η διαπραγμάτευση της θέσης μου ως υποκειμένου έμοιαζε, πάντα, με ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί. Το εγχείρημα της έρευνας ευαίσθητων ζητημάτων που προκύπτουν από τις εθνοτικοποιημένες διαφορές υποχρεώνει πάντα τον ερευνητή σε διαρκή ταλάντευση ανάμεσα στην εγγύτητα και στην απόσταση από τους συμμετέχοντες στην έρευνα.

Περικλής Παπανδρέου (1962-2011)

Αθησαύριστες χρονογραφικές Αναστάσεις

Standard

του Αριστείδη  Καλάργαλη

Έργο του Αλφόν Χόροβιτς ("Νέοι Πρωτοπόροι", Μάης 1936)

Δυο σημαντικοί λέσβιοι λογοτέχνες κάνουν θέμα χρονογραφήματός τους την προσδοκώμενη Ανάσταση του ελληνικού λαού, σε δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους.

 Ο Μυριβήλης δημοσιεύει το χρονογράφημά του «Ανάσταση» το Μεγάλο Σάββατο, 6 Απριλίου 1919, στην εφημερίδα Κήρυξ της Λέσβου, με την οποία δεν ήταν γνωστό ότι είχε συνεργαστεί. Είναι το μοναδικό του χρονογράφημα σε ένα σύνολο 503 αποδελτιωμένων φύλλων της εφημερίδας. Βρίσκεται σε άδεια αορίστου χρόνου από τον στρατό μέχρι τον Ιούλιο, οπότε επιστρατεύεται για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επιθυμεί την ειρήνη, την ευτυχία, ενώ «οι κόκκινες παπαρούνες ψιθυρίζουν αιματωμένες» στον νέο πόλεμο και στα σφαχτάρια του.

Μετά 28 χρόνια, στις 12 Απριλίου 1947, ενώ μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος, ο Ασημάκης Πανσέληνος δημοσιεύει το «Ελληνικός Χριστός», στα Ελεύθερα Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Με ένα γραπτό όπου ισορροπεί την γήινη υπόσταση του Χριστού, τις ιδέες και την πραγμάτωση αυτών. Απ’ την άλλη, η φτώχεια των πολλών και ο πλούτος των λίγων. Η δύναμη της εξουσίας κατά του λαού, επομένως και κατά της χώρας. Το χρονογράφημα θα μπορούσε να είναι ένα εκκλησιαστικό κήρυγμα μέσα σ’ ένα πολιτικό μανιφέστο για τη ζωή και την αποδοχή της ανθρωπιάς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανάσταση

Standard

 του Στράτη Μυριβήλη

Στράτης Μυριβήλης. Σκίτσο του Μίλτη Παρασκευαΐδη

Ας υψώσουμε πια θριαμβικές τις αψίδες των δαφνών, και τις πολυτελείς της πασκαλιάς γιρλάντες. Κάτι πολύ χαρμόσυνο μυρίζει μέσα στον αέρα, αδελφοί μου. Κάτι πολύ χαρμόσυνο και μεγάλο. Κοιτάχτε κατάματα τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς. Μέσα στα μύχια των αγρυπνισμένων ματιών τους θα συλλάβετε την ανησυχία της φοβερής προσδοκίας, και τον τρόμο του μελλούμενου θαύματος. Ω! εμείς οι πιστοί, που δε γενήκαμε ακόμα αρκετά άγιοι για ναγαπήσουμε τους εχθρούς μας, ακούμε κρυφά στο στήθος μας να χορεύει χαρούμενο το μίσος μας.

Άχραντε Ιησού. Συχώρεσέ μας να μην ψαλιδίσουμε τα φτερά του μίσους μας!

