Η τριπλή μαρτυρία του Λευτέρη Τσίλογλου

Standard

Σκέψεις με αφετηρία το βιβλίο του Λευτέρη Τσίλογλου, Κι όμως ήταν όμορφα. Μαρτυρίες, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2010, 208 σ.

της Ιωάννας Πετροπούλου

 Η Ιστορία γράφεται από την πλευρά των νικητών — κοινή είναι η παραδοχή αυτής της αλήθειας. Μάλιστα, στο χώρο της Αριστεράς γνωρίζουμε ότι έως μια ορισμένη περίοδο οι καταγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Εμφύλιου ανήκαν στο καθεστώς και ήσαν οι παραγωγοί μιας «ιστοριογραφίας» που συντάχθηκε εν είδει μονολόγου φέροντας στη συσκευασία της και την ημερομηνία λήξεως. Ο λόγος των ηττημένων αποδεσμεύθηκε συνολικά από τη μεταπολίτευση και δώθε, όταν είδαν το φως ατομικές εξιστορήσεις αγωνιστών και αγωνιστριών της «απέναντι όχθης», κείμενα γραμμένα από τα δρώντα πρόσωπα της Ιστορίας.

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Μυστήριο και μελαγχολία ενός δρόμου», 1914

Παρά την τραγική έκβαση της σύρραξης, αυτή η σχετικά όψιμη συγγραφική συγκομιδή αφηγήσεων της άλλης πλευράς σε πεζό λόγο, παρά το ότι εξιστορεί την ήττα, αναδεικνύει το ηρωικό στοιχείο. Αγωνιστές και αγωνίστριες γράφουν με συνείδηση του υψηλού: μετείχαν σε μια εποποιία αξιομνημόνευτη. Ανήκουν στους ordinary people, στους κοινούς θνητούς. Κομίζουν στο αναγνωστικό τους κοινό μια ακόμη μαρτυρία από τα κάτω. Όμως, πάρα ταύτα, διάφανη είναι η πρόθεσή τους να διασώσουν όχι τη μικροϊστορία μιας καθημερινότητας, αλλά τον μεγάλο πόνο των κολασμένων της Γης, τις κορυφαίες τραγικές ώρες μιας ιστορικής πορείας που, αν και ηττήθηκε κατά κράτος, στάθηκε ιστορικά μοναδική.

Θύτες και θύματα: τούτη η ιστοριογραφική διεύρυνση ήρθε στην ώρα της. Συνέπεσε με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη μεταδικτατορική Ελλάδα, αποκάλυψε για πρώτη φορά, σε νέες γενιές αναγνωστών, τη διαδρομή της Αριστεράς, ενώ παράλληλα έδωσε το έναυσμα για κατάθεση προσωπικών μαρτυριών σε άτομα και των δύο φύλων. Οι αυτοβιογραφικές αυτές εξιστορήσεις συχνά εκπορεύονται από πολιτικούς αρχηγούς, κομματικά υψηλόβαθμα ή χαμηλόβαθμα στελέχη, και επιτρέπουν μια αδιαμεσολάβητη εξιστόρηση από τον ίδιον τον/την μάρτυρα, εξιστόρηση που ενίοτε βρίσκεται στα όρια της προφορικότητας και κατά κανόνα δεν στοχεύει να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες.

***

Στο βιβλίο που κρατάμε στα χέρια, ο συγγραφέας Λευτέρης Τσίλογλου μας βεβαιώνει: Κι όμως ήταν όμορφα. Ο τόνος της φωνής του είναι ο χαμηλόφωνος τόνος ενός ανθρώπου που, γεννημένος το 1940, δεν ανήκε μεν στη γενιά του Εμφυλίου αλλά ωρίμασε μέσα στο κλίμα της, έζησε τραυματικά τον απόηχό της. Γράφοντας δεν αποβλέπει στην απομνημόνευση ηρωικών πεπραγμένων — μάλλον αποδομεί, δείχνει τις ρωγμές, υποδηλώνει τα τραύματα. Στο πρώτο μέρος όπου ο συγγραφέας ανατρέχει στην παιδική του ηλικία, ο χρόνος ο δικός του συμπλέκεται με τον χρόνο των γεννητόρων αλλά και προπατόρων: πρόσφυγες γονείς εγκαθίστανται στον Βόλο με το 1922 μεταφέροντας και εκείνοι μνήμες των μικρασιατών γονιών τους. Ο Τσίλογλου ξεδιπλώνει, τρισδιάστατη οθόνη την οικογενειακή σάγκα, καθώς αυτή αντιστοιχεί σε τρεις τόπους (Μικρά Ασία, Βόλος, Αθήνα) αλλά και σε τρεις εποχές (εκπατρισμός του 1922, Κατοχή-Εμφύλιος, Δικτατορία-Μεταπολίτευση).

