Η παράξενη και σημαντική Τετάρτη 15 Ιουνίου

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

Όλοι σκεφτόμασταν ότι η Τετάρτη 15 Ιουνίου θα είναι μια παράξενη μέρα. Λίγες μέρες μετά, μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε και σημαντική. Όχι μόνο επειδή σηματοδότησε την αρχή του τέλους της κυβέρνησης και τη δρομολόγηση λύσεων συγκυβέρνησης — κάτι που, όπως και να το αξιολογεί ο καθένας, αποτελεί τομή στην πρόσφατη ιστορία μας. Αλλά και επειδή, ταυτόχρονα, συνιστά σημαντικό γεγονός στην ιστορία των κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων. Η συγκέντρωση της Τετάρτης ήταν πολύ μεγάλη — δεν είναι όμως αυτό που την κάνει ξεχωριστή, αλλά ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της.

Σύνταγμα. Ο χορός της χαράς

Πρώτον, σε αυτήν συνυπήρξαν απεργοί και «αγανακτισμένοι»: η συνάντηση πραγματοποιήθηκε και, παρά τις εκ προοιμίου δυσκολίες, απεδείχθη πετυχημένη. Η Τετάρτη υπήρξε το επιστέγασμα όλων των προηγούμενων ημερών και, ταυτόχρονα, ένα σημαντικό βήμα μπρος. Το γεγονός άλλωστε ότι σύνθημα που ξεχώρισε ήταν «Ψωμί, Παιδεία Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» κάτι δηλώνει για τη συνάντηση αυτή.

Δεύτερον, δεν κυριάρχησαν η βία και τα τυφλά σπασίματα. Εις πείσμα των τηλεοπτικών εικόνων, αρκούσε μια βόλτα το απόγευμα στη Σταδίου ή την Πανεπιστημίου για να το αντιληφθεί κανείς. Ούτε όμως και η εξαιρετικά δυσανάλογη χρήση χημικών εκ μέρους των ΜΑΤ κατάφερε να σφραγίσει τη μέρα. Αντίθετα, τον τόνο έδωσαν ο μαζικός, ειρηνικός, ο αποφασιστικά ειρηνικός και αποφασισμένος μαζί, χαρακτήρας της διαμαρτυρίας. Και εδώ έπαιξε σπουδαίο ρόλο ότι, όλες τις προηγούμενες μέρες, εμπεδώθηκε το αίσθημα ότι οι άνθρωποι μπορούν να διαμαρτύρονται ειρηνικά, να κουβαλάν τα παιδιά τους, να έρχονται γέροντες και γερόντισσες, και η κάθοδος στον δρόμο να μην ισοδυναμεί με κάθοδο στα Τάρταρα — και αυτό είναι μια κατάκτηση σε σχέση με την κατάσταση των τελευταίων χρόνων, μια κατάκτηση του κινήματος των πλατειών.

Τρίτον, η πλατεία Συντάγματος, παρά τον καταιγισμό ασφυξιογόνων, το απόγευμα ήταν και πάλι γεμάτη. Ο κόσμος ερχόταν κατά κύματα, ξανάφευγε βέβαια λόγω της χημικής βροχής, ξαναρχόταν. Και μόλις τα κατάφερε,  είδαμε εικόνες που αληθινά αξίζουν όσο πολλές λέξεις: μια αλυσίδα ανθρώπων, που ξεκινούσε από το σιντριβάνι και αγκάλιαζε την πλατεία, καθάριζε, με μπουκαλάκια νερού, την πλατεία από τα χημικά. Βοήθησε και μια μάνικα, αλλά η πλατεία πλύθηκε μπουκάλι μπουκάλι — σκεφτείτε το, είναι σαν να πλένεις ένα δωμάτιο με δαχτυλήθρα. Και μετά ένας χορός –αξίζει να δείτε την εικόνα– ένας χορός λυτρωτικός και χαρούμενος για το κράτημα της πλατείας· και το βράδυ, όπως πάντα, η συνέλευση. Ήταν μια μεγάλη νίκη, όπως το έγραψε και πρωτοσέλιδα η Αυγή την Πέμπτη, ότι το Σύνταγμα κρατήθηκε — και αυτό, πιστεύω, πρέπει να αποδοθεί στη γόνιμη συνάντηση απεργιακής πορείας και Αγανακτισμένων, στο νικηφόρο πολιτικό μείγμα που παρήγαγε. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «μάχη της μαντίλας»: Ρατσισμός σε προοδευτική συσκευασία

Standard

του Μιχάλη Βουρεκά

Et moi pour la juger qui suis-je?

