Εικόνες από το μέλλον;

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Τρίτη βράδυ. Στην Γ΄ Σεπτεμβρίου ένας μικρόσωμος άνδρας (Ινδός ή Μπαγκλαντεσιανός) που το χείλος του αιμορραγεί δέχεται τη φροντίδα τριών Ελλήνων μπροστά από ένα φαρμακείο. Σε όλο το πεζοδρόμιο μέχρι τον ΟΤΕ υπάρχουν κηλίδες αίματος· λίγο πιο κάτω πάλι αίμα, πρόχειρα σφουγγαρισμένο αυτή τη φορά και δυο γυναίκες που φωνάζουν: «Να τους σκοτώσουν στο ξύλο όλους. Αμάν πια!».

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Δυο μέρες μετά, τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, ναζιστικές ομάδες συνεχίζουν να καταδιώκουν συντεταγμένα και να ξυλοκοπούν όποιον νομίζουν ξένο, να καταστρέφουν βιτρίνες και να λεηλατούν καταστήματα μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Έχουν προηγηθεί οι στυγνές δολοφονίες δύο ανθρώπων από άγνωστους δράστες, η μία την Τρίτη το πρωί στη συμβολή των οδών Γ΄ Σεπτεμβρίου και Ηπείρου με θύμα έναν 44χρονο Έλληνα και λάφυρο μια βιντεοκάμερα και η δεύτερη τα ξημερώματα της Πέμπτης στα Κάτω Πατήσια με θύμα έναν 21χρονο μετανάστη από το Μπαγκλαντές.

Η αναφορά στα γεγονότα δεν γίνεται βέβαια με πρόθεση ειδησεογραφική ή ενημερωτική, αλλά κυρίως για να μπορέσω εγώ ο ίδιος να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, για να μπορέσω να σκεφτώ. Είναι φορές που οι εξελίξεις μας προσπερνούν ή μας καθηλώνουν, και τότε δυσκολεύει ακόμη περισσότερο η προσπάθεια να τις κατανοήσεις και πόσω μάλλον να μιλήσεις γι’ αυτές. Το δράμα της μετανάστευσης, η πολιτική και η απουσία της, ο ρατσισμός κι ο εθνικισμός, η φτώχεια και η ανθρώπινη δυστυχία που δεν έχουν χρώμα και φυλή, η εκμετάλλευση και το οργανωμένο έγκλημα, το κράτος και το παρακράτος, η ανθρωποφαγία των ΜΜΕ και η δική μας, όλα ξαφνικά φαντάζουν λέξεις αδύναμες, παγωμένες και βουβές μπροστά στην όψη του αίματος. Και ο κύκλος δεν κλείνει εδώ.

Τετάρτη μεσημέρι, ο Γιάννης Καυκάς, 31 χρόνων. Παραμένει μέχρι σήμερα στην εντατική σε κρίσιμη κατάσταση μετά από τα δολοφονικά χτυπήματα των αστυνομικών δυνάμεων στο πλαίσιο της καταστολής της απεργιακής κινητοποίησης της Τετάρτης. Ένα «μεμονωμένο περιστατικό», όπως και τόσα άλλα, θυσία στο βωμό της τάξης και της ασφάλειας. Περιστατικό άμεσα καταδικασθέν από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο, μαζί με την τυπική και τόσο υποκριτική καταδίκη της βίας «απ’ όπου κι αν προέρχεται».

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια επίσκεψη στη Λουίζ Μισέλ

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Πολ Λαφαργκ

 μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

Kυκλοφορεί, τις αμέσως επόμενες μέρες, ο δεύτερος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη (Μάιος-Αύγουστος 2011). Κεντρική θέση στα περιεχόμενά του έχει το αφιέρωμα στα 140 χρόνια της Παρισινής Κομμούνας, με κείμενα των Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Ιούλιου Βαλέ, Λουίζ Μισέλ, Ελί Ρεκλί, Ρ. Ποστγκέιτ, Τ. Μαστρογιαννόπουλου, Τ. Κλιφ και Ορ. Πασχαλινά.