Αδελφοί μου! Κάτι πολύ χαρμόσυνο πάλλεται μέσα στα μύρα του αρμυρού μπάτη. Κάτι πολύ λαμπρό αιωρείται στα κλώνια της νέας τριανταφυλλιάς. Ένα πνεύμα νέον και τρομερό σαλεύει τους ακρέμωνας των ιερών ελαιώνων και κάνει τους λαούς να τραγουδούν όλοι μαζί ύμνους στον Ιησού.

–Ιησού γλυκέ μου!

Τα χέρια των λαών υψώνουνται προς τον γαλάζιον ειρηνικόν αιθέρα δεητικά. Ένα δάσος λευκών σαλευομένων ικεσιών. Ένας βόγγος παραπόνου σαν βουή κυμάτων πολλών.

–Ιησού! Την ειρήνην… Την ευτυχία… Την Αγάπη… Την Ανάστασή σου!

Το θαύμα φουσκώνει παρθενικόν ως άνθος μαγνόλιας. Το θαύμα πλησιάζει. Λευκό σαν πανάκι φουσκωμένο. Θαλασσόκρινο που όλο έρχεται… Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ελληνικός Χριστός

Standard

 του Ασημάκη Πανσέληνου

Ασημάκης Πανσέληνος. Σκίτσο του Μίλτη Παρασκευαΐδη

Αν ο άνθρωπος έχει πολιτισμό, είναι γιατί εμπιστεύεται στο αίσθημα και στο πνεύμα. Κι αν χάνει συχνά τον πολιτισμό του είναι γιατί καλλιεργεί τις ιδέες καθεαυτές και μακριά από την πράξη.

Γοητευμένος από την ομορφιά του χωριού του κι’ από τη γλύκα της ομιλίας του ο Χριστός, έκανε τις ιδέες του πράξη, έσπρωξε τη ζωή ως το θάνατο κι ανακάλυψε τη θυσία για να κερδίσει μ’ αυτή τη χαρά.

Ένοιωσε τις φυσιολογικές προεκτάσεις της ανθρώπινης ζωής ως το θάνατο, και το στοιχείο του μεγαλείου που υπάρχει στην άμεση επαφή με τις πρώτες στιγμές των πραγμάτων.

Αυτά είναι η προσωπική συνεισφορά του στην ανθρωπότητα.

Αργότερα οι άνθρωποι ανακαλύψανε τον παράδεισο για να μπορούν και να κάνουνε κόλαση τη γη. Μέσα στην κόλαση τούτη δυο χιλιάδες χρόνια μετά το Xριστό, όπως και πριν απ’ αυτόν καλλιεργούν τις ψηλότερες ιδέες και ασκούνε την πιο ωμή θηριωδία, χωρίς ενδοιασμό. Αρκεί να μπορούν και να πείσουν τον εαυτό τους ότι δρουν εν ονόματι ιδεών!

Η αγάπη και η ελευθερία που είναι δυο έννοιες προσδιοριστικές της ανθρώπινης ιδιότητας, ποτέ δεν παραμορφώθηκαν όσο σήμερα. Στερεί ο ένας την ελευθερία του άλλου από φόβο μη του στερήσει ο άλλος. Το κήρυγμα της εκδίκησης βγαίνει από το στόμα κυνικών εκπροσώπων του κράτους. Ο φασισμός η έσχατη αυτή κατάντια της ανθρωπότητας και μετά την ήττα του, καταχτάει τις καρδιές. Συνέχεια ανάγνωσης

Προτάσεις των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη

Standard

της Μαρίκας Φραγκάκη

Εδουάρδος Σακαγιάν, «Βάρκα», 1990-1992

Περισσότερο από τρία χρόνια μετά την εμφάνιση της μεγαλύτερης κρίσης της μεταπολεμικής περιόδου, οι ελίτ της Ευρώπης επέλεξαν τη λιτότητα ως μέσο αντιμετώπισής της. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική πολιτική ανακατανομής του εισοδήματος και του πλούτου σε βάρος των εργαζομένων και των πλέον αδύναμων κοινωνικών ομάδων, που καλούνται να φέρουν το κύριο βάρος της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.

