«Ένα εξαίσιο μέσο»: Ο Τύπος και η ιστορία του στις μέρες μας

Standard

συνέντευξη της Αικατερίνης Κουμαριανού στον Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Αικατερίνη Κουμαριανού

Η συζήτηση με την Αικατερίνη Κουμαριανού είναι πάντα μια συναρπαστική διανοητική περιπέτεια∙ μοιράζεσαι μαζί της την ευθύβολη κρίση, τη συσσωρευμένη γνώση, την αναστοχαστική διάθεση, κυρίως όμως την καθαρή ματιά μιας ιστορικού που από τα πρώτα της πνευματικά σκιρτήματα στον Μεσοπόλεμο και έως σήμερα διατήρησε αναλλοίωτη την «εφηβική» της περιέργεια, την έντονη αγωνία για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Διαρκής και σταθερή συμμέτοχος σε αυτό που ο Κ.Θ. Δημαράς ονόμασε «νεοελληνική επιστήμη», η Αικατερίνη Κουμαριανού συνέδεσε τη μακρόχρονη συγγραφική και διδακτική της πορεία με καίρια εγχειρήματα του πνευματικού μας βίου, όπως τη συγκρότηση του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, τη μελέτη του κοραϊκού έργου, και ιδιαίτερα της αλληλογραφίας, τον περιηγητισμό, την ανάδειξη των σχέσεων της ευρωπαϊκής με την ελληνική παιδεία. Κυρίως όμως η Κουμαριανού συνέδεσε το όνομά της, για περισσότερα από πενήντα πέντε χρόνια, με τη μελέτη των διαδρομών του ελληνικού Τύπου, από τα πρώτα του φανερώματα στα προεπαναστατικά χρόνια, τη συμβολή του στα χρόνια του Αγώνα έως και τον 19ο αιώνα. Με το πρωτοπόρο έργο της και μέσα από τις διαδοχικές της προσεγγίσεις ανέδειξε τον Τύπο ως κορυφαίο χειραφετητικό όργανο μιας κοινωνίας σε αναβρασμό, ως κρίσιμο συντελεστή της πορείας προς το έθνος κράτος. Η πρόσφατη έκδοση της συναγωγής των μελετημάτων της για τον Τύπο, από το πρώτο άρθρο της το 1947 έως τα πλέον πρόσφατα (Ιστορία του ελληνικού Τύπου, 18ος -19ος αι., επιμελητής: Αλέξης Μάλλιαρης, Αθήνα, Ερμής/Νεοελληνικά Μελετήματα, 2011) μας επιτρέπει να σταθμίσουμε την ουσιαστική συμβολή της στη χαρτογράφηση ενός πεδίου που έως τότε είχε μείνει άγνωστη χώρα. Εφημερίδες, περιοδικά, εκδότες και δημοσιογράφοι, τα τυπογραφεία, η διακίνηση των ιδεών, οι διώξεις του Τύπου αποτελούν στοιχεία του πανοράματος που απλώνεται στις σελίδες του μοναδικού αυτού βιβλίου.

Με αφορμή λοιπόν την πρόσφατη έκδοση, συζητάμε με τη διαπρεπή ιστορικό για την ιστορία του Τύπου στην Ελλάδα, τα επιτεύγματα και τις ελλείψεις της, τις προοπτικές και τις κατευθύνσεις σε μια εποχή κρίσης και μεγάλων ανακατατάξεων.

Βαγγέλης Καραμανωλάκης


Προμετωπίδα της "Εφημερίδος" των αδελφών Μαρκιδών-Πούλιου, 1791-1792

 Ποια νομίζετε ότι είναι η χρησιμότητα της μελέτης του Τύπου ως πηγής, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία; Ποιες είναι οι όψεις που μπορεί να φωτίσει;

Αφήνοντας κατά μέρος τη γενικότερη αξιολόγηση του Τύπου ως πηγής, θα περιορισθώ στη χρησιμότητα, όση έχουν, οι καταγραφές του ελληνικού Τύπου για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Εξηγούμαι. Για μια περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας όπου δεν διαθέτουμε αφθονία πηγών, αρχειακών και άλλων, δημόσιων ή ιδιωτικών, όπου χρειάζεται ακόμη επίμονη εργασία για να αποκτήσουμε τα απαραίτητα έργα υποδομής, πιστεύω ότι η μελέτη του Τύπου, από την εποχή που υπάρχει ελληνικός Τύπος, μπορεί να συγκαταλεχθεί στα βασικά εργαλεία των ερευνητών.