Ο αναγνώστης θα βρει ακόμη αφιερώματα στις αραβικές επαναστάσεις και το πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα. Η οικονομική αρθρογραφία του τόμου περιλαμβάνει κείμενα για το δημόσιο χρέος και τη στρατηγική της Αριστεράς (Γ. Δραγασάκης, Π. Λαφαζάνης, Σ. Σακοράφα, Γ. Τόλιος, Μ. Χουσόν, Δ. Μάνος) και θεωρητικές αναλύσεις των Μ. Σκούφογλου, Τζ. Τσουνάρα και Ντ. Κοτζ γύρω από τη σύνδεση της κρίσης με τα γνωρίσματα του τωρινού καπιταλιστικού σταδίου της παγκοσμιοποίησης. Ακολουθούν μια ιστορική αναφορά στον Ηλία Ρούνη, ένα εκτενές αφιέρωμα στον επιφανή ρώσο μαρξιστή Γκεόργκι Πλεχάνοφ, μια κριτική της θεωρίας του ευφυούς σχεδιασμού, άρθρα για το θεατρικό Δείπνο με τον σύντροφο Στάλιν και τη μινωική τέχνη, καθώς και βιβλιοκριτικές. Περισσότερες πληροφορίες στο δικτυακό τόπο www.marxistikiskepsi.gr.

Τα «Ενθέματα» προδημοσιεύουν σήμερα, τη συζήτηση του Πολ Λαφάργκ (ηγετική φυσιογνωμία του γαλλικού σοσιαλιστικού κινήματος και γαμπρός του Μαρξ) με τη Λουίζ Μισέλ, τη διακεκριμένη ηγέτιδα της Κομμούνας, στη φυλακή όπου κρατούνταν· το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Socialiste, 26 Σεπτέμβρη 1885.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»


Jules Girardet, «Η σύλληψη της Λουίζ Μισέλ», 1883

–Τι τρέχει με σένα; Φαίνεσαι αναστατωμένος, σαν η θέα μιας φυλακής να σε ενοχλεί, μου είπε χαμογελαστά η Λουίζ Μισέλ καθώς μπήκα.

–Πολίτισσα, είναι οδυνηρό για μας να ξέρουμε ότι είσαι φυλακισμένη. Αλλά δεν περίμενα να σε δω πίσω από μια θυρίδα. Έλπιζα να σου μιλήσω σε ένα δωμάτιο, να κρατήσω τα χέρια σου.

–Αγαπητέ μου Λαφάργκ, απάντησε, δεν υπάρχει άλλη αίθουσα σε αυτό το ξενοδοχείο όπου οι αστοί με έχουν τοποθετήσει δωρεάν. Δεν παραπονούμαι. Σου λέω την αλήθεια, μου έχουν τύχει και χειρότερα. Βρήκα μια ευτυχία στη φυλακή που ποτέ δεν γνώριζα όταν ήμουν ελεύθερη· έχω χρόνο να μελετώ και επωφελούμαι. Όταν ήμουν ελεύθερη είχα τις τάξεις μου: 150 σπουδαστές ή περισσότερους. Δεν αρκούσαν για να ζω, επειδή τα δύο τρίτα από αυτούς δεν με πλήρωναν. Έπρεπε να παραδίδω μαθήματα στη μουσική, τη γραμματική, την ιστορία, κάτι απ’ όλα, ως τις 10 ή 11 το βράδυ, και όταν πήγαινα σπίτι έπεφτα να κοιμηθώ εξαντλημένη, ανίκανη να κάνω οτιδήποτε. Τότε θα είχα προσφέρει χρόνια της ζωής μου για να έχω χρόνο να αφιερώσω στη μελέτη.