Στο Υπόμνημα 2010/2011* η Ομάδα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη (γνωστή και ως EuroMemo Group) αναλύουν την ασκούμενη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα πεδία της οικονομίας, της κοινωνίας, του περιβάλλοντος. Επισημαίνουν τα ελλείμματα, τις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειες της πολιτικής αυτής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο δεν οδηγεί σε έξοδο από την κρίση, αλλά την επιτείνει. Στη βαρβαρότητα της πολιτικής λιτότητας, η Ομάδα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων αντιπαραθέτει την πολιτική της αλληλεγγύης σε όλες τις εκφάνσεις της — οικονομική, κοινωνική, οικολογική, διεθνή. Παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένες από τις προτάσεις αυτές:

Χρηματοπιστωτικός τομέας. Οι τράπεζες να υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες σχετικά με την ανάληψη κινδύνων. Ο δημόσιος τομέας και οι συνεταιριστικές τράπεζες πρέπει να ενισχυθούν, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση κοινωνικά και οικολογικά ωφέλιμων προγραμμάτων. Οι οίκοι αξιολόγησης πρέπει να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο. Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές να φορολογηθούν, για την μείωση της κερδοσκοπίας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο.

Μακροοικονομική πολιτική. Το απαξιωμένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης να αντικατασταθεί από δέσμευση για την αύξηση της ζήτησης και την προώθηση της απασχόλησης. Η έκδοση ευρωομολόγου με την εγγύηση όλων των κυβερνήσεων των χωρών της Ε.Ε. θα σηματοδοτούσε την κοινή δέσμευση για μια συλλογική αντιμετώπιση στη βάση της αλληλεγγύης. Η μεταφορά πόρων είναι οικονομικά απαραίτητη για τη διάσωση της νομισματικής ένωσης και κοινωνικά αναγκαία για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Η ΕΕ πρέπει να εγγυηθεί ένα ποσοστό τουλάχιστον του χρέους των κρατών-μελών. Το δημόσιο χρέος που δημιουργήθηκε για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να ανακτηθεί από τον ιδιωτικό τομέα μέσω της φορολόγησης της περιουσίας.

Πλήρης απασχόληση. Η πολιτική απασχόλησης πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, που να προωθούν την οικολογική βιωσιμότητα και την ισότητα των φύλων. Βασικό συστατικό της πολιτικής απασχόλησης είναι η μείωση του χρόνου εργασίας. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες για την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης πρέπει να ανατραπούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Διδάσκοντας φιλοσοφία στο δημόσιο πανεπιστήμιο: ο θεσμός, τα πεδία ελευθερίας, τα ασύμμετρα δώρα

Standard

του Αριστείδη Μπαλτά

Το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας, που απονέμεται κάθε χρόνο στη μνήμη των αδικοχαμένων καθηγητών Βασίλη Ξανθόπουλου και Στέφανου Πνευματικού, αποτελεί μια ξεχωριστή τιμή για τον βραβευόμενο. Το έτος 2010, το βραβείο απονεμήθηκε στον Αριστείδη Μπαλτά, καθηγητή της Φιλοσοφίας των Επιστημών, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Τον τιμώμενο προσφώνησε ο ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ Θεοδόσης Τάσιος, ενώ το βραβείο απένειμε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας. Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του Α. Μπαλτά κατά την τελετή της βράβευσης (Παλαιά Βουλή, 14.12.2010), εκφράζοντας τη χαρά μας για τη βράβευση ενός καλού συνεργάτη των «Ενθεμάτων» και άξιου δασκάλου, ο οποίος, λόγω και έργω, τιμάει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Μια ομιλία, εκτός των άλλων, ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, στο πλαίσιο της ελληνικής και διεθνούς συζήτησης για την κρίση, τη σημασία, το μέλλον και τις προοπτικές του δημόσιου πανεπιστημίου.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Πάμπλο Πικάσο, «Ο γλύπτης και τρεις χορεύτριες», 1934

–Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας,

–Σεβαστοί και αγαπητοί συνάδελφοι της Επιτροπής του Βραβείου «Β. Ξανθόπουλος και Σ. Πνευματικός»,

–Παλαιόθεν εξαιρετικά αγαπητέ Κύριε Τάσιε,

–Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

–Αγαπητές εν φιλοσοφία φοιτήτριες (οι κυρίες πρέπει πάντα να προηγούνται) και αγαπητοί εν φιλοσοφία φοιτητές — νυν, τέως και αείποτε,

–Κυρίες και Κύριοι,

–Βαγγελιώ,

«Ευχαριστώ» είναι η λέξη από την οποία θα όφειλα, κατά τα ειωθότα, να ξεκινήσω μια ομιλία σαν την παρούσα. Σίγουρα η λέξη δεν είναι απλώς και μόνο χρήσιμη. Είναι λέξη που προσφέρει χαμόγελο και που μπορεί να μας φτιάξει τη διάθεση, είναι λέξη που δεν έχει υποστεί πληθωρισμό, που δεν έχει απαξιωθεί, όπως τόσες άλλες. Έτσι, ακόμη παραπονούμαστε ότι κάποιος «ούτε ένα ευχαριστώ δεν βρήκε να μας πει», ακόμη ανταποδίδουμε με ένα «ευχαριστώ» τη χειρονομία εκείνου που μας κράτησε την πόρτα ανοιχτή, ακόμη λέμε, έστω μόνο μηχανικά, «ευχαριστώ» όταν μας δίνουν τα τσιγάρα στο περίπτερο. (Δεν θα σας κρατήσω πολύ — ήδη αισθάνομαι έντονα την επιθυμία να καπνίσω).

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Καθιστό γυμνό», 1916

Ωστόσο, αυτή η μοναδική λέξη δεν είναι σε θέση να εκφράσει τα πολλά και πολύ διαφορετικά είδη και επίπεδα οφειλής που συγκροτούν σήμερα την παρουσία μου ενώπιον σας. Γιατί ποιας τάξης «ευχαριστώ» μπορώ να απευθύνω στον Εξοχότατο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας που τιμά με την παρουσία του, ακόμη μια φορά, τη μνήμη των άξιων πανεπιστημιακών δασκάλων Βασίλη Ξανθόπουλου και Στέφανου Πνευματικού και, συνακόλουθα, το θετικό έργο που συντελείται, όπως συντελείται, στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο; Ποιας τάξης «ευχαριστώ» μπορώ να απευθύνω στην επιτροπή του ομώνυμου βραβείου που κοπίασε για να με οδηγήσει σήμερα μπροστά σας και ποιας στον καθηγητή κ. Τάσιο για τον τόσο κολακευτικό του έπαινο; Ποιας τάξης «ευχαριστώ» μπορώ να απευθύνω σε εκείνες και εκείνους που αφανώς, αθόρυβα και με απόλυτη ανιδιοτέλεια μου πρόσφεραν την ανεκτίμητη δωρεά της πρότασης που με έφερε μέχρι τούτο το βήμα; Και ποιας τάξης «ευχαριστώ» σε όλες και όλους εσάς που βρίσκεστε σήμερα εδώ, αψηφώντας τις δυσκολίες της ημέρας στην Αθήνα, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα;

Και πώς θα μπορούσα καν να προφέρω τη λέξη «ευχαριστώ», δηλαδή να εκφράσω με όποιο τρόπο ευχαρίστηση, όταν η τιμή που μου γίνεται φέρει ανεξίτηλα τη σκιά του φόνου και του θανάτου, του φόνου και του θανάτου του Βασίλη Ξανθόπουλου και του Στέφανου Πνευματικού που έχασαν τη ζωή τους μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο και για το δημόσιο πανεπιστήμιο; Και ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι ένας ακόμη φόνος, ένας ακόμη θάνατος στοιχειώνει πολύ συγκεκριμένα τη δική μου παρουσία σήμερα εδώ. Εκείνος που κατά μία έννοια ίδρυσε –ή επανίδρυσε για την εποχή μας– τη φιλοσοφία της επιστήμης, δηλαδή τον κλάδο της φιλοσοφίας που προσπαθώ να υπηρετήσω, ο Μόριτζ Σλικ, πρωτεργάτης και κινητήριος μοχλός του «Κύκλου της Βιέννης», δολοφονήθηκε και αυτός στα σκαλιά του πανεπιστημίου από έναν μαθητή του…