Το έχω ήδη αναφέρει, σε διάφορες περιπτώσεις, ότι χάρη στην παρουσία του Τύπου, τόσο του προεπαναστατικού όσο και αυτού των χρόνων της Επανάστασης, αλλά και της περιόδου μετά την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κρατιδίου, μπορεί ο ιστορικός να προσεγγίζει με μεγαλύτερη ασφάλεια γεγονότα και εξελίξεις, συσπειρώσεις και συσχετισμούς, ρήξεις και αγκυλώσεις , τη λειτουργία των θεσμών, τη διαμόρφωση νοοτροπιών. Ακόμη και αν πολλά από τα κείμενα δημιουργούν ερωτήματα ως προς την ακρίβεια, την πιστότητα ή την αντικειμενικότητά τους. Το γεγονός ότι έχουν γραφεί με την επιδίωξη να αποδώσουν την όποια επικαιρότητα, και ιδίως ότι δεν έχουν υποστεί δεύτερες φροντίδες και επεξεργασίες, επιτρέπει την κατευθείαν πρόσβαση σε μια κλίμακα θεμάτων. Στην κρίση των ερευνητών και σε περαιτέρω επεξεργασίες έγκειται η θετική χρήση και χρησιμοποίηση όλων αυτών των στοιχείων.

Δεν πρέπει ωστόσο να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο Τύπος, φαινόμενο πολυσύνθετο, αποτελεί ο ίδιος μέρος της ιστορίας, είναι προϊόν ιστορίας. Ότι είναι δημιούργημα εμπνευσμένων κοινωνικών συνόλων τα οποία συμμετέχουν στην διαμόρφωση, και ενίοτε καθορίζουν τις ιστορικές διαδικασίες.

Από τη δημοσίευση του πρώτου κειμένου σας για τον Τύπο (1947) μέχρι σήμερα έχουμε διανύσει ένα μεγάλο δρόμο στην ελληνική ιστοριογραφία. Μπορούμε να μιλήσουμε για έναν κλάδο ιστορικών σπουδών που αφορά τον ελληνικό Τύπο; Ποια είναι η άποψή σας για τους προσανατολισμούς και τα επιτεύγματα των σχετικών μελετών;

 Βέβαιο είναι ότι έχει σημειωθεί ικανή πρόοδος στον τομέα αυτό. Έχουν πραγματοποιηθεί σε βαθμό ικανοποιητικό ανατυπώσεις παλαιών δημοσιογραφικών φύλλων, ευρετήρια και άλλο αρχειακό υλικό, ενδεικτικά του ενδιαφέροντος των μελετητών. Έχουν δημοσιευθεί επίσης μονογραφίες αλλά και έργα όπως η πρόσφατη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας του Ελληνικού Τύπου, χάρη στα οποία οι γνώσεις μας έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο εύρος και, προσθέτω, είναι πλέον συγκεκριμένες.

Ωστόσο, πιστεύω ότι τα δημοσιεύματα που έχουν προκύψει έως τώρα, ως πρωτοβουλία και ερευνητική φροντίδα μεμονωμένων ερευνητών, δεν επιτρέπουν να μιλούμε για έναν «κλάδο ιστορικών σπουδών» που να αφορά τον ελληνικό Τύπο. Σε αυτό τον τομέα το έλλειμμα πανεπιστημιακών σπουδών, η καθυστέρηση να συμπεριληφθεί στα οικεία Τμήματα Ιστορίας το θέμα «ελληνικός Τύπος», έπαιξε ρόλο ανάσχεσης στην πρόοδο των σχετικών μελετών.

