Το χρέος, η αναδιάρθρωση και η χρεοκοπία

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Κ. Μπρανκούζι, δεκαετία του 1920

Λίγοι πιστεύω θα διαφωνήσουν ότι η λέξη της επικαιρότητας είναι η αναδιάρθρωση, μια λέξη που τον τελευταίο καιρό κλίνεται σε όλες τις πτώσεις στα δελτία ειδήσεων και στις αναλύσεις των ειδικών, καθώς οι μεν τη θεωρούν ευεργετική ή αναπόφευκτη, ενώ άλλοι την κρίνουν ολέθρια (ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί μη με ρωτήσετε, εγώ απλώς λεξιλογώ). Λέγοντας αναδιάρθρωση εννοούμε την τροποποίηση των όρων εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους προς το ευνοϊκότερο, με επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής· στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, η λέξη είναι απόδοση του αγγλικού restructuring.

Λεξιλογικά, η αναδιάρθρωση δεν έχει και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Όπως και αρκετές λέξεις του λεξιλογίου μας, είναι σύνθετη όχι με μία αλλά με δύο αρχαίες προθέσεις (ανά και διά) αλλά αρχαία δεν είναι, ούτε καν μεταγενέστερη: φαίνεται να πλάστηκε κατά τον εικοστό αιώνα. Σύνθετες λέξεις με τρεις προθέσεις είναι σαφώς σπανιότερες, π.χ. το αντεπεξέρχομαι, ενώ χαριτολογώντας θα λέγαμε ότι υπάρχει και μια λέξη, αρκετά σχετική με την σημερινή μας κατάσταση, που αποτελείται μόνο από προθέσεις, η αναπαραδιά!

Η αναδιάρθρωση είναι σύγχρονη λέξη λοιπόν, ενώ αντίθετα το χρέος είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, που πολύ νωρίς πήρε τη σημασία της οφειλής και που ανήκει στην πολυπληθή οικογένεια των λέξεων οι οποίες παράγονται από το αρχαίο απρόσωπο ρήμα χρη (ξαδερφάκια της είναι λέξεις όπως χρήμα, χρήσιμος, χρειάζομαι, χρησιμοποιώ, χρησμός, χρεία αλλά και ο αχρείος). Αλλά για το χρέος έχουμε ξαναμιλήσει. Δεν έχουμε όμως μιλήσει για τη χρεοκοπία.

Η χρεοκοπία είναι λέξη με διπλή ορθογραφία, όπως και τα άλλα παράγωγα του χρέους (χρεόγραφο, χρεολύσιο, χρεοφειλέτης, χρεοστάσιο), μια και πολλοί γράφουν χρεωκοπία, χρεώγραφα, χρεωφειλέτης κ.ο.κ.. Η διπλή ορθογραφία υπήρχε ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, και συνήθως στις περιπτώσεις αυτές η καλύτερη λύση είναι να επιλέγουμε την απλούστερη γραφή, δηλαδή χρεοκοπία, χρεοφειλέτης κτλ. Αρκετόν μπελά μας δίνουν οι λέξεις της ομάδας αυτής έτσι κι αλλιώς, ας μην προσθέσουμε και την ορθογραφία τους.

Η χρεοκοπία στη σημερινή γλώσσα σημαίνει την αδυναμία πληρωμής των χρεών, αλλά και έχει και μεταφορική σημασία, αφού σημαίνει την ολοκληρωτική αποτυχία και την απώλεια κύρους (π.χ. χρεοκοπία μιας πολιτικής). Εδώ υπάρχει και γλωσσική ειρωνεία, διότι ο έμπορος που έχει χρεοκοπήσει δεν μπορεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του αλλά ο πολιτικός που έχει μεταφορικά χρεοκοπήσει είναι ο ίδιος… ξοφλημένος. Ένα λαϊκό συνώνυμο της χρεοκοπίας είναι το φαλίρισμα, που λέγεται και φαλιμέντο, παραλλαγή που θυμίζει ακόμα περισσότερο την ιταλική καταγωγή της λέξης, αφού προέρχεται από το ιταλικό fallimento και το ρήμα fallire. Απώτερη αρχή το λατινικό fallere που σημαίνει σφάλλω αλλά και εξαπατώ και που έχει δώσει μεγάλη ποικιλία λέξεων σε διάφορες γλώσσες, από το αγγλικό fail έως τον δικό μας τον φάλτσο. Να πούμε εδώ ότι το ελληνικό ρήμα είναι διπλό, φαλιρίζω και φαλίρω.

Για μια επιχείρηση που πτώχευσε, και ιδίως για έναν έμπορο που άφησε χρέη σε πιστωτές, λέμε ότι έριξε βάρεσε) κανόνι. Παρόμοια φράση (topu atmak) υπάρχει και στα τουρκικά, υποστηρίζεται δε ότι τα παλιά τα χρόνια η πτώχευση ενός εμπόρου ανακοινωνόταν με κανονιοβολισμό — ή ίσως η είδηση της χρεοκοπίας έσκαγε σαν μπόμπα στην πιάτσα. Βέβαια, η φράση «έριξε κανόνι» λέγεται εξίσου και για μαθητές που απέτυχαν στις εξετάσεις, αν και η σημασία της χρεοκοπίας πρέπει να είναι η παλιότερη.

Το κανόνι πάντοτε υπονοεί ότι υπάρχουν χρέη που μένουν ανεξόφλητα. Όταν απλώς κλείνει μια επιχείρηση, λέμε ότι έβαλε λουκέτο — καμιά φορά και χωρίς ρήμα, μόνο το λουκέτο αρκεί για να δηλώσει την οριστική διακοπή της λειτουργίας. Λέμε επίσης ότι η τάδε επιχείρηση που έκλεισε «κατέβασε ρολά», αν και αυτό μπορεί να παραπέμπει επίσης σε παροδικό κλείσιμο (π.χ. λόγω απεργίας), όχι σε οριστικό. Βέβαια, στο ποδόσφαιρο «ρολά κατεβάζει» ο τερματοφύλακας που έχει εξαιρετική απόδοση και σώζει την ομάδα του από σίγουρα γκολ.

Πλάι στο φαλιρίζω, ένα παλιότερο συνώνυμο ρήμα είναι το μουφλουζεύω. Τουρκικής αρχής ο μουφλούζης, από το müflis, που ανάγεται στο αραβικό muflis, που και τα δυο σημαίνουν τον χρεοκοπημένο. Και αυτή ήταν η αρχική σημασία του μουφλούζη και στα ελληνικά, αλλά σήμερα νομίζω ότι περισσότερο λέμε έτσι τον φτωχό γενικά και μάλιστα τον κακομοίρη.

Για τον χρεωμένο, μια παρηγορητική λέξη είναι η σεισάχθεια· έτσι ονόμασε ο Σόλωνας το μέτρο της κατάργησης δημόσιων και ιδιωτικών χρεών που ανακούφισε τη φτωχολογιά της αρχαίας Αθήνας, κυριολεκτικά έσεισε, γκρέμισε ας πούμε, το άχθος, το βάρος που έπεφτε πάνω τους. Στα αρχαία, περίπου παρόμοια σημασία είχε και η χρεοκοπία, σήμαινε τη διαγραφή ενός χρέους χωρίς να πληρωθεί (άλλωστε, κατά το λεξικό Σούδα, η σεισάχθεια είναι «χρεωκοπία δημοσίων και ιδιωτικών, ην εισηγήσατο Σόλων»). Νομίζω ότι εφόσον η γλώσσα μας είναι τρισχιλιετής, μια τέτοια χρεοκοπία πρέπει να την επιδιώξουμε!

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s