Η κατάργηση του δικαιώματος στη διαφωνία

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

 

Έργο του Τζωρτζ Γκρος

Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δε θα μπορούσε να είναι πιο σαφής και αυστηρή στο λιτό της ύφος. Διαβάσαμε λοιπόν πριν από μερικές ημέρες: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λυπάται για την αποτυχία των αρχηγών των ελληνικών πολιτικών κομμάτων να πετύχουν συναίνεση όσον αφορά την οικονομική προσαρμογή με στόχο να ξεπεραστεί η κρίση χρέους. Αναμένουμε ότι θα συνεχιστούν οι προσπάθειες προκειμένου να επιτευχθεί διακομματική συμφωνία και υποστήριξη προς το πρόγραμμα Ε.Ε.-ΔΝΤ. Πρέπει να υπάρξει σύντομα συμφωνία. Ο χρόνος τελειώνει. Είναι ζωτικής σημασίας για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας όλα τα ελληνικά κόμματα, περιλαμβανομένων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, να υιοθετήσουν εποικοδομητική νοοτροπία και να υποστηρίξουν το πρόγραμμα Ε.Ε.-ΔΝΤ και την εφαρμογή του».[1]

Δεν είναι η πρώτη φορά βεβαίως που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ειδικά από τη στιγμή που εισήλθαμε στον ιδιότυπο μηχανισμό «διάσωσης»· μιας «διάσωσης» που, μέρα με τη μέρα, όλο και πιο καθαρά, δείχνει να στραγγαλίζει τον «διασωζόμενο» ελληνικό λαό. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν λυπάται γι’ αυτό. Λυπάται γιατί οι αρχηγοί των ελληνικών κομμάτων (αλλά και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα στο σύνολό τους, όπως δηλώνεται στο κείμενο) δε συναινούν στην εφαρμογή ενός προγράμματος «δημοσιονομικής προσαρμογής» που ως μόνα ξεκάθαρα αποτελέσματα μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει την άνευ προηγουμένου (τουλάχιστον όσον αφορά τα μεταπολεμικά χρόνια) επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, τη βαθιά –και χωρίς προοπτική άμεσα διαφαινόμενης ανάκαμψης– ύφεση και την εκτόξευση του δημοσίου χρέους σε νέα ιστορικά ύψη. Μα γιατί άραγε δε συναινούν οι πολιτικοί αρχηγοί σε ένα τέτοιο λαμπρό πρόγραμμα; Γιατί δεν υιοθετούν, όπως ζητά η Επιτροπή, μία «εποικοδομητική νοοτροπία»;

