Δευτέρα, σαν Κυριακή: «Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα»

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Ναυτεργάτες σε ναυπηγείο της Βαλτιμόρης, 1943. Φωτογραφία του Arthur S. Siegel (Πηγή: popartmachine.com)

«Τι μέρα είναι;» Ο Σάντα έχει χάσει τις μέρες. Γιατί είναι άνεργος. «Δευτέρα». Κι αυτό δεν του λέει τίποτα. Ούτε αρχή της εργάσιμης εβδομάδας, ούτε τσαγκαροδευτέρα, ούτε χτες ξενύχτησα και σήμερα θα σέρνομαι στη δουλειά. Δευτέρα, σαν Κυριακή, σαν Σάββατο, σαν Τετάρτη. Αράζει μαζί με τον Λίνο στα βράχια, στον ήλιο. Τον Λίνο, που βάφει τα μαλλιά του για να φαίνεται νεότερος όταν πάει για συνέντευξη για τη δουλειά που διάβασε στην αγγελία: «Zητούνται νέοι 20-35 ετών». Πενηντάρης αυτός, με δυο παιδιά, τι να κάνει, πάει.

«Με κοίταξε αμίλητος αλλά τα μάτια του έλεγαν έλεγαν έλεγαν. Πενηνταδυό χρονών εντάξει; Ο γιος φαντάρος η κόρη φοιτήτρια στο Ρέθυμνο. Η μάνα τους τετράωρα στου Σκλαβενίτη. Δάνεια κάρτες. Και τώρα μείναμε χωρίς δουλειά. Πενηνταδυό χρονών εντάξει. Και τώρα τι γίνεται; Τι κάνουμε τώρα. Μου λες;» (σ. 181).

Στις Δευτέρες με λιακάδα (Los lunes al sol) του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, έξι φίλοι έχουν απολυθεί από τα ναυπηγεία. Οι ήρωες στο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010) είναι άνεργοι, απολυμένοι, συνταξιούχοι της πείνας από την Κοκκινιά, το Πέραμα, τον Κορυδαλλό, τα Καμίνια. Τους παίρνουν τα σπίτια οι τράπεζες, τους «πετάνε στο δρόμο σαν αποτσίγαρα» απ’ τη δουλειά, τους περιφρονούν.

«Πρέπει να απολύσουμε 80, αλλιώς θα κλείσουμε», μεταφέρει ο Σάντα τα λόγια του αφεντικού. Πρώτα απέλυσαν, μετά έκλεισαν και πούλησαν την επιχείρηση. Τώρα στα ναυπηγεία έχουν μείνει μονάχα τα πλοία σαν φαντάσματα, κι ο χαζούλης Μπίσκο με το σκύλο του. Ο Σάντα πάει καμιά φορά και περιφέρεται ανάμεσα στα άδεια κτήρια και τα καράβια που δεν θα επισκευαστούν ποτέ. Συνέχεια ανάγνωσης

Από γενιά σε γενιά

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή,  16.7.2011

του Παντελή Μπουκάλα

Τώρα το γράφουν ειρωνικά και στην Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι φεουδαρχική δημοκρατία, με τη σκυτάλη της εξουσίας να περνάει μονότονα όχι από κόμμα σε κόμμα, αλλά από τη μία οικογένεια στην άλλη. Θαρρείς και έχουμε δυο-τρεις βασιλικούς οίκους που, αποθεώνοντας τον νεποτισμό, ετοιμάζουν τους βλαστούς τους για τα υψηλά αξιώματα και τους τα παραδίδουν ακόμα και αν δεν ενδιαφέρονται οι ίδιοι (όπως θρυλείται ότι συνέβη στην περίπτωση του Κ. Καραμανλή του Β΄) ή ακόμα κααι αν η αξιοσύνη τους δεν είναι ιδιαίτερη, όπως στην περίπτωση του Γ. Παπανδρέου, Β΄ και αυτού, ο οποίος, σύμφωνα με όσα έλεγε κάποτε ο νυν αντιπρόεδρός του κ. Πάγκαλος, δεν ήταν για τα δύσκολα.

