Η συναίνεση και οι αγανακτισμένοι

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αβραάμ Ράτνερ, "Φωτιά", 1932

 Δυο λέξεις κονταροχτυπιούνται για τον τίτλο της λέξης του μήνα που μας πέρασε, οπότε για να μην αδικήσω καμιά τους θα ασχοληθώ σήμερα και με τις δύο. Καταρχάς έχουμε τη συναίνεση, που ακούστηκε πάρα πολύ επειδή οι δανειστές μας, που μας έβαλαν, όχι και πολύ συναινετικά είναι η αλήθεια, το μαχαίρι στο λαιμό, ζητούν να συναινέσει και η αντιπολίτευση στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ειδάλλως, λένε, δεν θα εκταμιευθεί η περίφημη πέμπτη δόση του δανείου και από τον Ιούλιο μας απειλούν ότι το ταμείον θα είναι μείον.

Συναίνεση λοιπόν, λέξη αρχαία, από το ρήμα συναινώ, που είναι βέβαια σύνθετο, από το συν και το αινώ, το οποίο παράγεται από το ουσιαστικό αίνος, που είναι ομηρικό. Και επειδή αινώ θα πει υμνώ, αν η σημασία υπαγορευόταν πάντοτε από την ετυμολογία (φυσικά αυτό δεν ισχύει) θα μπορούσαμε να πούμε ότι όσοι συναινούν υμνούν όλοι μαζί κάτι· τι άραγε; τις αγορές προφανώς. Βέβαια, στην πραγματικότητα συναινώ σημαίνει «συγκατατίθεμαι, συμφωνώ», αν και στην αρχαιότητα υπήρχε επίσης η σημασία «παραχωρώ» — μερικοί θα έλεγαν ότι υπάρχει ακόμα.

Ο αίνος, που ήταν ο λόγος ο βαθύς, ο γεμάτος νόημα, και στη συνέχεια ο ύμνος και το εγκώμιο, επιβιώνει στην εκκλησιαστική γλώσσα (όπως άλλωστε και το αινώ), ενώ σαν σύνθετο τον βρίσκουμε στον έπαινο. Της ίδιας οικογένειας είναι και το αίνιγμα.

Η συναίνεση χρησιμοποιείται πολύ στη νομική ορολογία, αλλά για τους αμύητους πιο γνωστό είναι το συναινετικό διαζύγιο, που παλιότερα λέγαμε ότι έβγαινε «κοινή συναινέσει», ενώ στην πολιτική έχουμε τις συναινετικές διαδικασίες, όταν δηλαδή δεν γίνεται ψηφοφορία ανάμεσα στις προτάσεις αλλά επιδιώκεται η σύνθεσή τους· αυτά στη θεωρία βέβαια. Υπάρχει επίσης, και ελπίζω να μη διαβάζουν παιδιά, η συναινετική σεξουαλική πράξη, που γίνεται με τη συγκατάθεση και των δύο συντρόφων, όπως φαίνεται ότι δεν έγινε στη σουίτα του νιουγιορκέζικου ξενοδοχείου. Κάποιες από αυτές τις χρήσεις είναι μεταφραστικά δάνεια από το αγγλικό consensual.

***

Μια άλλη λέξη που επίσης ακούστηκε πάρα πολύ, τις τελευταίες μέρες του μήνα αυτή, είναι οι αγανακτισμένοι — ή, οι indignados, μια και πρόκειται για ένα κίνημα που ξεκίνησε στην Πουέρτα ντελ σολ και τις άλλες πλατείες της Ισπανίας, πριν απλωθεί και στα μέρη μας, όπου όμως φαίνεται να ρίζωσε γερά στο Σύνταγμα και τις άλλες μεγάλες πλατείες των ελληνικών πόλεων.

Στην αγανάκτηση αναγνωρίζουμε το αρχαίο άγαν, που θα το ξέρουμε από το αρχαίο ρητό μηδέν άγαν, που το επαναλαμβάνουμε κι εμείς παπαγαλιστί και ξέρουμε ότι θα πει να αποφεύγουμε τις υπερβολές, αν όμως κάποιος μας επισημάνει την τεράστια διαφορά ανάμεσα στο αρχαίο ιδανικό και τη συμπεριφορά των σημερινών Ελλήνων μπορεί και να τον πούμε ανθέλληνα. Το ρήμα αγανακτώ είναι αρχαίο λοιπόν, ήδη από τον Πλάτωνα, και σύμφωνα με τους ετυμολόγους το δεύτερο μισό της λέξης μπορεί να συνδέεται με το ρήμα έχω (πρβλ. πλεονεκτώ), επομένως όποιος αγανακτεί έχει πολλά μέσα του, έχει έρθει «μέχρις εδώ» όπως θα λέγαμε.

Η μετοχή του ρήματος είναι αγανακτισμένος, πράγμα που κάνει μερικούς καθαρολόγους να… αγανακτούν, διότι, λένε, κανονικά θα «έπρεπε» να είναι αγανακτημένος, αφού δεν υπάρχει ρήμα αγανακτίζω· δεν έχουν όμως δίκιο, διότι παραβλέπουν ότι η κατάληξη -ισμένος έχει αυτονομηθεί από το ρήμα και ότι λέμε π.χ. ευτυχισμένος και όχι βέβαια *ευτυχημένος, παρόλο που το ρήμα είναι ευτυχώ και όχι… ευτυχίζω. (Λες και η γλώσσα, πράγμα ανυπόταχτο και κομμουνιστικό, μπορεί να μπει σε καλούπια. Τα καλούπια τα φτιάχνουμε εμείς μετά).

Η ισπανική λέξη indignado είναι μετοχή του ρήματος indignarse, το οποίο ανάγεται, όπως και τα συγγενικά του των άλλων ρωμανικών γλωσσών, στο λατινικό indignari, που σήμαινε «αγανακτώ» αλλά και «θεωρώ κάποιον ανάξιο», από το indignus, ανάξιος (θα αναγνωρίσατε ίσως τη ρίζα του αγγλικού dignity, αξιοπρέπεια).

Και μια και πιάσαμε τα ξενόγλωσσα, η συναίνεση στα αγγλικά και στα γαλλικά είναι consensus, ίδια και απαράλλαχτη δηλαδή η λατινική λέξη. Πιθανόν να έχετε ακούσει μερικούς να λένε και στα ελληνικά «το κονσένσους», είτε επειδή δεν βρίσκουν την ελληνική λέξη είτε για να κάνουν φιγούρα.

Εγώ πάντως θυμάμαι ένα παλιό σύνθημα που είχε πριν από καμιά εικοσπενταριά χρόνια η γαλλική αριστερή εργατική παράταξη CGT, όταν απέρριπτε τη συναίνεση στους χώρους εργασίας: Le consensus, ça fait des cons sans sous, εξαιρετικό λογοπαίγνιο που μεταφράζεται: η συναίνεση κάνει κορόιδα χωρίς δεκάρα (και μάλιστα κορόιδα που αρχίζουν από μι). Οι αγανακτισμένοι, φαντάζομαι κι ελπίζω, δεν θα πιαστούν κορόιδα.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarrantakos.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s