(Aragon)

Η πρόσφατη νομοθεσία στη Γαλλία σχετικά με την απαγόρευση στους μαθητές να πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο φορώντας εμφανή θρησκευτικά σύμβολα, γνωστή και ως «νόμος κατά της μαντίλας», που ψηφίστηκε το 2004, αλλά και την απαγόρευση του νικάμπ (της μαντίλας που καλύπτει ολόκληρο σχεδόν το πρόσωπο και το σώμα) στους δημόσιους χώρους, που έγινε νόμος του κράτους φέτος, παρότι αφορά έναν πολύ περιορισμένο αριθμό προσώπων, προκάλεσε δυσανάλογα έντονες συζητήσεις.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένα θέμα τόσο μερικό ανέδειξε πολύ ευρύτερα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα, η σχέση του κράτους με τη θρησκεία, η θέση των γυναικών στην κοινωνία, η σχέση της χώρας με το αποικιακό παρελθόν και το ιμπεριαλιστικό παρόν της. Ο δημόσιος διάλογος γύρω από το θέμα χαρακτηρίστηκε από μια πατερναλιστική και ευρωκεντρική νοοτροπία, που συχνά δεν έκρυβε το ρατσισμό της.

Ανομολόγητος σκοπός αυτής της νέας νομοθεσίας ήταν ο στιγματισμός ολόκληρης της μουσουλμανικής κοινότητας της Γαλλίας, καθώς η παρουσία της εμφανίστηκε σαν πηγή κινδύνων για την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα, κάτι που δικαιολογούσε κάθε προσπάθεια από την πλευρά του κράτους για περιορισμό και στενή επιτήρηση του «ισλαμικού κινδύνου», δηλαδή του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αυτό φαίνεται αφενός από το γεγονός ότι παρά τη διακηρυκτική απαγόρευση όλων των εμφανών θρησκευτικών συμβόλων, ο δημόσιος διάλογος στο σύνολό του, τόσο στα ΜΜΕ, όσο και στις προπαρασκευαστικές επιτροπές της Βουλής, περιορίστηκε αποκλειστικά στο θέμα της ισλαμικής μαντίλας και αφετέρου από τα αποτελέσματα της κυρίαρχης ρητορικής, που έδωσε ιδεολογική κάλυψη και απενοχοποίησε, μια σειρά από επιθέσεις και λεκτικές προσβολές σε γυναίκες που φορούσαν νικάμπ ή μαντίλα σε δημόσιους χώρο. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιος θα καταλάβει το Σύνταγμα;

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Πάμπλο Πικάσο, "Ταύρος και άλογο", 1931

Το κίνημα της αγανάκτησης και της αμφισβήτησης του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος συνεχίζει ακάθεκτο να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε τις τελευταίες ημέρες. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρωτοφανών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας των αγανακτισμένων πολιτών είναι αφενός η μαζικότητα και η διάρκειά τους και αφετέρου το ετερόκλητο του πλήθους και η πανσπερμία των αιτημάτων που διατυπώνονται. Αν επιχειρούσε κάποιος να αναλύσει, όχι τα στοιχεία τα οποία ενώνουν τους διαδηλωτές και σε γενικές γραμμές είναι προφανή, αλλά αυτά που διαφοροποιούν τη στάση τους, θα μπορούσε να προβεί στην εξής βασική κατηγοριοποίηση: μια μερίδα των Αγανακτισμένων αντιλαμβάνεται ως αιτία της κρίσης την κυριαρχία του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού και, συνεπώς, διεκδικεί την επιστροφή της πολιτικής στο προσκήνιο και την υποταγή της οικονομίας σε αυτήν, ενώ μια άλλη θεωρεί ότι η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου ολόκληρης σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας έχει προέλθει από φαινόμενα κακοδιαχείρισης και, κυρίως, διαφθοράς του πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Οι διαφορετικές αυτές προσλήψεις της πραγματικότητας διαμορφώνουν δύο πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματος των αγανακτισμένων, που, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται σε μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους. Η πρώτη από αυτές διατυπώνει το αίτημα του εκδημοκρατισμού της λειτουργίας των πολιτικών θεσμών και, ταυτόχρονα, αναζητεί στις λαϊκές συνελεύσεις τις γενικές κατευθύνσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα αφαιρέσουν από τα διάφορα κέντρα οικονομικής ισχύος, κυρίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, την τεράστια πολιτική δύναμη που έχουν αποκτήσει, ώστε αυτή να επιστρέψει και ουσιαστικά στα χέρια του τυπικού φορέα της, του κυρίαρχου λαού. Η δεύτερη τάση κινείται μάλλον αντίρροπα, καθώς διαθέτει έντονα αντιπολιτικά και αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία εκφράζονται μέσω συνθημάτων, δρώμενων και χειρονομιών, που δηλώνουν πλήρη απαξία όχι μόνο για όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς, αλλά και για την ίδια την μορφή του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, εξελίσσεται στην πλατεία Συντάγματος, και όπου αλλού συναθροίζονται Αγανακτισμένοι, μια διαπάλη ανάμεσα στο αίτημα για εμβάθυνση της δημοκρατίας και τις κραυγές που απαιτούν τη συρρίκνωσή της. Συνέχεια ανάγνωσης