Χωρίς να κρίνουμε εδώ το περιεχόμενο των αντιπροτάσεών τους ή την όποια αιτιολόγηση της άρνησης εκεί όπου δεν εντοπίζουμε κάποια θετική αντιπρόταση, αξίζει ωστόσο να εστιάσουμε στο δικαίωμα στη διαφωνία καθεαυτό. Δε μας απασχολεί με άλλα λόγια το περιεχόμενο της διαφωνίας, αλλά η ίδια της η σημασία ως τέτοια. Είναι μάλλον κλισέ, αλλά ας το υπενθυμίσουμε. Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε έναν ορισμό της δημοκρατίας σε όσο το δυνατό λιγότερες κουβέντες, θα λέγαμε πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα που νομιμοποιεί και θεσμοποιεί τη διαφωνία. Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν μονόδρομοι –όπως έχουμε βαρεθεί να ακούμε τον τελευταίο χρόνο–, αφού η λύση σε ένα πρόβλημα δεν είναι ποτέ μία και αδιαμφισβήτητη, αλλά έγκειται ακριβώς στη στιγμή της απόφασης. Και απόφαση σημαίνει επιλογή μίας εναλλακτικής οδού μεταξύ άλλων, που δεν χάνουν όμως την αξία τους. Αν η σημασία της διαφωνίας και του πλουραλιστικού ανταγωνισμού έτεινε απλώς να τεθεί στο περιθώριο τα τελευταία χρόνια, μέσα στον μεταδημοκρατικό δημοσιολογικό χυλό της ύστερης μεταπολίτευσης, σήμερα μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια πως επιχειρείται ο ενταφιασμός της! Η ίδια η κυβέρνηση, όπως άλλωστε τονίζει με κάθε αφορμή, δεν επιλέγει, δεν αποφασίζει, αλλά ακολουθεί ευλαβικά ένα συγκεκριμένο μονόδρομο μονοπάτι, που προβάλλει ως η μοναδική οδός για τη «σωτηρία». Θαρρεί κανείς πως δεξιά κι αριστερά χάσκει ο γκρεμός και άρα παρέκκλιση από τον ακολουθούμενο δρόμο θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Για να σιγουρευτούμε ότι αυτό το μονοπάτι είναι πραγματικά η μοναδική οδός προς τη «σωτηρία», πέρα από τις εγχώριες συναγερμικές εκκλήσεις σε «πανεθνική συστράτευση», στο «πατριωτικό καθήκον», και άλλα τέτοια σχετικά, που λιτανικά μηρυκάζει ο πρωθυπουργός της χώρας, όλο και πυκνώνουν οι αυστηρές παρεμβάσεις από τους εταίρους-δανειστές μας. Το σημαίνον της «συναίνεσης» που πρόβαλε σε πρώτη φάση στο λόγο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά πλέον και των λοιπών εταίρων της περίφημης «τρόικας», ως νουθεσία, ως παραίνεση, τώρα αποκτά τον χαρακτήρα ξεκάθαρου εκβιασμού: Συναινέστε στο μονόδρομο που χαράσσεται από τη “μνημονιακή” πολιτική, αλλιώς δε βλέπετε άλλη δόση! Η Ευρωπαϊκή Ένωση τελικά, στο περιβάλλον που δημιούργησε η διεθνής οικονομική κρίση, όπως αυτή κορυφώθηκε το 2008 σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και όπως μετεξελίχθηκε στο ιδιαίτερο μικρο-περιβάλλον της Ένωσης τον τελευταίο χρόνο, λειτούργησε περισσότερο ως μέρος του προβλήματος παρά ως μέρος της λύσης. Ο οικονομίστικος λόγος της «αγοράς» έχει επιβάλει ολοκληρωτικά την παρουσία του και η πολιτική (ως συζήτηση μεταξύ εναλλακτικών προοπτικών με αγωνιστική διάθεση, ως διαφωνία-ανταγωνισμός, ως επιλογή-απόφαση) έχει τεθεί πλέον στο περιθώριο και κάθε ψήγμα επανεμφάνισής της ξορκίζεται ως «λαϊκισμός» ή «ανευθυνότητα», ακόμα και ως «αντιπατριωτική» στάση, όπως ιδιαίτερα εμφανίζεται στην ημεδαπή.

Δε θα ήταν υπερβολή τελικά να πούμε πως σήμερα, στον λόγο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά βεβαίως και της ελληνικής κυβέρνησης, η δημοκρατία καταργείται στο όνομα της «οικονομικής αναγκαιότητας». Από την άλλη βεβαίως, οφείλουμε να μην παραβλέπουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί συγκεκριμένο πολιτικό/τεχνοκρατικό όργανο και άρα η κάθε υπόδειξη ή πρότασή (ουσιαστικά παρέμβασή) της εκφράζει μία πολιτική επιλογή και όχι (όπως συχνά παρουσιάζεται) «αντικειμενική» ανάγκη. Η προσπάθεια απώθησης του πολιτικού χαρακτήρα της εκάστοτε επιλογής συνιστά ταυτόχρονα προσπάθεια απώθησης της πολιτικής συνολικά και εν προκειμένω απόπειρα συγκάλυψης του γεγονότος ότι η Επιτροπή φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο ως όργανο των περίφημων «αγορών».[2] Και δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ιστορικά βλέπουμε την πολιτική επιλογή του κυρίαρχου να ενδύεται το πέπλο της «αντικειμενικής» ανάγκης