Εδώ, στον Άγιο Λάζαρο, έχω χρόνο για τον εαυτό μου, πολύ χρόνο, και είμαι ευτυχισμένη γι’ αυτό: διαβάζω, μελετώ. Έμαθα αρκετές γλώσσες. Ένας φίλος, ο Γκ…, μου έδωσε μαθήματα ρωσικής και μπορώ ήδη να τη διαβάζω και να τη γράφω λίγο. Ξέρεις ότι έχω άριστη μνήμη, το κύριο που χρειάζεται για τη μελέτη μιας γλώσσας. Έμαθα αγγλικά εντελώς μόνη μου… Για να αναλάβω αυτό που θέλω να κάνω όταν βγω από τη φυλακή, πρέπει να ξέρω αρκετές γλώσσες. Συνέχεια ανάγνωσης

Η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και άλλες πολεοδομικές φαντασιώσεις για το κέντρο της πόλης

Standard

του Κωστή Χατζημιχάλη

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Η πρόθεση της κυβέρνησης να προκηρύξει διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η ευρύτατη δημοσιότητα του θέματος, με εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση και με δημοσιεύσεις στις εφημερίδες, έχει καλλιεργήσει υπερβολικές προσδοκίες, ακόμη και μύθους. Ακούμε και διαβάζουμε για τη «δημιουργία μια νέας συλλογικής ταυτότητας της πόλης μας», ότι η πολεοδομική παρέμβαση στην Πανεπιστημίου θα «δώσει νέα πνοή επαναφέροντας τους κατοίκους στο κέντρο», ακόμη και για «επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων» του κέντρου.

Δεν θα συζητήσω την προτεραιότητα του εγχειρήματος στη σημερινή δεινή οικονομική συγκυρία, σε μια πόλη που δεν έχει λύσει ακόμη το πρόβλημα των σκουπιδιών της. Δεν θα συζητήσω επίσης το κόστος των ερευνών που στηρίζουν την πρόταση και το κόστος του διεθνούς διαγωνισμού, με πιθανό αποδέκτη το αρχείο του ΥΠΕΚΑ, όπως συνέβη με τον αντίστοιχο για το αεροδρόμιο του Ελληνικού πριν εφτά χρόνια. Θέλω όμως να φωνάξω δυνατά ότι η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου είναι ένα μεγάλο πολεοδομικό λάθος, δεν απαντά σε κανένα ουσιαστικό πρόβλημα του κέντρου, ενώ αντιθέτως θα ανατρέψει την ιστορική του ταυτότητα και θα δημιουργήσει σοβαρά κυκλοφοριακά και κοινωνικά προβλήματα στις γειτονικές περιοχές και στη περίμετρο του δακτυλίου. Εξηγούμαι.

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Ένα μεγάλο πολεοδομικό λάθος

1. Η Πανεπιστημίου είναι σχεδιασμένη από το 19ο αιώνα ως ένα βασικό βουλεβάρτο-λεωφόρος της πόλης, ένας βασικός αστικός συντελεστής με ιστορικά χαρακτηριστικά διαμπερούς διέλευσης. Η μετατροπή του σε πεζόδρομο ανατρέπει τις ιστορικές καταβολές της λειτουργίας και του συμβολισμού της ως λεωφόρου και θα αναπαράγει το λάθος του πρόσφατου σχεδιασμού της Ομόνοιας που, από κυκλοφοριακός κόμβος-αναφορά της πόλης, έχει μετατραπεί σε μια αμήχανη, σκοτεινή διέλευση πεζών.