Επί χρόνια έγραφαν αρκετοί και εδώ για το περίεργο πολίτευμα κληρονομικής δημοκρατίας που παραμένει ασάλευτο επί δεκαετίες, σαν να βάλτωσε ο πολιτικός χρόνος. Οι «τρεις οικογένειες» δεν είναι κουβέντα του καφενείου, όπως θα έλεγαν οι «σοβαροί αναλυτές». Είναι ύλη για μελετητές που πρέπει να εξηγήσουν πώς εδώ έφτασε στην κορύφωσή του ένα φαινόμενο που παρατηρείται και αλλού (Μπους Α΄ εγέννησε Μπους Β΄), αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Και, εξετάζοντας την κορυφή του πολιτικού δυναμικού, ας εξετάσουν και τη βάση, όπου πολλές βουλευτικές έδρες υπακούουν στο κληρονομικό δίκαιο, όπως άλλωστε και πανεπιστημιακές. Συνέχεια ανάγνωσης

Η έντιμος πτωχεία

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή,  16.7.2011

του Νίκου Ξυδάκη

Η ανακύψασα συζήτηση περί αμοιβών και προνομίων των βουλευτών, μετά τις θεαματικές χειρονομίες των κ.κ. Χαράς Κεφαλίδου και Κυρ. Μητσοτάκη, μάλλον διεξάγεται παραπλανητικά. Καταρχάς, υπό τις παρούσες συνθήκες επιλεκτικής πτώχευσης και ανεξέλεγκτης ύφεσης, η παραίτηση από το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και τις αμοιβές των επιτροπών, έχει μεν μια συμβολική σημασία, αλλά καμία υλική αξία. Η δε συμβολική σημασία αποβαίνει και αυτή ελάχιστη, στο μέτρο που η συζήτηση για τις ιστορικές ευθύνες του παρακμάζοντος πολιτικού προσωπικού σμικρύνεται εντοπιζόμενη στο leasing και τα έξτρα.

Άλλα είναι τα τρωτά και τα νοσογόνα του συστήματος. Είναι ο ευτελισμός των Εξεταστικών Επιτροπών, οι οποίες ουδέποτε έχουν τιμωρήσει ουσιαστικά έναν υπουργό. Είναι η σκανδαλώδης ασυλία των βουλευτών, ακόμη και σε εξόφθαλμες περιπτώσεις ποινικών παραπτωμάτων ή προσωπικών αντιδικιών. Είναι η ανορθολογική και ιδιοτελής ανισοκατανομή των εδρών, με το κοσμοβριθές Λεκανοπέδιο να υποεκπροσωπείται δυσανάλογα. Είναι ο υποκριτικά ατελής έλεγχος των προεκλογικών δαπανών των βουλευτών, και η κοροϊδία της δήλωσης πόθεν έσχες. Είναι οι ανεπαρκείς, αστοιχείωτοι βουλευτές που ψηφίζουν νόμους χωρίς να τους έχουν διαβάσει Είναι ίσως οι υπεράριθμοι βουλευτές. Είναι οι βουλευτές που δεν ψηφίζουν κατά συνείδησιν, αλλά κατ’ επιταγήν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Σχέδιο του Αντρέ Μασσόν, 1933, από τη συλλογή «Σφαγές»

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την «αξιολόγηση»

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Φωτογραφία του Μαν Ραίυ, 1933

Για να διατηρείς την ψυχραιμία σου, απέναντι σε όσα συμβαίνουν στη χώρα, ένα από τα επαρκή «αντίδοτα» είναι η αλλαγή κατοικίας, χωρίς αυτό να αποτελεί το άλλο όνομα των «διακοπών». Η αφαίρεση της χολής προφανώς σου επιτρέπει να μη «χολοσκάς» πια. Και έτσι να επαινείς, δημόσια και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια, τον τρόπο λειτουργίας της οικείας κλινικής του «Ιπποκρατείου», με προεξάρχοντα τον συνάδελφο Μανόλη Λέανδρο.