Η απρόβλεπτη δυναμική των «Αγανακτισμένων»

Standard

(αναδημοσίευση από την «Καθημερινή)

του Νίκου Ξυδάκη

Οι έρευνες της Public Issue, με το πολιτικό βαρόμετρο Ιουνίου και τις κοινωνικές συμπεριφορές του πλήθους των «Αγανακτισμένων», αποτυπώνουν ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες: μια τεκτονική αλλαγή. Η πλειονότης του πλήθους απομακρύνεται ταχύτατα από τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν τα τελευταία 37 χρόνια, χωρίς να τοποθετείται σε κάποιο άλλο σχήμα. Το ΠΑΣΟΚ καταρρέει, επιστρέφει σε ποσοστά της δεκαετίας ’70, ενώ η Ν. Δ., βαριά λαβωμένη από την περίοδο 2004 -2009, δεν καταφέρνει να προβάλει ως πειστική εναλλακτική.

Είναι πλέον σαφές ότι ήδη με τις πρώτες εκλογές, όποτε αυτές συμβούν, οι μισοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα εξαφανιστούν. Με δεδομένο μάλιστα το ισχυρό ενδεχόμενο να επαναληφθούν οι εκλογές, ο καταποντισμός του παρόντος πολιτικού προσωπικού είναι βέβαιος. Η πολιτική δυναμική βαίνει απρόβλεπτη, προς την αποδόμηση· διαμορφώνεται πλέον όχι με βάση την πελατειακή σχέση, που καταρρέει, όχι με προσδοκίες επιδιορθωτικής διαχείρισης ούτε με ιδεολογικούς χαρακτήρες· η πολιτική δυναμική διαμορφώνεται από την άμυνα του πλήθους έναντι της καταστροφής του.

Ο ιστορικά καινοφανής παράγων είναι ακριβώς η κινητοποίηση του πλήθους των «Αγανακτισμένων» στις πλατείες. Οι κινητοποιήσεις αυτές έχουν παλλαϊκό χαρακτήρα, δεν χειραγωγούνται κομματικά, τυγχάνουν ευρύτατης αποδοχής, συγκεντρώνουν πλειοψηφικά τις παραγωγικές ηλικίες 35-54, δεν προβλέπεται να καμφθούν εύκολα. Το σημαντικότερο: το πλήθος κινητοποιείται όχι με ιδεολογικά ή αμιγώς πολιτικά κίνητρα, αλλά με κίνητρο την υλική και κοινωνική επιβίωσή του. Αυτή η διπλή διαπίστωση, της απαισιοδοξίας για το μέλλον και της αυθόρμητης αντίδρασης, μαζί με την απομάκρυνση από τον παραδοσιακό διπολισμό της μεταπολίτευσης, καταγράφεται σαφώς στις δύο έρευνες (http: //bit. ly/m0n9kq και http: //bit. ly/ihlkcY). Ο πάνδημος, διαταξικός, διακομματικός χαρακτήρας του πλήθους ίσως είναι πρωτοφανής στην πολιτική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ακριβώς διότι για πρώτη φορά απειλείται τόσο βίαια με υλική και πολιτική υποβάθμιση το κοινωνικό οικοδόμημα, αποτελούμενο σε συντριπτική πλειονότητα από μικροαστικά και μεσαία στρώματα, μικροϊδιοκτήτες, επιτηδευματίες, μικροεπιχειρηματίες, περίπου ό, τι αποκάλεσε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς «πολυσθενή υποκείμενα» (Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1987). Συνέχεια ανάγνωσης

Κυρίαρχες πολιτικές και διεκδικήσεις «από τα κάτω» για τη ζωή στην πόλη

Standard

Εμπειρίες από τις ΗΠΑ και παραδείγματα από την Αθήνα

Συζήτηση με τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ,με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Αθήνα, με μέλη της ομάδας EncounterAthens (http://encounterathens.wordpress.com/)