Τρεις γενιές ιστορία, τριπλή μαρτυρία: ο αφηγητής νιώθει αμήχανος να εντάξει το αφήγημά του σε ένα συγκεκριμένο είδος — ισχυρίζεται πως δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία. Απλές αφηγήσεις, εξομολογήσεις, κατάθεση αναμνήσεων τις ονοματίζει. Θα πρότεινα, χρησιμοποιώντας ένα δάνειο από την κινηματογραφική γλώσσα, να δούμε αυτό το πυκνό ανάγνωσμα σαν φέτες ζωής.

***

Αλλά ποιος είναι ο αφηγητής, ο Λευτέρης Τσίλογλου και ποια η (πολιτική) του διαδρομή; Γεννήθηκε το 1940 στη Νέα Ιωνία Βόλου, όπου έζησε ως τα γυμνασιακά του χρόνια. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε πρώτη φορά φοιτητής της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρχές της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε ενεργά στους αγώνες για το 1-1-4, το 15% για την Παιδεία και απόκτησε οργανωτική σχέση με τη νεολαία της ΕΔΑ. Πήρε μέρος στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Νεολαίας Λαμπράκη και εκλέχτηκε μέλος του Συμβουλίου της. Στο 5ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο εκλέχτηκε γενικός γραμματέας της ΕΦΕΕ. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών του 1967 τον βρήκε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία στην Αλεξανδρούπολη. Το 1968 συλλαμβάνεται ως μέλος της αντιστασιακής φοιτητικής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος» και εκτίει την ποινή του στη φυλακή έως το 1973. Με τη διάσπαση αγωνίστηκε στις γραμμές της Ανανεωτικής Αριστεράς του ΚΚΕ εσωτερικού και κατέβηκε υποψήφιος της Συμμαχίας στη γενέτειρά του, τον Βόλο, στις εκλογές του 1977.

Αναγκαίο υλικό για ένα βιογραφικό, θα μπορούσε να προστεθεί στις παραπάνω πληροφορίες: Πρόσφυγας, Μικρασιάτης στην καταγωγή, ο Τσίλογλου έγινε αριστερός από ατομική επιλογή· και από γεννησιμιού του αριστερόχειρας. Αυτός ο συνδυασμός των τριών τού κόστισε ακριβά: στέρηση της ελευθερίας του αλλά και βασανισμό του σώματος — χώρια τον βασανισμό της ψυχής. (Διαβάστε τα μεσαιωνικά σωματικά μαρτύρια στα οποία τον υπέβαλε ένας επαρχιακός δημοδιδάσκαλος γιατί ήταν «ζερβοκουτάλας». Μετά αυτή την «προετοιμασία», ακολούθησε, πολύ αργότερα, η άγρια εμπειρία στην Μπουμπουλίνας)

Ο χώρος

Βύρων Φιδετζής, Λ. Τσίλογλου και Χόνδρος, στρατιώτες (από την ιστοσελίδα http://www.alkman.gr)

Ποιο είναι λοιπόν το ευρύτερο τοπίο της αφήγησης, καθώς σε τούτη την εξιστόρηση οι γεωγραφικοί τόποι έχουν δικό τους μερίδιο; Θα μπορούσε η ιστορία να καταγραφεί συντομογραφικά με μόνη την παράθεση τοπωνυμίων. Λέξεις δηλωτικές της πολιτικής του διαδρομής: Βόλος, Αθήνα, Κόρινθος, Αλεξανδρούπολη, Αθήνα, Μπουμπουλίνας, Αβέρωφ, Κορυδαλλός. Ή δηλωτικές της προϊστορίας, της μικρασιατικής καταγωγής. Δρομολόγια εκπατρισμού, δρομολόγια εγκατάστασης. Πατέρας: Αξάρι, Ακ χισάρ, τα αρχαία Θυάτειρα της Λυδίας. Μητέρα: Μάνισα, Μαγνησία, περιοχή Σμύρνης. Και έπειτα: Έβρος Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη), Βόλος ή Μυτιλήνη, Αίγινα, Βόλος.

Η γενέθλια πόλη του συγγραφέα, ο Βόλος, μια επαρχιακή πόλη αστικών προδιαγραφών, κυριαρχεί στη διήγηση.

Το τοπίο στα μάτια του μικρού παιδιού οριοθετείται διττά, συλλαμβάνεται σε δυο κλίμακες: ο χώρος ο μεγάλος, ο χώρος ο μικρός.