Κι όταν εγκαθίστασαι στο νησί του Ιπποκράτη; Εδώ πράγματι «ευημερούν» οι αριθμοί και τα ποσοστά αύξησης των ξένων παραθεριστών να εμφανίζονται άκρως υψηλά. Μόνο που η συγκέντρωση των τουριστικών υπηρεσιών σε λιγοστά μονοπώλια και η επιλογή του συστήματος «all inclusive», με το μονόχρωμο βραχιολάκι στο χέρι, από τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες απειλεί –εφέτος θανάσιμα– τις πάμπολλες οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις.

Στην ίδια παραλία, στο Μαρμάρι της Κω, όπως το καλοκαίρι του 1982 επιχειρούσαμε με τον Μανόλη Παπαθωμόπουλο και τον  Αύγουστο Μπαγιόνα να κατανοήσουμε τους τρόπους έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νέας πανεπιστημιακής νομοθεσίας, έτσι και τώρα –χωρίς αυτούς– προσπαθώ να διακρίνω πού μας οδηγεί το νομοσχέδιο για την «αναδιοργάνωση» της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ξεκινώ από τη διαρκή επίκληση της «ποιότητας». Εδώ το κείμενο δεν «χαρίζεται»: κάνει λόγο για το «ανώτερο επίπεδο ποιότητας», για τη «συνεχή βελτίωσή» της και για τους τρόπους «επιβράβευσης» όσων «αρίστευσαν». Μόνο που οι προτεινόμενοι «δείκτες ποιότητας» σε προσγειώνουν στη χοντρή την άμμο: η «ερευνητική αριστεία» αποτιμάται με τον «αριθμό δημοσιεύσεων», τον «αριθμό ετεροαναφορών» τον «αριθμό απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα» κλπ. Τι ακριβώς θα συμβεί; Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιο είναι το πρόβλημα με τη μεταρρύθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων;

Standard

Ο Anthony Molho είναι ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας της Ιταλίας και γενικότερα της Μεσογείου, και ταυτόχρονα ένας διαπρεπής νεοελληνιστής. Από το 1996 μέχρι το 2000 ήταν καθηγητής ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Brown University, ενώ δίδαξε σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Ο Μόλχο, στο κείμενο που ακολουθεί ασκεί κριτική στο προσχέδιο νόμου της κυβέρνησης, μια κριτική που αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς προέρχεται από ένα γνώστη της διεθνούς αλλά και της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Ευχαριστούμε θερμά τον Αντώνη Λιάκο που μας έθεσε υπόψη το κείμενο.

 του Τόνυ Μόλχο

μετάφραση: Ιωάννα Βόγλη

Ρόυ Λίχτενσταϊν, "Νεκρή φύση και ξύλινο πλαίσιο", 1983

Οι επιθέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια αυξάνονται μονομιάς, τόσο σε ένταση όσο και σε αριθμό. Φαίνεται ότι όλοι βρίσκουν κάποιο πρόβλημα στο ελληνικό πανεπιστήμιο· και τούτο το πρόβλημα –γιατί όλες οι κριτικές επιμένουν σ’ αυτό– είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να αναμορφωθεί ολόκληρο το σύστημα, σχεδόν από την αρχή. Για κάποιον σαν τον υπογράφοντα, η συζήτηση μοιάζει τουλάχιστον παράξενη. Χωρίς αμφιβολία, πολλά πρέπει να αναθεωρηθούν και να αλλάξουν. Κι όμως, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί αν οι παρούσες κυβερνητικές προτάσεις για την αλλαγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η επιμονή με την οποία κάποιοι δημοσιογράφοι αναπαράγουν τις εξωφρενικές και ανυπόστατες συχνά επιθέσεις στοχεύουν όχι στην αναμόρφωση και βελτίωση αλλά, απλά, στην απαξίωση ενός ακαδημαϊκού συστήματος, το οποίο με την πάροδο του χρόνου, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχει παράγει καλούς ακαδημαϊκούς και εξαιρετικούς φοιτητές.

