Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Σχέδιο του Αντρέ Μασσόν, 1933, από τη συλλογή «Σφαγές»

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την «αξιολόγηση»

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Φωτογραφία του Μαν Ραίυ, 1933

Για να διατηρείς την ψυχραιμία σου, απέναντι σε όσα συμβαίνουν στη χώρα, ένα από τα επαρκή «αντίδοτα» είναι η αλλαγή κατοικίας, χωρίς αυτό να αποτελεί το άλλο όνομα των «διακοπών». Η αφαίρεση της χολής προφανώς σου επιτρέπει να μη «χολοσκάς» πια. Και έτσι να επαινείς, δημόσια και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια, τον τρόπο λειτουργίας της οικείας κλινικής του «Ιπποκρατείου», με προεξάρχοντα τον συνάδελφο Μανόλη Λέανδρο.

Κι όταν εγκαθίστασαι στο νησί του Ιπποκράτη; Εδώ πράγματι «ευημερούν» οι αριθμοί και τα ποσοστά αύξησης των ξένων παραθεριστών να εμφανίζονται άκρως υψηλά. Μόνο που η συγκέντρωση των τουριστικών υπηρεσιών σε λιγοστά μονοπώλια και η επιλογή του συστήματος «all inclusive», με το μονόχρωμο βραχιολάκι στο χέρι, από τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες απειλεί –εφέτος θανάσιμα– τις πάμπολλες οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις.

Στην ίδια παραλία, στο Μαρμάρι της Κω, όπως το καλοκαίρι του 1982 επιχειρούσαμε με τον Μανόλη Παπαθωμόπουλο και τον  Αύγουστο Μπαγιόνα να κατανοήσουμε τους τρόπους έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νέας πανεπιστημιακής νομοθεσίας, έτσι και τώρα –χωρίς αυτούς– προσπαθώ να διακρίνω πού μας οδηγεί το νομοσχέδιο για την «αναδιοργάνωση» της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ξεκινώ από τη διαρκή επίκληση της «ποιότητας». Εδώ το κείμενο δεν «χαρίζεται»: κάνει λόγο για το «ανώτερο επίπεδο ποιότητας», για τη «συνεχή βελτίωσή» της και για τους τρόπους «επιβράβευσης» όσων «αρίστευσαν». Μόνο που οι προτεινόμενοι «δείκτες ποιότητας» σε προσγειώνουν στη χοντρή την άμμο: η «ερευνητική αριστεία» αποτιμάται με τον «αριθμό δημοσιεύσεων», τον «αριθμό ετεροαναφορών» τον «αριθμό απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα» κλπ. Τι ακριβώς θα συμβεί; Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιο είναι το πρόβλημα με τη μεταρρύθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων;

Standard

Ο Anthony Molho είναι ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας της Ιταλίας και γενικότερα της Μεσογείου, και ταυτόχρονα ένας διαπρεπής νεοελληνιστής. Από το 1996 μέχρι το 2000 ήταν καθηγητής ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Brown University, ενώ δίδαξε σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Ο Μόλχο, στο κείμενο που ακολουθεί ασκεί κριτική στο προσχέδιο νόμου της κυβέρνησης, μια κριτική που αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς προέρχεται από ένα γνώστη της διεθνούς αλλά και της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Ευχαριστούμε θερμά τον Αντώνη Λιάκο που μας έθεσε υπόψη το κείμενο.

 του Τόνυ Μόλχο

μετάφραση: Ιωάννα Βόγλη

Ρόυ Λίχτενσταϊν, "Νεκρή φύση και ξύλινο πλαίσιο", 1983

Οι επιθέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια αυξάνονται μονομιάς, τόσο σε ένταση όσο και σε αριθμό. Φαίνεται ότι όλοι βρίσκουν κάποιο πρόβλημα στο ελληνικό πανεπιστήμιο· και τούτο το πρόβλημα –γιατί όλες οι κριτικές επιμένουν σ’ αυτό– είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να αναμορφωθεί ολόκληρο το σύστημα, σχεδόν από την αρχή. Για κάποιον σαν τον υπογράφοντα, η συζήτηση μοιάζει τουλάχιστον παράξενη. Χωρίς αμφιβολία, πολλά πρέπει να αναθεωρηθούν και να αλλάξουν. Κι όμως, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί αν οι παρούσες κυβερνητικές προτάσεις για την αλλαγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η επιμονή με την οποία κάποιοι δημοσιογράφοι αναπαράγουν τις εξωφρενικές και ανυπόστατες συχνά επιθέσεις στοχεύουν όχι στην αναμόρφωση και βελτίωση αλλά, απλά, στην απαξίωση ενός ακαδημαϊκού συστήματος, το οποίο με την πάροδο του χρόνου, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχει παράγει καλούς ακαδημαϊκούς και εξαιρετικούς φοιτητές.