Ο χώρος ο μεγάλος είναι ο χώρος της βιομηχανίας: καμινάδες, φουγάρα, έρημοι δρόμοι, στοές, οι σκιές των βιομηχανικών κτιρίων. Είναι ο Βόλος που αποτύπωσε η ευαισθησία του προικισμένου καλλιτέχνη, του μεγάλου Γεώργιου ντε Κύρικο. Για τον Λευτέρη Τσίλογλου, ο εξωτερικός περίβολος των παιδικών του αναμνήσεων συγκροτείται από τα εργοστάσια: η σιδηροβιομηχανία του Σταματόπουλου, η ποτοποιία του Οικονομόπουλου, οι καπναποθήκες της κάτω πόλης ή το εργοστάσιο μακαρονιών Ντεβέτα. Ακόμα, μέσα από τις μνήμες των μεγάλων, οι κίτρινες αποθήκες όπου στοιβάχτηκαν οι εκπατρισμένοι σαν πρωτοπάτησαν το πόδι τους στην πόλη .

Αυτός ο μεγάλος δακτύλιος καθορίζει τη ζωή του μικρού δακτύλιου. Ζώνει τα λιγοστά τετραγωνικά που αναλογούν σε κάθε εργατικό νοικοκυριό, αθροίζοντας τις μικρές ζωές των προσφύγων. Εκεί ζει την παιδική του ηλικία το μικρό παιδί σε συνθήκες ανέχειας. Ο αφηγητής, πέμπτο κατά σειρά παιδί μιας οικογένειας μεροκαματιάρηδων, κινείται στο επίπεδο της γειτονιάς και σπάνια έρχεται σε άμεση επαφή με τον μεγάλο περίβολο: μοιράζεται με τους δικούς του την καθημερινότητα ενός σπιτιού συνολικής έκτασης είκοσι τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων — της αυλής συμπεριλαμβανομένης. Οι γονείς πριν το 1922, εκεί πέρα στα άγια χώματα, ήσαν καλοστεκούμενοι. Εδώ, τώρα, παλεύουν σκληρά για την επιβίωση

Ο χρόνος

 Στα πρώτα χρόνια της ζωής του ο αφηγητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης της γύρω πραγματικότητας. Αποθηκεύει εικόνες, εγγράφει βιώματα. Ο χρόνος που κυλάει γίνεται αντιληπτός μέσα από τους θορύβους του ραγδαία αναπτυσσόμενου βιομηχανικού λιμανιού. Τα πρώτα χρόνια η οικογένεια δεν διαθέτει ρολόι. Το μικρό παιδί μετράει τις ώρες μέσα από ακούσματα, από τις σειρήνες των εργοστασίων που ηχούν πέρα, στο βάθος. Ο χρόνος δεν υπάρχει αφηρημένα. Ο χρόνος είναι το περιεχόμενο του. Ο χρόνος είναι η Ιστορία. Ιστορία είναι και τα ακούσματα από ένα ραδιόφωνο του σπιτιού που εκπέμπει. Μικρός, παρακολουθεί τις Αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που θυμίζει τα οικεία κακά. Ο Τσίλογλου μας μεταφέρει μια εικόνα: η γιαγιά ζει από τη σύνταξη του αδικοχαμένου στον Μικρασιατικό Πόλεμο παιδιού της. Όμως πιστεύει ότι ακόμα ο γιος της ζει. Όταν ακούει στα ερτζιανά τις Αναζητήσεις το όνομά του λυγίζει και κάτω από το βάρος της αλήθειας κλαίει γοερά.

Επάνω στα βουνά η αγριάδα των εμφύλιων σπαραγμών δεν είχε ακόμα κοπάσει οριστικά. Ιστορία δεν είναι μόνο το παρελθόν. Ο χρόνος μαζί με το συγκεκριμένο ιστορικό του περιεχόμενο περνά στην αντίληψη του παιδιού που προσεγγίζει τον κόσμο και πάλι μέσα από τα όρια: το μεγάλο βουνό — το μικρό βουνό. Στη μικροκλίμακα της γειτονιάς φαινομενικά όλα κυλούν ειρηνικά έως τη στιγμή που οι αντάρτες από το μεγάλο βουνό σε μια απέλπιδα επιχείρηση να κρυφτούν για να γλιτώσουν από τα Τάγματα Ασφαλείας που τους καταζητούν, θα διαταράξουν τις ισορροπίες της μικρής εργατικής κοινότητας. Η επιχείρηση τελειώνει με τον θρήνο για την αυτοκτονία των δυο παλληκαριών. Ο Λευτέρης Τσίλογλου, παράτολμο παιδί, ούτε δεκάχρονο, διακατέχεται από άκρατη περιέργεια, και για τούτο το σκάει κρυφά από τον προστατευτικό κλοιό της οικογένειας και του σχολείου: Πήγα ολοταχώς προς το γεγονός. Τρέχει στο συναπάντημα με την μεγάλη Ιστορία δίχως να το γνωρίζει: ο Τσίλογλου δεν προέρχεται από μια αριστερή οικογένεια αλλά από πολύτεκνους δημοκράτες πρόσφυγες.