Πιστεύω ότι, έστω αργά, τα θεσμοθετημένα πλέον πανεπιστημιακά Τμήματα εφόσον εφαρμόζουν σαφή προγραμματισμό και ορθολογική διαχείριση του αντικειμένου, μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην εξάλειψη των αγκυλώσεων, στην προαγωγή του σύνολου θέματος με την πραγματοποίηση εξειδικευμένων μελετών, οι οποίες βαθμιαίως θα απέβλεπαν στη συνθετική αντιμετώπισή του, ως μέρους και συνάρτησης της ελληνικής ιστοριογραφίας. Μελέτες που θα είχαν ως αντικείμενο, όχι απλώς την ιστορία, τη διαδρομή των δημοσιογραφικών φύλλων, αλλά επιπλέον τα θέματα, όσα προκύπτουν από την παρουσία του Τύπου και τον ρόλο τον οποίο διαδραματίζει στην κοινωνία. Μελέτες που θα στόχευαν να θεραπεύσουν ορισμένες πλέον λεπταίσθητες ανησυχίες σχετικά με τη διερεύνηση των κινήτρων και των αιτίων τα οποία προκάλεσαν την παρουσία δημοσιογραφικών φύλλων σε συγκεκριμένες χρονικές-ιστορικές περιόδους. Μελέτες με αντικείμενο τους κύκλους, τα συλλογικά σώματα από τα οποία προήλθαν ανάλογες πρωτοβουλίες. Προοπτικές που θα οδηγούσαν σε εξειδικευμένα μελετήματα ως προς τη θέση του Τύπου στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και το αντίθετο, ως προς τη σημασία του Τύπου ως φορέως νεωτερικών ιδεών, ως προς τις σχέσεις Τύπου-κοινωνίας με στόχο τη συνθετικότερη αντιμετώπιση ενός κατεξοχήν σύνθετου θέματος.

Διαφορετική λοιπόν αντιμετώπιση, ώστε να προκύψουν εργασίες σε μια σειρά θεμάτων που αυτή τη στιγμή δεν καλύπτονται από τα υπάρχοντα δημοσιεύματα, όσο αξιόλογα και αν παρουσιάζονται ορισμένα από αυτά. Γι’ αυτό τον λόγο επιμένω στις πανεπιστημιακές σπουδές, στα πανεπιστημιακά Τμήματα, και πάντως σε συλλογικά σώματα (ερευνητικά κέντρα κλπ.) ως κατάλληλους φορείς για την προαγωγή της ιστορίας του Ελληνικού Τύπου, μέσα στα πλαίσια της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Με τις μελέτες σας, όπως αποτυπώνονται στο πρόσφατο βιβλίο σας, αναδείξατε τον Τύπο ως μια σημαντικότατη πηγή για τα χρόνια που προηγήθηκαν της Επανάστασης του 1821 αλλά και για τον ίδιο τον Αγώνα, με το πρωτοπόρο τρίτομο έργο σας (Ο Τύπος στον Αγώνα, 1821-1827, Ερμής/Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη), θεωρείτε ότι η πηγή αυτή αξιοποιήθηκε στις σχετικές μελέτες για το 1821 αλλά και σε εγχειρήματα όπως εκείνο της πρόσφατης τηλεοπτικής σειράς του ΣΚΑΪ;

Η απάντησή μου σ’ αυτό το ερώτημα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Διότι το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αυτή καθαυτήν η αξία του Τύπου, του ελληνικού Τύπου πάντα, ως πηγής της Επανάστασης του 1821 ή και άλλων περιόδων της πρόσφατης ιστορίας μας,. Αυτό είναι δεδομένο. Εδώ χρειάζεται να σκεφθούμε τον τρόπο με τον οποίο θα αναδείξουμε την αξία του ως πηγής της νεότερης ελληνικής ιστορίας. ΄Όπως είχε επισημάνει προ καιρού ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, και είμαι εντελώς σύμφωνη μαζί του, ο Τύπος «συνιστά εύκολη πηγή» άντλησης ιστορικής γνώσης, ιστορικού υλικού. Απαιτείται συνεπώς προσοχή από τον ιστορικό στην χρησιμοποίηση μιας ιδιαιτέρως πλούσιας αλλά και προσιτής πηγής, ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση της «ιστοριογραφικής διαδικασίας». Θεωρώ ότι υπάρχει πάντα έδαφος για ευρύτερη αξιοποίηση αυτού του «εξαίσιου» μέσου που είναι ο Τύπος. Στη διάκριση αλλά και στη γνώση του κάθε μελετητή εναπόκειται η προσφορότερη χρησιμοποίησή του.

Τώρα, αν μου ζητείτε να προσδιορίσω κατά πόσο χρησιμοποιήθηκε ο Τύπος ως πηγή στην πρόσφατη τηλεοπτική σειρά θα έλεγα ότι στη δική μου αντίληψη δεν ήταν εμφανής μια ανάλογη πρόθεση ή, αν θέλετε καλύτερα, κάποιος ανάλογος προβληματισμός.

