Ο πυρομανής πυροσβέστης και η μαλακή σκανδάλη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του  Κώστα Αθανασίου

Αντόνιο Μπέρνι, «Η διαδήλωση», 1934

«Ο δρόμος ήταν στρωμένος με φέιγ βολάν. Έσκυψα και πήρα ένα. Έλεγε: “Η Κοσμοχαλασιά που η κυβέρνηση αρνείται να δει”. Είχαν φωτογραφίες από ένα τετράγωνο, πριν και μετά την Κοσμοχαλασιά. Στο “πριν” έβλεπες σπίτια το ένα δίπλα στ’ άλλο, ενώ στο ‘μετά’ φαίνονταν μόνο άδειες αλάνες».

Η χρονιά της ερήμου, του Αργεντινού Πέδρο Μαϊράλ (μτφ. Β. Κνήτου, Πόλις), είναι ένα βιβλίο που σίγουρα έκανε αίσθηση το 2010, όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Ο Μαϊράλ περιγράφει μια δυστοπική κατάσταση, την Κοσμοχαλασιά, που εξαπλώνεται και κατατρώγει μια ολόκληρη χώρα, τη διαβρώνει, μέχρι που τελικά τη διαλύει. Η Κοσμοχαλασιά συντρίβει τα πάντα στο διάβα της· πάνω απ’ όλα όμως συντρίβει τους ανθρώπους, τη ζωή τους, τις σχέσεις ανάμεσά τους. Η Κοσμοχαλασιά, τελικά, είναι ένα κύμα αγριότητας που σαρώνει τα πάντα.

Ένα χαρακτηριστικό είναι το πώς, στα πρώτα στάδια της Κοσμοχαλασιάς, η καταστολή «κοινωνικοποιείται», ασκείται από τον διπλανό και τον γείτονα, παραλογίζεται, παίρνει διαστάσεις νοσηρές: «“Δεν μπορείτε να διαβάζετε στην ουρά, δεσποινίς”. “Γιατί;” τον ρώτησα, κι ένας τύπος που ήταν πιο πίσω, με την επιδοκιμασία όλων, είπε: “Δεν γίνεται να διαβάζεις, αγαπητή μου, αν περιμένεις, περιμένεις”».

   Το βιβλίο διαβάστηκε από πολλούς ως μια αλληγορία και απειλητική «υπενθύμιση» της ερήμωσης που έφεραν στην Αργεντινή τα χρόνια του ΔΝΤ (του «πυρομανή πυροσβέστη», όπως το αποκαλούσαν) και η οποία κορυφώθηκε με την κρίση του 2001, όταν η χώρα έζησε αυτό που ο οικονομολόγος Ατίλιο Μπορόν αποκάλεσε «κοινωνικό ολοκαύτωμα».

(Σήμερα, βέβαια, δεν είναι λίγοι αυτοί που παρουσιάζουν την Αργεντινή ως υπόδειγμα. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, τον τίτλο τής  –όχι ιδιαίτερα αριστερίστικης– El País, «Η πείνα επιστρέφει στην Αργεντινή»… Ας μην ξεχνάμε τα δέκα παιδιά που έχουν πεθάνει από πείνα στην επαρχία της Σάλτα μέσα στο 2011, την αύξηση του αριθμού όσων βρίσκουν καταφύγιο στα συσσίτια, το 23,8% του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας… Είναι μάλλον προφανές ότι στην Αργεντινή κάποιοι, όχι λίγοι, εξακολουθούν να ζουν την Κοσμοχαλασιά τους.