Παρακολουθώντας την επιχείρηση της αστυνομίας, έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με την σύγχρονη ελληνική τραγωδία. Η καταστατική σκηνή. Έξω από τετράδια και βιβλία, έξω από τους τοίχους και τα θρανία του σχολείου, δίχως χρεία κάποιου σοφολογιότατου καθηγητή που θα διδάξει το μάθημα, η Ιστορία διαδραματίζεται εκεί ζωντανά μπροστά στα πρώην ανύποπτα μάτια του.

***

Μεταπολεμικά, μετεμφυλιακά, η διαμόρφωσή του στα σχολικά χρόνια ακολουθεί το ρυθμό της επαρχιακής Ελλάδας που ζει στο ψυχροπολεμικό κλίμα. Το σύμπαν του έφηβου συγκροτείται από τη σχολική ζωή, αλλά και από ομάδες και οργανώσεις, και την ενεργή του συμμετοχή στις όποιες δράσεις πρόσφερε η ρημαγμένη επαρχία εκείνα τα χρόνια. Ο Τσίλογλου απαριθμεί πρόσωπα και πράγματα που γνώρισε από κοντά. Μια γαλαζοαίματη: η πριγκίπισσα Σοφία, η μετέπειτα Reina Sofia της Ισπανίας, που του απονέμει βραβείο για τις αφιλοκερδώς προσφερθείσες υπηρεσίες του στο Ίδρυμα της Βασιλικής Πρόνοιας. Ένας δημοκράτης πολιτικός: ο εκ Μαγνησίας Γεώργιος Καρτάλης. Και ένας εκπρόσωπος των κοινωνικά καταπιεσμένων, ο μεγάλος λαϊκός βάρδος Στέλιος Καζαντζίδης. Οι εστεμμένοι, οι αστοί, ο λαός: ιδού το οιονεί πολιτικό τρίπτυχο της εποχής που συνοψίζει τη βασιλεία, τη δημοκρατία, το προλεταριάτο. Οι συσσωματώσεις σηματοδοτούν τα όρια της επαρχιακής ζωής: οι Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες όπου ο Τσίλογλου, άριστος πωλητής του εντύπου Η Ζωή του Παιδιού, μετέχει εκούσια έως τη στιγμή που αποφασίζει με τη θέληση του να φύγει. Όπως απότομα μπήκα έτσι απότομα έφυγα. Άλλη παράμετρος τής υπό ανοικοδόμηση επαρχιακής ζωής: το Σχέδιο Μάρσαλ και τα συσσίτια, η Ούνρρα και οι υπερατλαντικές προσφορές σε είδη ένδυσης και νεόφερτων κομφόρ. Η πρώτη ανθεκτική στο χρόνο αμερικάνικη οδοντόβουρτσα, όπως αργότερα το πρώτο κοστούμι που έραψε με το έμπα στο Πανεπιστήμιο σημαδεύουν διάρκειες και τομές της ζωής του. Στο μετεμφυλιακό σύμπαν της επαρχίας, ας μην παραλείψουμε να μνημονεύσουμε και το ποδόσφαιρο, μεγάλης διάρκειας πηγή ζωής και εκτόνωσης για τον γράφοντα.