Ο υπογράφων διένυσε ολόκληρη την ακαδημαϊκή του καριέρα σε πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης και μπορεί να κατηγορηθεί ότι εκφράζει άποψη για θέματα τα οποία δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, έχει διατηρήσει πολύ στενή επαφή με τους συναδέλφους του στην Ελλάδα, έχει επισκεφθεί αρκετά πανεπιστήμια, έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια που έγιναν στην Ελλάδα και είχε ακόμα και την τιμή να συμμετάσχει σε αξιολόγηση ελληνικού πανεπιστημιακού τμήματος μέσω της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Σοσιαλδημοκρατία; Όχι ακριβώς

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Σαλβαντόρ Νταλί, "Αταβιστικό δειλινό"

Ακόμα συναντά κανείς αναλύσεις για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα του τελευταίου χρόνου που θέτουν το πρόβλημα της «κυβέρνησης Παπανδρέου» με τους κλασικούς όρους της αριστερής κριτικής. Για παράδειγμα, αναγνωρίζοντας την διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά, την παθητική προσαρμογή των κυβερνώντων στα διεθνή κέντρα της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μια περαιτέρω «σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη» και πάει λέγοντας.

Νομίζω ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι ακατάλληλες για να ερμηνεύσουμε το παρόν σύστημα εξουσίας και το βασικό του υποκείμενο. Είναι διαπιστώσεις οι οποίες προϋποθέτουν ότι το υπάρχον μοντέλο διακυβέρνησης υπακούει σε οικείες ιστορικές-ιδεολογικές κινήσεις, αντίστοιχες με αυτές που σημειώνονται εδώ και χρόνια σε όλη την Ευρώπη. Μια παρόμοια θεώρηση δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στο υπό κρίση φαινόμενο. Διότι, από πολλές απόψεις, το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ είναι μια μοναδική ιστορία, μια μη συγκρίσιμη δημόσια και πολιτική εμπειρία. Όπως ήταν και το παλαιό «εθνικολαϊκιστικό» ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ της ευημερίας και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Δεν συνιστά απλώς ένα πλέγμα πολιτικών, ένα άθροισμα δημοσιονομικών μέτρων αλλά κάτι πολύ περισσότερο: μια ιδιαίτερη διάταξη λόγου και εξουσίας. Συνέχεια ανάγνωσης

To αδιέξοδο της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους της Ελλάδας

Standard

της Μαρίκας Φραγκάκη

Έργο του Μαξ Ερνστ, 1921

Ένα έτος μετά την εφαρμογή σκληρής πολιτικής λιτότητας, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας απασχολεί έντονα την επικαιρότητα, καθώς αναζητούνται τρόποι μείωσης είτε της εκταμίευσης των ποσών για την εξυπηρέτησή του είτε του ίδιου του όγκου του. Την ώρα που γράφεται το παρόν, το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς συγκρούονται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις και αντίστοιχες ομάδες συμφερόντων, που αυτές σηματοδοτούν.

Από τη μια πλευρά, οι τράπεζες, που επιζητούν να επιρρίψουν την ευθύνη στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ευρωζώνης και από την άλλη οι κυβερνήσεις, με πρώτη την γερμανική, που προσπαθεί να μετακυλίσει μέρος της ευθύνης στις πιστώτριες τράπεζες.

Μέρος του προβλήματος πηγάζει από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το διεθνές πτωχευτικό δίκαιο για ιδιώτες, δεν υφίστανται διεθνείς ρυθμίσεις για την πτώχευση κρατών. Μάλιστα, ορισμένες κατηγορίες πιστωτών έχουν δημιουργήσεις «λέσχες» για τον καλύτερο συντονισμό τους. Τέτοιες είναι η «Λέσχη του Παρισιού», που αφορά πιστωτές κρατών και η «Λέσχη του Λονδίνου», που αφορά πιστωτές εμπορικών τραπεζών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιωάννης Μανωλεδάκης: ένας αποχαιρετισμός