   Βρέθηκα στο Μπουένος Άιρες πέρυσι. Ερχόμουν από την Αβάνα, μια πόλη που απλώνει τη φτώχεια της, τις πληγές της, σε κοινή θέα, στη χλεύη και στα ειρωνικά σχόλια κάθε τουρίστα. Αντίθετα, το κέντρο του Μπουένος Άιρες, γυαλισμένο και φροντισμένο, «κηλιδώνεται» κάπως από τις δεκάδες των αστέγων που κάθε νύχτα κατακλύζουν τις εισόδους των κρατικών και άλλων κτηρίων. Το Μπουένος Άιρες ξέρει να κρύβει ό,τι ενοχλεί· είναι απολύτως βέβαιον ότι κανείς τουρίστας δεν θα φτάσει ποτέ στη Βίγια 31 και στις άλλες παραγκουπόλεις –«στρατόπεδα συγκέντρωσης της δημοκρατίας», τις αποκαλεί κάποιος–, για να δει το πραγματικό πρόσωπο της εξαθλίωσης. Το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι η φτώχεια, αλλά η επικοινωνιακή διαχείρισή της.)

Ευθύς εξαρχής τα σκληρά μέτρα λιτότητας (που «ήταν απαραίτητα για να βγει η χώρα από την κρίση»…) συνδυάστηκαν με την επιβολή «αντιτρομοκρατικών» νόμων, που μοναδικό στόχο είχαν να ποινικοποιήσουν την κοινωνική διαμαρτυρία. Το γαϊτανάκι των αντιτρομοκρατικών νόμων δεν ήταν ιδιαιτερότητα της Αργεντινής, καθώς τέτοιοι νόμοι πέρασαν σε πολλές χώρες, πάντα σε συνδυασμό με την ποινικοποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας μπροστά στα σκληρά μέτρα. Στη γειτονική Χιλή, για παράδειγμα, μαζικά θύματα του αντιτρομοκρατικού νόμου ήταν οι ιθαγενείς Μαπούτσε, που διεκδικούσαν τη γη τους από τις πολυεθνικές. (Από τα Wikileaks φάνηκε ότι ακόμα και η πρεσβεία των ΗΠΑ έλεγε πως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία για τρομοκρατία για τους Μαπούτσε, ωστόσο η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Χιλής φυλάκισε, δίκασε, καταδίκασε — κάποιοι είναι ακόμα μέσα.)

Στην Αργεντινή, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ 1983 και 2010 (επί δημοκρατίας) τα θύματα της καταστολής ήταν 3.093 άτομα! Είναι χαρακτηριστικός ο όρος gatillo fácil (εύκολη, «μαλακή» σκανδάλη), που υποδηλώνει τη στάση των αστυνομικών απέναντι στην κοινωνική διαμαρτυρία. Η φάμπρικα των αντιτρομοκρατικών νόμων, μάλιστα, συνεχίστηκε και επί προεδρίας Κριστίνα Φερνάντες. Η Αργεντινή έδειξε ότι όταν η οργή της κοινωνίας γίνεται «επικίνδυνη», συνήθως το πρώτο θύμα εκ μέρους του κράτους είναι η δημοκρατία· η λιτότητα και η καταστολή πάνε παρέα. Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στα αρχεία για να βρει την επιχειρηματολογία της κρατικής βίας και της καταστολής των κοινωνικών αγώνων· αρκεί να διαβάσει τα νέα σε ορισμένες σημερινές ελληνικές εφημερίδες ή να ανοίξει στις 8 το βράδυ κάποιο μεγάλο κανάλι.

Τη χρυσή εποχή των ιδιωτικοποιήσεων («αποκρατικοποιήσεων»…), τότε που ο Μένεμ πουλούσε τα Μπόινγκ του εθνικού αερομεταφορέα της Αργεντινής συμβολικά για 1,54 δολάριο, όσοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου κατηγορήθηκαν απλώς για στείρα αντιπολίτευση και όσοι αντιστάθηκαν μετατράπηκαν σε «τρομοκράτες». Κανείς δεν είχε δικαίωμα να κηλιδώνει το πανηγύρι, κανείς δεν είχε δικαίωμα να αμφισβητεί τον μονόδρομο… Και μετά ήρθε το 2001.

                                                           

 

 

Αντόνιο Μπέρνι,  «Η διαδήλωση», 1934

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s