Ο David Harvey, καθηγητής του Τμήματος Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (CUNY) και ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κριτικής γεωγραφικής σκέψης, βρέθηκε στην Αθήνα την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου ως προσκεκλημένος ομιλητής του Διεθνούς Αντιεξουσιαστικού Φεστιβάλ B-Fest. Πριν την ομιλία του αυτή, έδωσε ανοιχτή διάλεξη στα Σεμινάρια Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας που οργανώνει ο Κωστής Χατζημιχάλης, καθηγητής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Εκεί τον συναντήσαμε πρώτη φορά, ενώ αμέσως μετά βρεθήκαμε στο Σύνταγμα, στην πρώτη συγκέντρωση-λαϊκή συνέλευση της πλατείας. Εκείνες οι μέρες σημαδεύονταν επίσης από το ξέσπασμα της ρατσιστικής βίας σε κεντρικές γειτονιές και την ανακοίνωση του «Σχεδίου Δράσης για το Κέντρο της Αθήνας» από την κυβέρνηση και τη δημοτική αρχή. Η εκρηκτική επικαιρότητα των ημερών έδωσε το έναυσμα και τα ερεθίσματα για μια σειρά συναντήσεων, επισκέψεων στις γειτονιές του κέντρου και πολύωρων συζητήσεων, από τις οποίες μεταφέρουμε εδώ ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα.

EncounterAthens

Lower Broadway, NYC, 2009. Φωτογραφία του Δημήτρη Μέλλου.

Περπατήσαμε αρκετά σε γειτονιές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, η πλατεία Βικτωρίας και το Γεράνι, οι οποίες στοχοποιούνται από τον Τύπο και την κυβέρνηση ως «άβατα», ως «γκέτο» στο κέντρο της πόλης. Ποιες είναι οι σκέψεις σας γι’ αυτό;

 Νομίζω ότι, ιστορικά, η προσπάθεια κατασκευής ενός φαντασιακού για το χώρο έχει αποτελέσει σημαντικό κομμάτι των πολιτικών στρατηγικών. Και αυτό μπορείτε να το δείτε από την κλίμακα της γεωπολιτικής μέχρι την κλίμακα της πόλης. Η δαιμονοποίηση συγκεκριμένων περιοχών έχει υποστηρίξει από μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι πρακτικές εκκαθάρισης των «ανεπιθύμητων» σε «κακές» γειτονιές των πόλεων. Πραγματικά όμως με εντυπωσιάζει η χρήση του όρου «γκέτο» εδώ. Ίσως θα έπρεπε να απαντήσετε στην κυρίαρχη ρητορική, επιστρατεύοντας λίγο χιούμορ.  Να θέσετε από την πλευρά σας πρόβλημα γκετοποίησης στις γειτονιές των πλουσίων: «Κάτι πρέπει να γίνει εδώ! Πρέπει να τονώσουμε τη διαφορετικότητα σ’ αυτές τις γειτονιές, που υποφέρουν από υπερβολική ομοιογένεια εισοδημάτων»! (γέλια).  Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρησιμοποιούν πια τον όρο γκέτο. Αν κάποιοι ζουν σήμερα σε γκέτο είναι οι πλούσιοι κάτοικοι των πόλεων. Αναφέρομαι σε όλες εκείνες τις περίκλειστες κοινότητες πλουσίων, γνωστές ως «gated communities». Το Μανχάταν, για παράδειγμα, είναι σήμερα ένα γκέτο των πλουσίων. Αυτό προέκυψε όταν, στις περιοχές με αυξημένες συγκεντρώσεις μεταναστών, ασκήθηκαν πολιτικές διασποράς τους προς τα προάστια. Από την άλλη, οι μετανάστες που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν συγκροτούν μια ενιαία κατηγορία, αλλά  ένα πολύ διαφοροποιημένο σύνολο, από εργαζόμενους υψηλής κατάρτισης, που μπορεί να μένουν ακόμη και στο κέντρο του Μανχάταν, μέχρι πρόσφυγες, που συγκεντρώνονται αναγκαστικά σε προάστια χαμηλών εισοδημάτων. Επομένως, το να μιλήσει κανείς σήμερα γενικώς για μετανάστες που ζουν σε γκέτο δεν ευσταθεί, εφόσον κάθε μεταναστευτικός πληθυσμός είναι και εσωτερικά διαφοροποιημένος, κυρίως ταξικά. Συνέχεια ανάγνωσης

«Μ’ έναν τριγωνικό στόχο στο πρόσωπο»

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

του Κώστα Αθανασίου

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν

«Ο Όφερ ζήτησε από τον Άνταμ να του εξηγήσει κάτι σχετικό με τη διαδικασία σύλληψης ενός υπόπτου, φωνάζεις τρεις φορές, στα αραβικά και στα εβραϊκά, ακίνητος, τις ει, και μετά τρεις φορές, ακίνητος ή πυροβολώ […]. Και μετά πυροβολείς».