Δεν μπορώ λοιπόν να ξεκινήσω απλώς λέγοντας «ευχαριστώ». Τι μπορώ να κάνω; Μια φιλοσοφική διάκριση μου παρέχει τη διέξοδο. Στον λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου μπορώ ίσως να δείξω ή να αναδείξω αυτό το «ευχαριστώ», μπορώ ίσως να το πράξω ή να το επιτελέσω μιλώντας για τον ευρύχωρο θεσμό που είναι σε θέση να παρακινήσει με τον δικό του τρόπο σε όλα αυτά τα επίπεδα, ίσως και σε πολλά άλλα ακόμη, την ίδια την ανάγκη του «ευχαριστώ». Όπως θα καταλάβατε, αναφέρομαι στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Ο θεσμός του δημοσίου πανεπιστημίου λοιπόν. Δημόσιο πανεπιστήμιο-δημόσιος χώρος-δήμος-ισχύς ή κράτος του δήμου-δημοκρατία.

Αυτές οι λέξεις έχουν υποστεί πληθωρισμό. Αυτές κάποιες φορές χρησιμοποιούνται με τρόπους που δεν παραπέμπουν στο ουσιαστικό νόημά τους, αυτές κάποιες φόρες γίνονται άσαρκες και τετριμμένες. Μολαταύτα, παρά τις περιπέτειες από όπου έχουν περάσει και από όπου εξακολουθούν να περνούν, οι λέξεις αυτές παραμένουν ισχυρές, δηλαδή εξακολουθούν να δεσμεύουν. Και επειδή ακριβώς δεσμεύουν, συνιστούν λέξεις επίμαχες. Είμαστε όλοι μάρτυρες του πώς τον τελευταίο καιρό οι διαμάχες ειδικά για το δημόσιο πανεπιστήμιο μαίνονται. Συνέχεια ανάγνωσης

Lutto (Πένθος)

Standard

του Παύλου Κρέμου

Γνωρίζουμε τον Παύλο Κρέμο με πολλές ιδιότητες: καλό φίλο και σύντροφο, παθιασμένο συζητητή, αγωνιστή δοσμένο ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση της ανανεωτικής Αριστεράς, ιδρυτή του Χώρου Τέχνης «Εύμαρος» (που εδώ και λίγους μήνες επαναλειτουργεί, διανύοντας μια δεύτερη άνοιξη). Με τη συλλογή διηγημάτων Fin de siècle όμως, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, ανακαλύψαμε ένα ακόμα χάρισμά του: του διηγηματογράφου. Τα έντεκα κείμενα του τόμου, αυτοβιογραφικά ως επί το πολύ, ξεκινούν από την Κατοχή και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα και της Ιταλίας να κυριαρχούν. Και πιστεύω ότι αυτό που τα κάνει ξεχωριστά –πέρα από τις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που ξέρει να γράφει (όπως και να λέει) ωραία τις ιστορίες του–, είναι το πάθος που περικλείουν, ένα πάθος για τη ζωή, την πολιτική, την Αριστερά, τους ανθρώπους, διασώζοντας στιγμές αληθινές, και γι’ αυτό τόσο δυνατές.