Όσο για το αν και κατά πόσον ο ελληνικός Τύπος της Επανάστασης έχει χρησιμοποιηθεί επωφελώς για την ασφαλέστερη γνώση της περιόδου, πρέπει να ομολογήσω ότι συχνά διαβάζοντας σχετικές μελέτες έχω βρεθεί αντιμέτωπη με ελλειμματική, όχι ικανοποιητική χρήση του.

 Όπως εικονογραφείται πολύ ωραία και στην εισαγωγή του βιβλίου σας, το ενδιαφέρον σας για τον Τύπο συνάντησε τα αντίστοιχα ενδιαφέροντα του Κ.Θ. Δημαρά του οποίου υπήρξατε στενή συνεργάτρια, ενώ τον διαδεχθήκατε και στην έδρα του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Θα μπορούσαμε να δούμε τη μελέτη του Τύπου ενταγμένη σε αυτό που ονόμασε ο Κ.Θ. Δημαράς νεοελληνική επιστήμη; Πόσο καθοριστικό υπήρξε το χνάρι του στις δικές σας προσεγγίσεις;

* Θέλω να απαντήσω πρώτα στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας. Σίγουρα η παρουσία του Κ. Θ. Δημαρά στις επιλογές και τις επιδόσεις μου έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Η γνωριμία μου με τον άνθρωπο του οποίου κύριο χαρακτηριστικό, εκτός από την γνώση και τη σοφία, ήταν η γενναιοδωρία, υπήρξε για μένα ευτυχής συγκυρία. Γενναιοδωρία προς τους νεότερους μελετητές, από τους οποίους τότε και εγώ, ολίγοι στην αρχή περισσότεροι με τον καιρό, διδαχθήκαμε πόσο σημαντική ήταν για τις νεοελληνικές σπουδές η συνέργεια και συνεργασία.

Πιστεύω βαθύτατα ότι όλοι εμείς που εργασθήκαμε κοντά του ωφεληθήκαμε από τη σοφία και το ήθος του, από την πειθαρχία και την εργατικότητά του, από τον τρόπο με τον οποίο εργάσθηκε για να αναδείξει τις νεοελληνικές σπουδές.

Σε μια εποχή τεράστιων ανακατατάξεων, ποια είναι η γνώμη σας για την κρίση στο Τύπο, τις δυνατότητες της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας και το μέλλον της έντυπης; Πόσο οι αλλαγές πού ζούμε μεταβάλλουν τον ρόλο του Τύπου, όπως τον γνωρίσαμε και όπως αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο σας;

Να μια δύσκολη ερώτηση διότι δεν αφορά μόνο στα θέματα του Τύπου αλλά, όπως και εσείς το θέτετε –«εποχή τεράστιων ανακατατάξεων–, σε θέματα που αφορούν θεμελιώδεις πτυχές της πορείας της ανθρωπότητας. Βρισκόμαστε μπροστά σε διλήμματα, σε κενά, αμήχανοι θα έλεγα, να συλλάβουμε την έκταση και το βάθος των επερχόμενων αλλαγών. Δεν νομίζω, συνεπώς, ότι το θέμα μπορεί να περιορισθεί, μιλώντας αποκλειστικά για τα ζητήματα του Τύπου, όπως συχνά συμβαίνει, στον ανταγωνισμό και την διαμάχη μεταξύ έντυπης και ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας. Αν, περιορίζοντας τους προβληματισμούς μας στο σημερινό μας αντικείμενο, δηλαδή στον Τύπο, δεχθούμε τη σημασία και τη χρησιμότητά του ως μέσου επικοινωνίας των ανθρωπίνων κοινωνιών, θα πω ότι εν τέλει θα υπερισχύσουν οι κατάλληλοι τρόποι, οι κατάλληλοι μηχανισμοί ώστε τα μηνύματα που θα θέλει ή θα πρέπει να εκπέμπει ο Τύπος να φθάνουν τους φυσικούς αποδέκτες του, το κοινό: με το μέσον της έντυπης ή της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας ή οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής εφαρμογής που, πιθανόν, θα αναδυθεί μελλοντικά.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s