Ο υπογράφων διένυσε ολόκληρη την ακαδημαϊκή του καριέρα σε πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης και μπορεί να κατηγορηθεί ότι εκφράζει άποψη για θέματα τα οποία δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, έχει διατηρήσει πολύ στενή επαφή με τους συναδέλφους του στην Ελλάδα, έχει επισκεφθεί αρκετά πανεπιστήμια, έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια που έγιναν στην Ελλάδα και είχε ακόμα και την τιμή να συμμετάσχει σε αξιολόγηση ελληνικού πανεπιστημιακού τμήματος μέσω της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Σοσιαλδημοκρατία; Όχι ακριβώς

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Σαλβαντόρ Νταλί, "Αταβιστικό δειλινό"

Ακόμα συναντά κανείς αναλύσεις για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα του τελευταίου χρόνου που θέτουν το πρόβλημα της «κυβέρνησης Παπανδρέου» με τους κλασικούς όρους της αριστερής κριτικής. Για παράδειγμα, αναγνωρίζοντας την διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά, την παθητική προσαρμογή των κυβερνώντων στα διεθνή κέντρα της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μια περαιτέρω «σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη» και πάει λέγοντας.

Νομίζω ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι ακατάλληλες για να ερμηνεύσουμε το παρόν σύστημα εξουσίας και το βασικό του υποκείμενο. Είναι διαπιστώσεις οι οποίες προϋποθέτουν ότι το υπάρχον μοντέλο διακυβέρνησης υπακούει σε οικείες ιστορικές-ιδεολογικές κινήσεις, αντίστοιχες με αυτές που σημειώνονται εδώ και χρόνια σε όλη την Ευρώπη. Μια παρόμοια θεώρηση δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στο υπό κρίση φαινόμενο. Διότι, από πολλές απόψεις, το μνημονιακό ΠΑΣΟΚ είναι μια μοναδική ιστορία, μια μη συγκρίσιμη δημόσια και πολιτική εμπειρία. Όπως ήταν και το παλαιό «εθνικολαϊκιστικό» ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ της ευημερίας και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Δεν συνιστά απλώς ένα πλέγμα πολιτικών, ένα άθροισμα δημοσιονομικών μέτρων αλλά κάτι πολύ περισσότερο: μια ιδιαίτερη διάταξη λόγου και εξουσίας. Συνέχεια ανάγνωσης

To αδιέξοδο της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους της Ελλάδας

Standard

της Μαρίκας Φραγκάκη

Έργο του Μαξ Ερνστ, 1921

Ένα έτος μετά την εφαρμογή σκληρής πολιτικής λιτότητας, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας απασχολεί έντονα την επικαιρότητα, καθώς αναζητούνται τρόποι μείωσης είτε της εκταμίευσης των ποσών για την εξυπηρέτησή του είτε του ίδιου του όγκου του. Την ώρα που γράφεται το παρόν, το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς συγκρούονται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις και αντίστοιχες ομάδες συμφερόντων, που αυτές σηματοδοτούν.

Από τη μια πλευρά, οι τράπεζες, που επιζητούν να επιρρίψουν την ευθύνη στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ευρωζώνης και από την άλλη οι κυβερνήσεις, με πρώτη την γερμανική, που προσπαθεί να μετακυλίσει μέρος της ευθύνης στις πιστώτριες τράπεζες.

Μέρος του προβλήματος πηγάζει από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το διεθνές πτωχευτικό δίκαιο για ιδιώτες, δεν υφίστανται διεθνείς ρυθμίσεις για την πτώχευση κρατών. Μάλιστα, ορισμένες κατηγορίες πιστωτών έχουν δημιουργήσεις «λέσχες» για τον καλύτερο συντονισμό τους. Τέτοιες είναι η «Λέσχη του Παρισιού», που αφορά πιστωτές κρατών και η «Λέσχη του Λονδίνου», που αφορά πιστωτές εμπορικών τραπεζών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιωάννης Μανωλεδάκης: ένας αποχαιρετισμός