2. Είναι ο πιο φαρδύς δρόμος του κέντρου με επαρκέστατα πεζοδρόμια. Αντί της συνολικής πεζοδρόμησης θα μπορούσαν τα τελευταία να διευρυνθούν και να φυτευτούν, να δημιουργηθεί ποδηλατόδρομος και να επεκταθεί η γραμμή του τραμ, χωρίς να χάσει τη λειτουργία της λεωφόρου. Η παρέμβαση γίνεται εντελώς αποσπασματικά σε ένα μικρό τμήμα της πόλης, χωρίς συνολικότερο σχεδιασμό και με άγνωστες συνδέσεις με το υπό μελέτη νέο ρυθμιστικό της. Συνέχεια ανάγνωσης

Iστορία της εργασίας: νέες προσεγγίσεις σε ένα διαρκές ζήτημα

Standard

συνέντευξη με τη Δήμητρα Λαμπροπούλου 

Το περιοδικό Ιστορείν, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την έκδοση του δέκατου τεύχους του, οργανώνει την επόμενη εβδομάδα ένα μεγάλο και ενδιαφέρον συνέδριο για την ιστορία της εργασίας. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με την ιστορικό Δήμητρα Λαμπροπούλου, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συνεδρίου.

 

Διαδήλωση υπαλλήλων, Αθήνα 1927 (Αρχείο ΓΣΕΕ)

Την πρώτη μου ερώτηση την αντιγράφω από το πρόγραμμα του συνεδρίου: «Γιατί ένα συνέδριο για την εργασία»; 

* Σε μια εποχή κατά την οποία η εργασία και το μέλλον της τελούν υπό καθεστώς έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, ο καιρός είναι ώριμος για να προβληματιστούμε πάνω στην ιστορία της εργασίας. Αυτή είναι μια πρόταση με την οποία ξεκινούσε ένα σημαντικό βιβλίο με τον τίτλο Τα ιστορικά νοήματα της εργασίας, που εκδόθηκε το 1987 υπό την επιμέλεια του βρετανού ιστορικού Πάτρικ Τζόις. Σχεδόν 25 χρόνια αργότερα, η πρόταση διατηρεί την επικαιρότητά της. Σκεφτείτε τα χαρακτηριστικά της τρέχουσας συγκυρίας που ξαναφέρνουν την εργασία στο επίκεντρο των δημόσιων παρεμβάσεων: η διεθνής οικονομική κρίση, τα σύγχρονα μεταναστευτικά ρεύματα, οι μετασχηματισμοί του διεθνούς καταμερισμού, η αποδιάρθρωση των κοινωνικών πολιτικών, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις, η δραματική ανάκαμψη των δεικτών ανεργίας, η αγωνία για την επιδείνωση των όρων ένταξης στην εργασιακή διαδικασία, που φαίνεται να αποτελεί συστατικό της κοινωνικοποίησης των νεότερων γενεών. Οι οξυμένες μορφές που αποκτά το πρόβλημα στις συνθήκες της ύφεσης διασταυρώνονται με προγενέστερες έγνοιες, οι οποίες αφορούν το χαρακτήρα της εργασίας σε συνθήκες τριτογενοποίησης της οικονομίας και παγκοσμιοποίησης του παραγωγικού περιβάλλοντος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κώστας Θεοδοσίου, ο ΕAMίτης

Standard

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Τ’ απόφωνα του Κώστα μου φτάσανε με δυο μηνών καθυστέρηση ως τη στιγμή που γράφω. Δεν ήταν του γραπτού λόγου, κι έτσι δεν τον ξέρουν παρά όσοι τον γνώρισαν· ήταν αφηγητής. Ούτε ήταν δημόσιο πρόσωπο: δάσκαλος ήταν στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Πατρίδα του το Σκαμνέλι, Ζαγορήσιος λοιπόν και Ριζαρίτης. Δεν πέθανε νέος, αλλά αγγίζοντας τα 90. Όταν τον ρωτούσες σε ποιο κόμμα ήταν, απαντούσε: ΕΑΜίτης. Πέρασε από την Αντίσταση, αλλά επιβίωσε χωρίς κλυδωνισμούς. Ήταν πατριώτης και πίστευε και στους μύθους ακόμη της ιστορίας μας: τυπικός εκπρόσωπος της πατριωτικής εαμικής ώσμωσης, που είχε ως έδρασμα την αξιοπρέπεια, ατομική και συλλογική, και τη δικαιοσύνη.