Από το Fin de siècle, με το οποίο εγκαινιάζονται οι εκδόσεις του Εύμαρου (υπεύθυνος: Πέτρος Κακολύρης), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο διήγημα. Είχε πρωτοδημοσιευθεί στον Πολίτη (τχ. 150, Δεκέμβριος 2006). Τα σκίτσα του Χρήστου Πικριδά προέρχονται από τον τόμο, όπου σχολιάζουν και ζωντανεύουν, με το γνώριμο στοχαστικό και λιτό τρόπο του σκιτσογράφου, τα διηγήματα του Κρέμου.

Στρ. Μπ.

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

In memoriam για έναν νεκρό πενήντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του

Αφιερώνεται στην Ειρήνη Ιωάννοβιτς,

που μου έδειξε πώς να ανασυντάσσω το παρελθόν μου

 και να ελπίζω για το μέλλον μου

Στο κέντρο της Αθήνας, Αιόλου και Αγίου Μάρκου, βρίσκεται η εκκλησία που την αποκαλούν Χρυσοσπηλιώτισσα. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι απροσδιόριστος, αποπνέει όμως μια βαθιά ιεροσύνη και ίσως λίγη θλίψη. Είτε αν κοντοσταθείς απλώς να την κοιτάξεις είτε αν, ως πιστός, θελήσεις να προσκυνήσεις είτε ακόμη κι αν προσπεράσεις, απλός διαβάτης που τρέχει στις δουλειές του, δεν μπορεί, κάτι μέσα στην ψυχή σου θα σκιρτήσει. Το παραδέχονται αυτό όλοι οι Αθηναίοι που ρώτησα.

Ο γύρω τόπος είναι άχρονος. Αναλλοίωτος, παρά τις ωραιοποιήσεις που επιδιώκει στο οδόστρωμα η εκάστοτε δημοτική αρχή. Γιατί είναι τόπος μνήμης και συγκέντρωσης ανθρώπων αενάως, πολύ πριν από το 1836, όταν ο καλός αρχιτέκτονας Κλεάνθης φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού, έως το 1944, οπότε λαμβάνει χώρα η μικρή μας ιστορία. Έως και σήμερα, που τα βήματά μου μ’ έφεραν εδώ όπου στάθηκα για να ξαποστάσω και να συλλογιστώ, μήπως βοηθηθώ και τακτοποιήσω τις δικές μου αναμνήσεις, απόγονος εγώ μιας οικογένειας που κατά τον Πόλεμο κατοικούσε πολύ κοντά, επί της οδού Αιόλου.

Πίσω στον Δεκέμβρη του ’44, λοιπόν. Από την Πεντέλη έχει κατεβάσει παγετό, τα μαγκάλια όμως είναι ακόμα παροπλισμένα και τα σώματα ταλαιπωρημένα, χορτάτος δεν είναι κανείς, η φυματίωση καραδοκεί πανταχού παρούσα κι αρχίζει να χασκογελά μαζί με το βορινό αγέρι, το παρελθόν πονάει και το μέλλον διαρκεί πολύ. Όμως, αν και όλα είναι τόσο εύθραυστα, υπάρχει ελπίδα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο για όλους, η τεράστια εαμική παράταξη που με αντιφάσεις και αντιθέσεις παλεύει να διασφαλίσει τις κατακτήσεις του λαού μετέχει στην κυβέρνηση. Νικητές του πολέμου που τελειώνει είμαστε, άλλωστε. Εαμίτες και Σύμμαχοι. Δημοκράτες, κομμουνιστές, ακόμη και φιλοβασιλικοί.

Μπορούμε να συνυπάρξουμε. Πριν από λίγες μέρες η Αθήνα γιόρτασε την Απελευθέρωση.