Τις τελευταίες μέρες, αυτή η «επίσημη» διαδικασία προειδοποίησης του ισραηλινού στρατού προς τους «υπόπτους» αποδείχτηκε για άλλη μια φορά μύθος ή πολυτέλεια, καθώς οι Ισραηλινοί στρατιώτες σκότωσαν κατά δεκάδες Παλαιστίνιους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη διαιωνιζόμενη κατοχή των εδαφών τους από το Ισραήλ. Είναι προφανές πως για τους Ισραηλινούς στρατιώτες «οι Άραβες βαδίζουν μ’ έναν τριγωνικό στόχο πάνω στο πρόσωπο, όπως στις ασκήσεις». Άλλωστε, η επίσημη απάντηση για τις νέες σφαγές ήταν αποστομωτική: οι διαδηλωτές ήταν «ριζοσπαστικά στοιχεία».

Η περιγραφή της σύλληψης του υπόπτου προέρχεται από το βιβλίο Στο τέλος της γης, του Νταβίντ Γκρόσμαν (μτφ. Λουίζα Μιζάν, εκδ. Καστανιώτη). Το βιβλίο συνδέεται με ένα τραγικό για τον Γκρόσμαν γεγονός καθώς, όταν το έγραφε, ο γιος του σκοτώθηκε στον δεύτερο πόλεμο του Λιβάνου (Αύγουστος 2006), έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στα Κατεχόμενα.

Όταν, το 1972, ο Γιτζάκ Λαόρ κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στα Κατεχόμενα, αρνήθηκε. Ο Λαόρ είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος (πολλά κείμενά του δημοσιεύονται στη Χααρέτζ) και εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού. Ο Γιτζάκ Λαόρ οδήγησε την Επιτροπή Λογοκρισίας στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, πετυχαίνοντας τη μερική άρση της λογοκρισίας στα θεατρικά έργα. Το 1990, ο τότε πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ αρνήθηκε να υπογράψει την απονομή του Βραβείου Ποίησης στον Λαόρ. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο του Ο μύθος του φιλελεύθερου σιωνισμού: Οι «συγγραφείς της ειρήνης» στο Ισραήλ (μτφ. Σάββας Μιχαήλ, πρόλογος Ζοζέ Σαραμάγκου, εκδ. Άγρα), στο οποίο ο Λαόρ αντιπαρατίθεται (ανηλεώς) με την τριάδα των Ισραηλινών συγγραφέων Άμος Οζ, Α.Μπ. Γιεοσούα και Νταβίντ Γκρόσμαν (λιγότερο), κυρίως όμως με την εικόνα που διαμορφώνεται γι’ αυτούς στις ευρωπαϊκές χώρες και τη χρήση της εικόνας αυτής από τους ιδεολογικούς (και άλλους) μηχανισμούς του Ισραήλ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο «Προμηθέας ως υπόσχεση» πέρασε κι από την Καρκαλού

Standard

 της Νατάσσας Δομνάκη

Σταύρος Τορνές

Στο αφιέρωμα του Αρχειοτάξιου για τον κινηματογράφο-ιστορία, έχει την θέση του το σκαρίφημα σεναρίου του Σταύρου Τορνέ για μια ταινία που ήθελε να γυρίσει με θέμα τη ζωή και τον θάνατο του Νίκου Πλουμπίδη. Το αναζήτησα από τον Σταύρο Καπλανίδη, που διατηρεί το αρχείο του Τορνέ, προκειμένου να δημοσιευτεί στο Αρχειοτάξιο.

Ήταν το 1982, όταν συνάντησα πρώτη φορά τον Σταύρο Τορνέ, μέσω του φίλου ζωγράφου Στέλιου Αναστασιάδη, που στη συνέχεια πρωταγωνίστησε στην Καρκαλού.

Άρτι αφιχθείς από την Ιταλία, προσπαθώντας να επανενταχθεί στον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο, ο Τορνές είχε γυρίσει με ελάχιστα χρήματα την πρώτη του ταινία στην Ελλάδα, τον «Μπαλαμό». Η ταινία έκανε αίσθηση, παρόλο που αποδοκιμάστηκε από κάποιες ομάδες θεατών, όταν προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Βραβεύτηκε όμως από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου. […]

Αν και το διασωζόμενο έργο του έχει καταγραφεί από τους αρμόδιους κριτικούς, οι ταινίες του προβάλλονται σπάνια. Ο κινηματογράφος του πολύ ιδιαίτερος. Ονειρικός και απόλυτα μοναχικός. Ο Σταύρος Τορνές χάραξε την δική του πορεία και την ακολούθησε μέχρι το τέλος του, το 1988, σε ηλικία 56 ετών, μετά από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Ακόμα και τα ανέκδοτα σενάρια που άφησε πίσω του δείχνουν τον στοχασμό και τις προθέσεις του δημιουργού.