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, από παράνομο λεύκωμα, έκδοση ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, 25 Μάρτη 1943

Είχε ωραία φωνή, έψελνε και τραγουδούσε δημοτικά κι αντάρτικα κι απ’όσο θυμάμαι ποτέ ρεμπέτικα.

Τον γνώρισα από τον Λέανδρο Βρανούση, συντοπίτη του. Τρώγαμε πού και πού (είμαστε στη δεκαετία του 1950) τα μεσημέρια συνήθως, σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, δυο βήματα από την κάμαρη του Λέανδρου, γεμάτη βιβλία· κάπου εκεί κοντά ήταν και το «καμαρί», όπως το έλεγε, του Κώστα Κουλουφάκου. Από τους νεώτερους, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ο υποφαινόμενος και ίσως και ο ευφάνταστος ζωγράφος Θέμος Μάιπας, κι αυτός Ζαγορήσιος· καλή φωνή, τραγουδούσε κι αυτός βλάχικα τραγούδια, εκεί ή αλλού, ίσως αυτοσχεδιάζοντας. Ανάμεσα στους μεγαλύτερους, ο Βασίλης Σφυρόερας. Εκεί ακούγαμε την πλούσια κλίμακα της φωνής του Κώστα Θεοδοσίου: «Τούρκοι, βαστάτε τα’ άλογα / λίγο να ξανασάνω», κατσαντωνέικο τραγούδι και άλλα. Με τον Λέανδρο πηγαίναμε σε ένα υπόγειο της οδού Δώρου στην Ομόνοια, όπου έπαιζαν οι Χαλκιάδες — δεν έφτασα τον Φίλιππο Ρούντα· ερχόταν, αν δεν ξαστοχεύω, κι ο Κώστας. Όταν τέλειωναν ό,τι είχαν να πουν για τους σωφεραίους που σύχναζαν εκεί, έπαιζαν και για μας, το συντοπίτη τους δηλαδή Λέανδρο: ωραία ηπειρώτικα τραγούδια, όχι χορευτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πυρομανής πυροσβέστης και η μαλακή σκανδάλη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του  Κώστα Αθανασίου

Αντόνιο Μπέρνι, «Η διαδήλωση», 1934

«Ο δρόμος ήταν στρωμένος με φέιγ βολάν. Έσκυψα και πήρα ένα. Έλεγε: “Η Κοσμοχαλασιά που η κυβέρνηση αρνείται να δει”. Είχαν φωτογραφίες από ένα τετράγωνο, πριν και μετά την Κοσμοχαλασιά. Στο “πριν” έβλεπες σπίτια το ένα δίπλα στ’ άλλο, ενώ στο ‘μετά’ φαίνονταν μόνο άδειες αλάνες».

Η χρονιά της ερήμου, του Αργεντινού Πέδρο Μαϊράλ (μτφ. Β. Κνήτου, Πόλις), είναι ένα βιβλίο που σίγουρα έκανε αίσθηση το 2010, όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Ο Μαϊράλ περιγράφει μια δυστοπική κατάσταση, την Κοσμοχαλασιά, που εξαπλώνεται και κατατρώγει μια ολόκληρη χώρα, τη διαβρώνει, μέχρι που τελικά τη διαλύει. Η Κοσμοχαλασιά συντρίβει τα πάντα στο διάβα της· πάνω απ’ όλα όμως συντρίβει τους ανθρώπους, τη ζωή τους, τις σχέσεις ανάμεσά τους. Η Κοσμοχαλασιά, τελικά, είναι ένα κύμα αγριότητας που σαρώνει τα πάντα.