Standard

αναδημοσίευση από την»Εποχή», 10.7.2011

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Ιωάννης Μανωλεδάκης

Η Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με βαθιά θλίψη αποχαιρετά τον καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη. Θα προσπαθήσω, ως άμεσος μαθητής του, να αναφερθώ σε ό,τι είναι ανεξίτηλο χωρίς να αποτυπώνεται εύκολα στις σελίδες ενός βιογραφήματος. Κατ’ εξαίρεση μόνο, προτάσσω κάτι τυπικό: το λειτούργημα του κοσμήτορα της Σχολής ΝΟΠΕ αποτέλεσε την υψηλότερη θεσμική θέση που υπηρέτησε ο Ι. Μανωλεδάκης. Παράδοξο για άλλους, ήταν όμως φυσικό για τον ίδιο: δεν δέχθηκε ανώτερα αξιώματα, αν και του απευθύνθηκαν προτάσεις και συνέτρεχαν οι όροι για την ανάληψη υπουργικής ευθύνης και για την εκλογή του σε θέση Πρύτανη του ΑΠΘ. Απέφευγε τα λειτουργήματα εκείνα που είχαν βαρύνοντα και κύριο το διοικητικό τους χαρακτήρα, επειδή ο ίδιος είχε τάξει τον εαυτό του σε μια αποστολή προεχόντως ακαδημαϊκή.

Ως επικεφαλίδα του τόσο σημαντικού επιστημονικού του έργου μπορούμε να κρατήσουμε την ιδέα του ότι το ποινικό δίκαιο είναι μέτρο προστασίας, αλλά και μέτρο ελευθερίας. Το έργο του είχε χαρακτηριστικά κοσμοθεωρίας, συνδέοντας την ποινική επιστήμη και το κράτος δικαίου με την κοινωνία, την οικονομία, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ως κύριο χαρακτηριστικό της στάσης ζωής του, κρατούμε την αφοσίωση στο δημόσιο πανεπιστήμιο και την καλλιέργεια των αρχών του. Ως πρώτος πρόεδρος της Νομικής μετά τη θέσπιση του Ν. 1268/1982, χάραξε νέους δρόμους με τις γνώμες του και την πρακτική εφαρμογή, δίνοντας παράδειγμα σε διστακτικούς συναδέλφους του, όταν ακόμη οι νέες δομές έμοιαζαν ριζοσπαστικές και εύθραυστες. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: κρίση και αδιέξοδο

Standard

του Γιαννη Πλακα

Φωτογραφία του Andrew Carter, από το flickr, 28.3.2011

Σε συνέντευξή του στους Financial Times (31.1.2011), ο σύρος πρόεδρος Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέφερε πως η ώρα της μεταρρύθμισης είχε φτάσει εδώ και καιρό για την Μέση Ανατολή και όσοι δεν το είχαν αντιληφθεί πριν από τα γεγονότα της Τυνησίας και της Αιγύπτου είχαν ουσιαστικά χάσει το παιχνίδι, αφού οποιαδήποτε μεταρρύθμιση είναι καταδικασμένη να αποτύχει, υπό το βάρος της λαϊκής πίεσης.[1] Φαίνεται τελικά πως οι παραπάνω δηλώσεις του Άσαντ επαληθεύτηκαν και για τη χώρα του, στην οποία οι μεταρρυθμίσεις καθυστέρησαν μια ολόκληρη δεκαετία.

Η χαμένη άνοιξη της Δαμασκού

Έντεκα χρόνια πριν, όταν ο Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέβηκε στον προεδρικό θώκο της Συρίας, εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων και αλλαγής. Ο ίδιος έμοιαζε να έχει τις προϋποθέσεις να εγγυηθεί ένα τέτοιο τολμηρό εγχείρημα. Ήταν νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών, και το γεγονός ότι είχε μείνει στο εξωτερικό, για να μετεκπαιδευτεί στην οφθαλμιατρική, του έδινε τη στόφα κοσμοπολίτη. Επιπλέον, η εμπλοκή του με τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν πολύ περιορισμένη όλο το προηγούμενο διάστημα και, άρα, θεωρούνταν άφθαρτος και αποστασιοποιημένος από το καθεστώς, και ειδικά από τη σκληρή πτέρυγα του καθεστώτος, που εκφραζόταν από το στράτευμα και τη μυστική αστυνομία. Έντεκα χρόνια αργότερα, πολύ λίγα έγιναν προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων. Σε αυτά περιλαμβάνονται η συνέχιση της φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής που είχε ξεκινήσει ο πατέρας Άσαντ, με αποκρατικοποιήσεις και άνοιγμα της χώρας στις διεθνείς αγορές, η επίδειξη ανοχής απέναντι στις γυναικείες οργανώσεις και η ευκολότερη πρόσβαση στα ξένα μέσα ενημέρωσης, με την ευρεία χρήση δορυφορικής τηλεόρασης. Την ίδια στιγμή, όμως, πολλές διευθύνσεις στο διαδίκτυο είναι ακόμα μπλοκαρισμένες και η πολυπόθητη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος δεν έχει πραγματοποιηθεί. Από το 2005 και μετά, το καθεστώς φρόντισε να καταστείλει οποιαδήποτε διαφορετική άποψη εκφραζόταν στο εσωτερικό της χώρας, συλλαμβάνοντας μέλη παράνομων αντιπολιτευόμενων κομμάτων και ακτιβιστές οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τον Παπατάκη