Standard

αναδημοσίευση από την»Εποχή», 10.7.2011

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Ιωάννης Μανωλεδάκης

Η Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με βαθιά θλίψη αποχαιρετά τον καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη. Θα προσπαθήσω, ως άμεσος μαθητής του, να αναφερθώ σε ό,τι είναι ανεξίτηλο χωρίς να αποτυπώνεται εύκολα στις σελίδες ενός βιογραφήματος. Κατ’ εξαίρεση μόνο, προτάσσω κάτι τυπικό: το λειτούργημα του κοσμήτορα της Σχολής ΝΟΠΕ αποτέλεσε την υψηλότερη θεσμική θέση που υπηρέτησε ο Ι. Μανωλεδάκης. Παράδοξο για άλλους, ήταν όμως φυσικό για τον ίδιο: δεν δέχθηκε ανώτερα αξιώματα, αν και του απευθύνθηκαν προτάσεις και συνέτρεχαν οι όροι για την ανάληψη υπουργικής ευθύνης και για την εκλογή του σε θέση Πρύτανη του ΑΠΘ. Απέφευγε τα λειτουργήματα εκείνα που είχαν βαρύνοντα και κύριο το διοικητικό τους χαρακτήρα, επειδή ο ίδιος είχε τάξει τον εαυτό του σε μια αποστολή προεχόντως ακαδημαϊκή.

Ως επικεφαλίδα του τόσο σημαντικού επιστημονικού του έργου μπορούμε να κρατήσουμε την ιδέα του ότι το ποινικό δίκαιο είναι μέτρο προστασίας, αλλά και μέτρο ελευθερίας. Το έργο του είχε χαρακτηριστικά κοσμοθεωρίας, συνδέοντας την ποινική επιστήμη και το κράτος δικαίου με την κοινωνία, την οικονομία, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ως κύριο χαρακτηριστικό της στάσης ζωής του, κρατούμε την αφοσίωση στο δημόσιο πανεπιστήμιο και την καλλιέργεια των αρχών του. Ως πρώτος πρόεδρος της Νομικής μετά τη θέσπιση του Ν. 1268/1982, χάραξε νέους δρόμους με τις γνώμες του και την πρακτική εφαρμογή, δίνοντας παράδειγμα σε διστακτικούς συναδέλφους του, όταν ακόμη οι νέες δομές έμοιαζαν ριζοσπαστικές και εύθραυστες. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: κρίση και αδιέξοδο

Standard

του Γιαννη Πλακα

Φωτογραφία του Andrew Carter, από το flickr, 28.3.2011

Σε συνέντευξή του στους Financial Times (31.1.2011), ο σύρος πρόεδρος Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέφερε πως η ώρα της μεταρρύθμισης είχε φτάσει εδώ και καιρό για την Μέση Ανατολή και όσοι δεν το είχαν αντιληφθεί πριν από τα γεγονότα της Τυνησίας και της Αιγύπτου είχαν ουσιαστικά χάσει το παιχνίδι, αφού οποιαδήποτε μεταρρύθμιση είναι καταδικασμένη να αποτύχει, υπό το βάρος της λαϊκής πίεσης.[1] Φαίνεται τελικά πως οι παραπάνω δηλώσεις του Άσαντ επαληθεύτηκαν και για τη χώρα του, στην οποία οι μεταρρυθμίσεις καθυστέρησαν μια ολόκληρη δεκαετία.