Ο «αντιηρωικός ήρωάς» μας δεν χάνει τη νεανική του ικμάδα, παρόλο που ο επιβεβλημένος αγώνας για την επιβίωση τού αποκαλύπτει από νωρίς το σκληρό πρόσωπο της ζωής. Βιοπάλη. Τα αλλεπάλληλα επαγγέλματα που διαδοχικά εξασκεί ένα παιδί που άγουρο ακόμα εξαναγκάζεται να ενηλικιωθεί πρόωρα, να γίνει υπεύθυνο για το σαρκίο του, για να μην είναι βάρος στην οικογένεια, μια οικογένεια τρυφερή που τον συντρέχει με τη θαλπωρή της. Εμποροραφείο, ταβερνείο, κουρείο, μανάβικο, τσαγκάρικο, ποτοποιείο, βενζινάδικο, καθαριστήριο, φαρμακείο, γεωργικό κατάστημα, καφενείο, τσιπουράδικο. Λαντζέρης, φορτοεκφορτωτής, γκαρσόνι, γαζωτής. Παιδική εργασία συχνά απλήρωτη. Παράλληλα πάει στο σχολείο αλλά αναγκάζεται να σταματήσει. Πρώτη ανακοπή των σπουδών — ως μαθητής. Αγωνίζεται και ξαναρχίζει. Δεύτερη ανακοπή ως φοιτητής: επί χούντας συλλαμβάνεται για την αντιστασιακή του δράση στο Ρήγα Φεραίο. Ωραία έγραψε η Ρέα Γαλανάκη (Το Βήμα, 8.5.2011) ότι η υπόθεση της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος […] παραμένει η πιο άγνωστη σελίδα της αντιδικτατορικής αντίστασης, μολονότι τιμωρήθηκε με τον πλέον σκληρό τρόπο. Ο Τσίλογλου φυλακίζεται μια ολόκληρη πενταετία. Θα ξαναπιάσει το νήμα των σπουδών σε συνθήκες δημοκρατικής ελευθερίας. Στη μεταπολίτευση, το 1976, παίρνει το πτυχίο του. Στη φυλακή ο Τσίλογλου ζει επώδυνα νέα απαγορευτικά όρια — τα πιο σκληρά. Ο μικρός δακτύλιος — ο μεγάλος δακτύλιος. Το μικρό βουνό — το μεγάλο βουνό. Όλα αυτά είναι παρελθόν. Τώρα τα όρια είναι ανυπέρβλητα, βρίσκεται κρατούμενος εντός των τειχών. Με την αποφυλάκισή του υπερβαίνει τα όρια του εγκλεισμού, και εκτός των τειχών πια κερδίζει το στοίχημα της ζωής του, την ελευθερία του.

***

Το ενδιαφέρον αυτού του αναγνώσματος έγκειται στο ότι έχει κρυμμένη την αξία του, έχει καλά φυλαγμένα τα καράτια του, το αληθινό χρυσάφι του. Στον σκληρό του δίσκο έχει ενσωματωμένη μια απαρασάλευτη στάση ζωής, μια ηθική εντιμότητα, μια ανθρωπιστική και αγωνιστική τοποθέτηση, έναν ηρωισμό. Έστω και αν ο ομιλητής σπάνια αναφέρεται σε αυτές. Ο αντιήρωας ήρωας παραμένει ακλόνητος στην ουσία και δίχως φανατισμό, διαφυλάσσει αυτά στα οποία είχε βαθιά πιστέψει και στα οποία ανάλωσε τη ζωή του.

Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: Η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στην ανάγκη να εξηγήσεις σε ανθρώπους που αγαπάς και σέβεσαι, σε συντρόφους κοινών αγώνων τις δικές σου αλλαγές. Ο αντίλογος εδώ θα μπορούσε να είναι: Οι αλλαγές δεν ήταν μόνο δικές σου. Όταν ο αγωνιστής της Αριστεράς, σαν ένα πληγωμένο ζώο γύρευε ψυχής φάρμακα, η ατομική του περιπέτεια βρέθηκε να συμπλέει με το τεράστιο κύμα της παγκόσμιας αλλαγής.

***

Το θαυμάσιο τούτο βιβλίο, πέρα από μια επιτυχημένη άσκηση της μνήμης και του λόγου, πέρα από μια αισθαντική κατάθεση ζωής, μια εξαίρετη μαρτυρία από τα κάτω, κυοφορεί ίσως το επόμενο έργο που θα χωρέσει όλα όσα δεν ειπώθηκαν ακόμη. Η Αριάν Μνουσκίν κάπου, σε μια συνέντευξή της, έλεγε ότι υπάρχουν θεατρικές παραστάσεις προπαρασκευαστικές, δηλαδή παραστάσεις-μήτρες.

Αδιόρατα λοιπόν προχωράει η ζύμωση, ίσως να ’χουμε αύριο και νέο κρασί. Αγαπητέ συγγραφέα: Με χαρά δεχτήκαμε τούτο το αφήγημα, καλοδεχούμενη και η συνέχεια, εάν, εφόσον και όποτε εσύ θα το θελήσεις. Ιδού, λοιπόν, η πρόκληση.

 Η Ιωάννα Πετροπούλου είναι ιστορικός

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η τριπλή μαρτυρία του Λευτέρη Τσίλογλου

  1. Πίνγκμπακ: «ΕΝΑΣ ΤΙΜΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» | "Δημόσιος Χώρος Γ. Ρέντζος"

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s