Standard

                                                         του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Δεν ήταν κινηματογραφιστής, ήταν μόνιμα εξόριστος. Το 1967, σε μια συνέντευξή του στην ελβετική τηλεόραση, ο Νίκος Παπατάκης απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου, καταλήγοντας ερεθισμένος να μιλά για την ανθρώπινη καταπίεση, την ανελέητη αναγκαιότητα της εκμετάλλευσης, υπερασπίζοντας τη θέση του: μόνο μια απελπισμένη εξέγερση μπορεί ν’ αναποδογυρίσει το δυτικό κόσμο, τις αρχές που στηρίζουν τη συνωμοσία του. Εκείνη τη στιγμή φτιάχνει μια ωρολογιακή βόμβα, έτοιμη να ανατιναχθεί, επειδή όμως η βασική συνδεσμολογία υποτροφοδοτεί το μηχανισμό, συμβαίνει το απροσδόκητο: η ανάφλεξη δεν επιτυγχάνεται κι όλη η ενέργεια της εγκλωβισμένης έκρηξης διοχετεύεται στον κινηματογράφο του. Ένας κινηματογράφος σκληρός και ξερός, σαν δέρμα ζώου λίγο πριν σκάσει, μια δυνατότητα στην αιχμή της πέτρας, στο σχεδόν φτωχικό τίποτα.

Αναστασία Δούκα, «ΝICO», 2011

Από την πρώτη του ταινία, τις Αβύσσους (1963) –μια παραλλαγή σ’ ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στη γαλλική επαρχία του Μεσοπολέμου, όταν δύο αδελφές υπηρέτριες έβγαλαν τα μάτια των αφεντικών τους, κυρία και κόρη· αφορμή επίσης για τις Δούλες του Ζενέ–, μέχρι την τελευταία, τους Ισορροπιστές (1991) –πάλι ο Ζενέ–, επεξεργάζεται με μανία το ίδιο ακριβώς υλικό: ο βασανιστής, το θύμα, το θήραμα και ο θηρευτής και πως μια αναπάντεχη κίνηση αντιστρέφει άξαφνα τους ρόλους, κατευθύνοντας τις πράξεις στην οργή και την ατομική επανάσταση, η οποία δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ούτε καν μέσα στο θάνατο: μια βαθιά χαράδρα συντριπτικής ηλιοφάνειας, όπως στους Βοσκούς της αναταραχής (1967), όπου η Ανάσταση αντικαθίσταται ξανά από τον Αφανισμό. Ο Θάνος και η Δέσποινα, το άνομο ζευγάρι, απεκδύονται την καταγωγή τους (ο τσοπάνος, η πλούσια θυγατέρα), και στην απόπειρα να δραπετεύσουν από τη στείρα κοινωνία του χωριού, βουτάν στο κενό και χάνονται. Πόθος, θάνατος, ανάσταση και μεταμόρφωση είναι σκληρότητα, λέει ο Αρτώ, ο πιο εκλεκτός πρόγονος του Παπατάκη, συνοψίζοντας, χρόνια νωρίτερα, το μήκος της ταινίας. Η τάξη επανακάμπτει ανθεκτικότερη και σταθεροποιείται.

Έχοντας διανύσει μια εξαντλητική απόσταση από τη γενέτειρά του, την Αβησσυνία, μέχρι την Αθήνα, μέσω Βηρυτού, φτάνει στο Παρίσι το 1939, κι εκεί ζει αντίξοα, με την αγωνία του ακατέργαστου ξένου, αλλά δίπλα στην ντόπια διανόηση. Ωστόσο, από το 1946 διευθύνει το Κόκκινο Ρόδο, το λογοτεχνικό καμπαρέ με τη μικροσκοπική σκηνή απ’ όπου θα περάσουν, μεταξύ άλλων, ο Βιάν, η Γκρεκό και ο Κενώ, ενώ χρηματοδοτεί το μοναδικό φιλμ του Ζενέ —Ένα Ερωτικό Άσμα–, κι αργότερα, τις Σκιές του Κασσαβέτη. Συνέχεια ανάγνωσης