Ένα χαρακτηριστικό είναι το πώς, στα πρώτα στάδια της Κοσμοχαλασιάς, η καταστολή «κοινωνικοποιείται», ασκείται από τον διπλανό και τον γείτονα, παραλογίζεται, παίρνει διαστάσεις νοσηρές: «“Δεν μπορείτε να διαβάζετε στην ουρά, δεσποινίς”. “Γιατί;” τον ρώτησα, κι ένας τύπος που ήταν πιο πίσω, με την επιδοκιμασία όλων, είπε: “Δεν γίνεται να διαβάζεις, αγαπητή μου, αν περιμένεις, περιμένεις”».

   Το βιβλίο διαβάστηκε από πολλούς ως μια αλληγορία και απειλητική «υπενθύμιση» της ερήμωσης που έφεραν στην Αργεντινή τα χρόνια του ΔΝΤ (του «πυρομανή πυροσβέστη», όπως το αποκαλούσαν) και η οποία κορυφώθηκε με την κρίση του 2001, όταν η χώρα έζησε αυτό που ο οικονομολόγος Ατίλιο Μπορόν αποκάλεσε «κοινωνικό ολοκαύτωμα». Συνέχεια ανάγνωσης

Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη

Standard

του Άντον Πάννεκουκ

μετάφραση από τα αγγλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου

Στις 28 Απριλίου συμπληρώθηκαν 51 χρόνια από τον θάνατο του Άντον Πάννεκουκ. Με την ευκαιρία αυτή, και με μικρή καθυστέρηση, δημοσιεύουμε το κείμενο του Πάνεκουκ «Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη» (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Western Socialist, τον Νοέμβριο του 1947), μαζί με εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, Γιώργου Παπαναγιώτου. Επίσης, στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» (enthemata.wordpress.com) δημοσιεύονται σήμερα τέσσερα ακόμα κείμενα του Πάννεκουκ («Η αποτυχία της εργατικής τάξης», «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα», «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών», «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης»), όλα σε μετάφραση Γ. Παπαναγιώτου.

«Ε»

 Όλοι παραδέχονται ότι στόχος του σοσιαλισμού είναι να πάρει τα μέσα παραγωγής από τα χέρια της καπιταλιστικής τάξης και να τα παραδώσει στους εργαζόμενους. Μιλώντας γι’ αυτόν τον στόχο, χρησιμοποιούνται αδιακρίτως –σα να ήταν ταυτόσημες– οι εκφράσεις «δημόσια ιδιοκτησία» και «κοινοκτημοσύνη» των μέσων παραγωγής. Κι όμως, υπάρχει σαφής και θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο εκφράσεων.

Δημόσια ιδιοκτησία είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δηλαδή το δικαίωμα διάθεσης, που ασκείται από ένα δημόσιο σώμα το οποίο εκπροσωπεί την κοινωνία, δηλαδή από μια κυβέρνηση, από την κρατική εξουσία ή από κάποιο άλλο πολιτικό σώμα. Τα πρόσωπα που αποτελούν αυτό το σώμα, οι υπουργοί, οι πολιτικοί, οι αξιωματούχοι, οι διοικητές, οι διαχειριστές, είναι οι άμεσοι κύριοι των μέσων παραγωγής· αυτοί διευθύνουν και ρυθμίζουν την παραγωγική διαδικασία και διοικούν τους εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, η κοινοκτημοσύνη είναι το δικαίωμα διάθεσης που ασκείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους· η ίδια η εργατική τάξη –με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου, δηλαδή του συνόλου όσων συμμετέχουν στην καθαρά παραγωγική εργασία, συμπεριλαμβανομένων των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών και των επιστημόνων–, οι εργαζόμενοι, είναι οι άμεσοι κύριοι του παραγωγικού μηχανισμού, διαχειρίζονται, διευθύνουν και ρυθμίζουν οι ίδιοι την παραγωγική διαδικασία, η οποία είναι στην πραγματικότητα η κοινή τους εργασία. Συνέχεια ανάγνωσης