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Είμαστε στην αρχή των «Δεκεμβριανών», όπως μάθαμε να τα λέμε μετά, κάποιου μήνα που μάλλον θα ’πρεπε να σβηστεί από τη συγκεκριμένη χρονιά, έτσι ηχούσε ο λόγος των μεγαλύτερων στ’ αυτιά της δικής μου παιδικής ηλικίας, δεκαπέντε με είκοσι χρόνια αρ­γότερα. Ήταν ο μήνας «που άρχισαν τα κομμουνιστοσυμμοριτικά εγκλήματα», όπως μας νουθετούσε ο θεολόγος και φανατικός Ζωίτης Βάρτσος στα Θρησκευτικά. Εποχή μεγάλης συμφοράς και διχασμού, για την οποία καλύτερα να μην ομιλούμε, μας προέτρεπαν οι συντηρητικοί κεντρώοι, αλλά τελείως σκοτεινή και ακατανόητη εποχή για εμάς, παιδιά αριστερών μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ενώ οφείλαμε να είμαστε περήφανοι για τους γονείς μας και να χαιρόμαστε που η Ελλάδα μας είχε λευτερωθεί από τη ναζιστική Κατοχή, με μεγάλη αντιθέτως σπουδή αυτοί μας επέβαλλαν το νόμο της σιωπής εξοβελίζοντας τον Δεκέμβρη στον απαγορευμένο κόσμο της λήθης. Θες από το φόβο του μετεμφυλιακού μακελειού και των διώξεων που επέβαλλαν οι νικητές για τουλάχιστον μία τριακονταετία, θες από αμηχανία για το ότι τελικώς δεν έγινε δυνατόν η παράταξή μας να υπάρξει ειρηνικά στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Κάτι μπερδεμένα ακούγαμε μόνον για τον Δεκέμβρη. Κάτι που στην καλύτερη περίπτωση, μέσω διφορούμενων σημασιοδοτήσεων και αυτοσαρκασμού, να μας κινούσε αργότερα την περιέργεια: Μαθαίναμε το τραγουδάκι «Μας πήραν την Αθήνα… νανούμ νανούμ νανούμ, μονάχα για ένα μήνα…». Οι Εγγλέζοι την πήραν!; Μα γιατί; Οι Εγγλέζοι ήταν δικοί μας σύμμαχοι. Ακούγαμε ότι κάποιος Σκόμπυ, Άγγλος σύμμαχος κι αυτός, όχι ναζιφασίστας, δηλαδή από τους «καλούς», σαν τον Τζων Γουέην και το καστ του, που τους θαυμάζαμε στον κινηματογράφο του ’6ο στη «Μεγαλύτερη μέρα του πολέμου» να εφορμούν στις ακτές της Νορμανδίας και με καπνισμένα πρόσωπα να φέρνουν από τη Δύση, μαζί με τον αέρα της νίκης επί του φασισμού, το όνειρο μιας δημοκρατικής εποχής ευημερίας και πανανθρώπινης ευτυχίας. Αυτός ο Σκόμπυ όμως που έκανε απόβαση στον Πειραιά… Κύριε ελέησον! Δεν κόμισε γλαύ­κας παρά «ήρθε με αεροπλάνα και ρουκετοβόλα, μέσα στην Αθήνα να τα κάψει όλα… μόνο το Κολωνάκι να το αφήσει, γιατί το βράδυ εκεί θα κατουρήσει…», όπως έλεγε το σατιρικό τραγουδάκι σε ρυθμό φοξ-τροτ. Και επίσης ακούγαμε, αλλά βλέπαμε και με τα ίδια μας τα μάτια, ότι όχι οι ήρωες μα οι συνεργάτες των Γερμανών και οι δωσίλογοι, αυτοαποκαλούμενοι έκτοτε εθνικόφρονες, είχαν το πάνω χέρι, γι’ αυτό μόκο… Ηθικώς ο Εφιάλτης μπορεί να είναι καταδικασμένος στις συνειδήσεις μας, αδιαλείπτως από την Αρχαιότητα, αλλά καλού κακού ας μην θεωρηθεί ότι κάτι υπονοείται για συγχρόνους μας.

Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας για ν’ ανοίξουν οι ιστορικοί το κουτί της Πανδώρας και ν’ αρχίσει δειλά δειλά «ο Δεκέμβρης» να αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις. Συνέχεια ανάγνωσης