Όπως Ο Προμηθέας ως υπόσχεση, με θέμα τη ζωή και τον θάνατο του Νίκου Πλουμπίδη.

Πότε το έγραψε; Άγνωστο. Ίσως το 1980. Πάντως σε χρόνο ανύποπτο, όχι για τον πολιτικό κινηματογράφο στην Ελλάδα αλλά για την υπόθεση Ν. Πλουμπίδη. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Κινηματογράφος και Ιστορία: ένα αφιέρωμα του «Αρχειοταξίου»

Standard

Αναμνήσεις μιας διαδρομής

Συνέντευξη του Μάνου Ζαχαρία στο «Αρχειοτάξιο»

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το δέκατο τρίτο τεύχος του Αρχειοταξίου, του γνωστού μας και καλού περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορία, αφιερωμένο στο θέμα «Κινηματογράφος και Ιστορία». Το τεύχος περιέχει μαρτυρίες κινηματογραφιστών (Η. Γιαννακάκης, Μ. Ζαχαρίας, Δ. Θέος, Ρ. Μανθούλης, Ε. Χρονοπούλου, Θ. Βαλτινός), και άρθρα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από το θέμα της ληστείας στον κινηματογράφο μέχρι τα Επίκαιρα των δεκαετιών του 1960 και 1970, τον Στ. Τορνέ, τον Θανάση Βέγγο και τον Μάη του 1968 (Δ. Αρβανιτάκης, Σπ. Ι. Ασδραχάς, Θ. Γάλλος, Ε. Γεωργουδάκης, Ν. Δομνάκη, Ε.-Α. Δελβερούδη, Στ. Καπλανίδης, Μ. Κομνηνού, Κ. Κορνέτης, Σ. Κυμιωνής, Φ. Λαμπρινός, Π. Μουρατίδης, Α. Πούπου, Τ. Σακελλαρόπουλος, Π. Στάθης). Την ύλη συμπληρώνουν οι μελέτες της Ε. Κούκη για τον Άγνωστο Στρατιώτη, της Β. Λάζου για τα έκτακτα στρατοδικεία του Εμφυλίου, οι βιβλιοκρισίες (Α. Ψαρρά για τη μαρτυρία της Έλλης Παπά, Α. Χρυσοστομίδης για το απομνημόνευμα της Μ. Μπέικου, Ε. Αβδελά για την ελληνική νεολαία και Ε. Δρούλια για την αρχειακή ορολογία), τα κείμενα για τον Στ. Σαράφη (Δ. Λουκόπουλος, Λ. Σαράφη) και οι σελίδες στη μνήμη της αξέχαστης φίλης και μέλους των ΑΣΚΙ, Εύης Ολυμπίτου.

Προδημοσιεύουμε ως πρώτη γεύση, μικρά αποσπάσματα από τρία κείμενα. Το τεύχος θα παρουσιαστεί αύριο Δευτέρα 20 Ιουνίου, στις 8.30, στο αναγνωστήριο των ΑΣΚΙ (Πλατεία Ελευθερίας 1, 4ος όροφος, τηλ. 210-3223062).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σοβιετική Ένωση: Ο Μ. Ζαχαρίας σε εξωτερικά γυρίσματα (Μάνος Ζαχαρίας, «Ο ταξιδιώτης της μνήμης», επιμ. Γιώργος Μπράμος, Αθήνα 2008)

ΜΑΝΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ: Προς το τέλος της Κατοχής ήμουν τρίτος γραμματέας της ΕΠΟΝ σπουδαστών. Πρώτος ήταν ο Κώστας Φιλίνης και δεύτερος ο Λεωνίδας Κύρκος. Υπήρχαμε σε όλη την Κατοχή και πήραμε μέρος στα Δεκεμβριανά με τον Λόχο Μπάιρον. Η ιστορία του Λόχου είναι η εξής: Μετά τη μεγάλη διαδήλωση στις 4 Δεκεμβρίου, βγάλαμε ντουντούκες και καλέσαμε όλους τους σπουδαστές στο Δημοτικό Σχολείο της Κυψέλης, στη Φωκίωνος Νέγρη, για οργανώσουμε τον Λόχο των σπουδαστών. Πολύς κόσμος, ήταν και ο Αξελός εκεί. Επειδή όμως το είχε μάθει το σύμπαν ότι θα μαζευτούμε εκεί, εκείνη την ώρα μας βομβάρδισαν από το Λυκαβηττό. Εκεί σκοτώθηκε η Κοσκινά και ο Γιάννης Γκούμας, τραυματίστηκε η Ζωρζ Σαρρή και πολύς κόσμος ακόμα. Έγινε μακελειό κυριολεκτικά. Εγώ ήμουν επικεφαλής. Μετά τον βομβαρδισμό και τον θάνατο και προσωπικών μου φίλων, αποφασίστηκε να αναλάβει τον Λόχο ο Γρηγόρης Φαράκος κι εγώ ανέλαβα τη διαφώτιση της αχτίδας. Μετά από 3-4 μέρες τραυματίζεται ο Φαράκος στη Θεμιστοκλέους κι επιστρέφω εγώ στον Λόχο. Και μετά από δυο μέρες γίνεται η συνεδρίαση, στα Εξάρχεια, σ’ ένα σπίτι στο δεύτερο όροφο, και εκεί πέρα ο Λόχος σπουδαστών για πρώτη φορά ονομάζεται «Λόχος Βύρωνα». Τον κράτησα ως την υποχώρηση κάπου στην Λαμία. […]

Επιστρέφω για πολύ λίγο στην Αθήνα και ετοιμάζομαι πια για το Παρίσι. Η φοβερή αναχώρηση με το Ματαρόα που το περιμέναμε από τον Αύγουστο και ήρθε τον Δεκέμβριο! […]

Πώς προκύπτει ο κινηματογράφος; Ποια ήταν τα ερεθίσματα;

Ψευδώνυμο Λούκατς (1977)

Μ.Ζ.: Καταρχάς είχα ήδη τις σπουδές στο θέατρο. Παρά το γεγονός, όμως, ότι σπούδαζα ηθοποιία, ήθελα να σκηνοθετήσω. Με τράβαγε πολύ περισσότερο ο κινηματογράφος για τον απλό λόγο ότι θεωρούσα πως στο θέατρο –χωρίς να υποτιμά κανείς τη θεατρική σκηνοθεσία– η σκηνοθεσία γίνεται με περιορισμένα μέσα. Δηλαδή υπάρχει το πλατό και η σκηνή με τους ηθοποιούς. Ο κινηματογράφος έχει μια μεγαλύτερη «άπλα». Έχει το προτέρημα της χρησιμοποίησης του χρόνο με έναν ιδιόμορφο τρόπο, μπρος-πίσω, κάνεις παράλληλες δράσεις, και κυρίως κινείσαι στον χώρο ελεύθερα. Το είχα βάλει στόχο και όταν πήρα την υποτροφία από το Γαλλικό Ινστιτούτο πήγα με σκοπό να μπω στην IDEC. […]. Φοίτησα εκεί, τελείωσα τη σχολή και επρόκειτο να κάνω την πρακτική μου, να πάω στην Ιταλία, στην Φαμπιόλα. Αλλά αντί να πάω στην Φαμπιόλα πήγα στο βουνό. Είχε αρχίσει πια ο Εμφύλιος, ήταν αρχές του ’48, είχε φουντώσει, είχε γίνει έκκληση όποιος μπορεί να κατέβει κάτω. Και ξεκίνησα. Πήρα δυο μηχανές στον ώμο, φιλμ, και μέσω του οργανωτικού μηχανισμού κατέβηκα με τρένο: Γαλλία-Τσεχοσλοβακία-Ουγγαρία. Έμεινα στη Γιουγκοσλαβία, στο Μπούλκες, ώσπου να ετοιμαστώ. Eκεί κατέβηκα με φορτηγό ως τα σύνορα. Τα σύνορα τα πέρασα στην Αλεβίτσα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ρητορική της ανοικοδόμησης στον ελληνικό κινηματογράφο του ’60

Standard

της Άννας Πούπου

»]