Η «συναίνεση», την οποία είχαμε συνηθίσει με το προσωπείο του επιθυμητού ή/και του ευκταίου –ίδιον άλλωστε της μεταπολιτικής στροφής στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαπέντε περίπου ετών– επανασυστήνεται τελικά ως έξωθεν εκπορευόμενη εκβιαστική επιβολή, ως επιτακτικό κάλεσμα συμμόρφωσης σε μια υποτιθέμενη «εποικοδομητική νοοτροπία». «Αναγκαία» επομένως και η συναίνεση.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Το πρόβλημα εδώ πρέπει να τεθεί ξεκάθαρα. Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί, δεν είναι άλλο από το «σκάνδαλο» της δημοκρατίας.[3] Η τεχνοκρατική διαχείριση του βίου (ή, αλλιώς: της «καθημερινότητας του πολίτη»), η πολιτική με άλλα λόγια στη σημερινή της μεταλλαγή, ως «αστυνόμευση» (police) ή κατάτμηση των ιδιαίτερων αιτημάτων-ταυτοτήτων, ως διαδικασία διευθετήσεων και διακανονισμών, δε μπορεί να ανεχθεί πλέον την επίμονη και ενοχλητική ανάδυση της αρνητικότητας, ή αν θέλετε, του «πολιτικού», και αναζητά διεξόδους σε διάφορες πανικόβλητες αυστηρές ανακοινώσεις. Καθώς περνάμε από την παραίνεση/ευχή στον εκβιασμό (που ενέχει και μια μορφή βίας), το πρόβλημα δεν έγκειται πια στην διλημματική επιλογή ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊσμό ή αντιευρωπαϊσμό, αλλά στο ίδιο το μέλλον της δημοκρατίας: πόσο απέχει τελικά η μεταδημοκρατική παρέκκλιση από μία αντι-δημοκρατική τροπή; Μήπως τελικά, σήμερα, από τη μεταδημοκρατία αγόμαστε πέρα από τη δημοκρατία;

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία και το ευρωπαϊκό κίνημα των «αγανακτισμένων» για «πραγματική δημοκρατία» που, ξεκινώντας από τις πλατείες της Ισπανίας, έχει εξαπλωθεί και κάνει πλέον ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας, τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης, στην Λάρισα, στην Πάτρα, αλλά και σε πολλές άλλες πλατείες της χώρας. Όσο προβληματικό και αν φαντάζει σε ορισμένους αυτό το κίνημα, όσα και αν μπορούν να λεχθούν για τα ιδιαίτερα (πολιτικά ή «απολίτικα», ξεκάθαρα ή αμφίσημα) περιεχόμενά του, δείχνει να εκφράζει ωστόσο ένα γνήσιο αίτημα των καιρών απέναντι στον (περισσότερο από ποτέ) εμφανή εκφυλισμό, αν όχι την καταστροφή, της υπαρκτής δημοκρατίας.[4] Και αυτό είναι κάτι με το οποίο οφείλουμε να ασχοληθούμε επισταμένως, ανεξάρτητα από της ιδιαίτερες θεωρητικο-πολιτικές υποκειμενικές μας δεσμεύσεις ή/και στρατεύσεις.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.


Κατά τη σύνταξη του παρόντος επωφελήθηκα από συζητήσεις με τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή, στους οποίους οφείλω θερμές ευχαριστίες.

[1] Βλ. «Η Κομισιόν προειδοποιεί: Συμφωνήστε στα μέτρα, ο χρόνος τελειώνει», Ελευθεροτυπία, 28.5.2011.

[2] Βλ. εδώ και τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Dirk Kurbjuweit στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, ο οποίος σημειώνει σε πρόσφατο εκτενές άρθρο του: «Στη σημερινή Ευρώπη οι λαοί δεν έχουν πλέον τον έλεγχο. Αντ’ αυτού, οι πολιτικοί έχουν μετατραπεί σε σκλάβους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των αγορών. […] Αυτό είναι που είναι τόσο ενοχλητικό στη σημερινή κατάσταση: το γεγονός ότι οι πολιτικοί δείχνουν τόσο ανήμποροι και αβοήθητοι. Έχουν αποκτήσει ένα νέο αφέντη, και δεν είμαστε εμείς, ο λαός […] αλλά οι αδυσώπητες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι αγορές οδηγούν τους πολιτικούς ακόμα παραπέρα, στην ανησυχία, την ανημποριά, την ανεπάρκεια και τα ψέματα. Αυτοί που μας κυβερνούν κυβερνώνται τώρα από τις τράπεζες. Αυτή είναι η κατάσταση». Dirk Kurbjuweit, «Dignity and Democracy. Escaping the Clutches of the Financial Markets», Spiegel, 3.6.2011 (http://www.spiegel.de/international/europe/0,1518,766518,00.html).

[3] Για τη χρήση του όρου βλ. το βιβλίο του Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009.

[4] Βλ. εδώ και τα πολύ χρήσιμα σχόλια του Νικόλα Σεβαστάκη στο πρόσφατο άρθρο του «Η αγία καθαρολογία και οι πλατείες της “αγανάκτησης”», RedNotebook, 30.5.2011 (http://www.rednotebook.gr/details.php?id=2588).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s