Η εκρηκτική δεκαετία: ο κινηματογράφος της ανοικοδόμησης. […] Εάν ο κινηματογράφος της δεκαετίας του ’50 διστάζει ανάμεσα στη νοσταλγία της λαϊκής γειτονιάς και τους κλειστούς χώρους του μεσοαστικού διαμερίσματος, στην αρχή της καινούριας δεκαετίας ο κινηματογράφος θα γίνει η καλύτερη εικονογράφηση μιας πόλης υπό κατασκευή και θα υμνήσει τα αποτελέσματα της ανοικοδόμησης και της «ευημερίας», προβάλλοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα της πρωτεύουσας από το κέντρο προς την περιφέρεια. Η κινηματογραφική γεωγραφία αλλάζει, ακολουθώντας τις αστικές μεταβολές: νέες περιοχές εμφανίζονται ως κινηματογραφικοί τόποι, νέα σύμβολα παίρνουν τη θέση των παλιών, ενώ μεταβάλλονται και οι τεχνικές κινηματογράφησης του αστικού χώρου. Στον εμπορικό κινηματογράφο εμφανίζονται όλο και πιο συχνά τα θέματα της αντιπαροχής, της ανάπτυξης νέων περιοχών των μεσαίων στρωμάτων, των αλλαγών στο χώρο κατοικίας, της αναπαράστασης των επαγγελμάτων της ανοικοδόμησης, της κερδοσκοπίας, της μεσιτείας και της αγοροπωλησίας ακινήτων, της τουριστικής εκμετάλλευσης του αθηναϊκού χώρου και της νέας εικονογραφίας της προβολής του ελληνικού τουρισμού, και γενικότερα όλα τα θέματα τα οποία συγκροτούν μια «ρητορική της ανοικοδόμησης». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των Αγανακτισμένων;

Standard

της Ντίνας Τζουβάλα

Αλμπέρτο Τζιβέρι, «Ο χορός», 1937

Έπειτα από ένα σχεδόν μήνα κινητοποιήσεων στις πλατείες της χώρας, το ερώτημα τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των «Αγανακτισμένων» παραμένει ανοικτό.  Σίγουρα κάποιες απόπειρες απάντησης μοιάζουν πιο εφικτές σήμερα, καθώς υπάρχει περισσότερο πραγματολογικό υλικό στη διάθεσή μας. Η απεργία και η περικύκλωση της Βουλής την περασμένη Τετάρτη, καθώς και τα όσα ακολούθησαν, μπορούν να είναι αρκετά διαφωτιστικά για το τι όντως συμβαίνει.

Όσες και όσοι κάνουν κριτική στο κίνημα των Πλατειών «από τα αριστερά»  θέτουν σε αντιπαράθεση τον «γνήσιο» ταξικό αγώνα με τη «διαταξική σούπα» των Αγανακτισμένων. Ο πρώτος υλοποιείται από τα συνδικάτα και τις δυνάμεις της Αριστεράς και της αναρχίας, με αποκορύφωμα –στην παρούσα φάση–τις γενικές απεργίες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια-ος που συντάσσεται με τις δυνάμεις της εργασίας  και αμφισβητεί την κομβικότητα της οργάνωσης στους χώρους εργασίας, τη δύναμη των απεργιών ή τη γραφειοκρατικοποίηση και απαξίωση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά, η απόρριψη του κινήματος Πλατειών με ένα τέτοιο σκεπτικό παραβλέπει κάτι: το 20% των ανέργων και τον απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό –κυρίως νέων– εργαζομένων, οι οποίοι βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ ανεργίας και εργασίας, δουλεύοντας κάποιες μέρες το μήνα ή την εβδομάδα, κυρίως υπό τον νομικό μανδύα του δελτίου παροχής υπηρεσιών. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή είναι  αποκλεισμένοι από την εργασία, αδυνατούν δομικά να χρησιμοποιήσουν την αποχή από αυτή ώστε να πιέσουν την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Είμαι απόλυτα πεισμένη ότι η Πλατεία Συντάγματος, της οποίας η καθημερινή λειτουργία απαιτεί  αφιέρωση χρόνου, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί τόσες μέρες αν δεν κάλπαζε η ανεργία, γεγονός που «εξασφαλίζει» πολύ ελεύθερο χρόνο, ειδικά σε νέες και νέους. Ίσως αυτός ο τρόπος οργάνωσης και διαμαρτυρίας να μην είναι ο πλέον αποτελεσματικός γι’ αυτές τις προσφάτως περιθωριοποιημένες κατηγορίες. Όποιος και όποια όμως έχει κατά νου κάτι αποτελεσματικότερο και «ταξικότερο» ας το προτείνει. Σε αντίθετη περίπτωση, επιβεβαιώνεται η  ανησυχητική υποψία ότι υπάρχουν πολιτικοί χώροι με αναφορά στο κίνημα που κάνουν πολιτική όπως ακριβώς έκαναν την εποχή που επικρατούσε η πλήρης απασχόληση και η ανεργία ήταν περιορισμένη. Αν μη τι άλλο, κάτι τέτοιο είναι πολύ πιο προβληματικό από το αν στο Σύνταγμα υπάρχουν πέντε, δέκα ή πενήντα πέντε ελληνικές σημαίες. Συνέχεια ανάγνωσης