Η χαμένη άνοιξη της Δαμασκού

Έντεκα χρόνια πριν, όταν ο Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέβηκε στον προεδρικό θώκο της Συρίας, εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων και αλλαγής. Ο ίδιος έμοιαζε να έχει τις προϋποθέσεις να εγγυηθεί ένα τέτοιο τολμηρό εγχείρημα. Ήταν νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών, και το γεγονός ότι είχε μείνει στο εξωτερικό, για να μετεκπαιδευτεί στην οφθαλμιατρική, του έδινε τη στόφα κοσμοπολίτη. Επιπλέον, η εμπλοκή του με τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν πολύ περιορισμένη όλο το προηγούμενο διάστημα και, άρα, θεωρούνταν άφθαρτος και αποστασιοποιημένος από το καθεστώς, και ειδικά από τη σκληρή πτέρυγα του καθεστώτος, που εκφραζόταν από το στράτευμα και τη μυστική αστυνομία. Έντεκα χρόνια αργότερα, πολύ λίγα έγιναν προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων. Σε αυτά περιλαμβάνονται η συνέχιση της φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής που είχε ξεκινήσει ο πατέρας Άσαντ, με αποκρατικοποιήσεις και άνοιγμα της χώρας στις διεθνείς αγορές, η επίδειξη ανοχής απέναντι στις γυναικείες οργανώσεις και η ευκολότερη πρόσβαση στα ξένα μέσα ενημέρωσης, με την ευρεία χρήση δορυφορικής τηλεόρασης. Την ίδια στιγμή, όμως, πολλές διευθύνσεις στο διαδίκτυο είναι ακόμα μπλοκαρισμένες και η πολυπόθητη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος δεν έχει πραγματοποιηθεί. Από το 2005 και μετά, το καθεστώς φρόντισε να καταστείλει οποιαδήποτε διαφορετική άποψη εκφραζόταν στο εσωτερικό της χώρας, συλλαμβάνοντας μέλη παράνομων αντιπολιτευόμενων κομμάτων και ακτιβιστές οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τον Παπατάκη

Standard

                                                         του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Δεν ήταν κινηματογραφιστής, ήταν μόνιμα εξόριστος. Το 1967, σε μια συνέντευξή του στην ελβετική τηλεόραση, ο Νίκος Παπατάκης απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου, καταλήγοντας ερεθισμένος να μιλά για την ανθρώπινη καταπίεση, την ανελέητη αναγκαιότητα της εκμετάλλευσης, υπερασπίζοντας τη θέση του: μόνο μια απελπισμένη εξέγερση μπορεί ν’ αναποδογυρίσει το δυτικό κόσμο, τις αρχές που στηρίζουν τη συνωμοσία του. Εκείνη τη στιγμή φτιάχνει μια ωρολογιακή βόμβα, έτοιμη να ανατιναχθεί, επειδή όμως η βασική συνδεσμολογία υποτροφοδοτεί το μηχανισμό, συμβαίνει το απροσδόκητο: η ανάφλεξη δεν επιτυγχάνεται κι όλη η ενέργεια της εγκλωβισμένης έκρηξης διοχετεύεται στον κινηματογράφο του. Ένας κινηματογράφος σκληρός και ξερός, σαν δέρμα ζώου λίγο πριν σκάσει, μια δυνατότητα στην αιχμή της πέτρας, στο σχεδόν φτωχικό τίποτα.

Αναστασία Δούκα, «ΝICO», 2011

Από την πρώτη του ταινία, τις Αβύσσους (1963) –μια παραλλαγή σ’ ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στη γαλλική επαρχία του Μεσοπολέμου, όταν δύο αδελφές υπηρέτριες έβγαλαν τα μάτια των αφεντικών τους, κυρία και κόρη· αφορμή επίσης για τις Δούλες του Ζενέ–, μέχρι την τελευταία, τους Ισορροπιστές (1991) –πάλι ο Ζενέ–, επεξεργάζεται με μανία το ίδιο ακριβώς υλικό: ο βασανιστής, το θύμα, το θήραμα και ο θηρευτής και πως μια αναπάντεχη κίνηση αντιστρέφει άξαφνα τους ρόλους, κατευθύνοντας τις πράξεις στην οργή και την ατομική επανάσταση, η οποία δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ούτε καν μέσα στο θάνατο: μια βαθιά χαράδρα συντριπτικής ηλιοφάνειας, όπως στους Βοσκούς της αναταραχής (1967), όπου η Ανάσταση αντικαθίσταται ξανά από τον Αφανισμό. Ο Θάνος και η Δέσποινα, το άνομο ζευγάρι, απεκδύονται την καταγωγή τους (ο τσοπάνος, η πλούσια θυγατέρα), και στην απόπειρα να δραπετεύσουν από τη στείρα κοινωνία του χωριού, βουτάν στο κενό και χάνονται. Πόθος, θάνατος, ανάσταση και μεταμόρφωση είναι σκληρότητα, λέει ο Αρτώ, ο πιο εκλεκτός πρόγονος του Παπατάκη, συνοψίζοντας, χρόνια νωρίτερα, το μήκος της ταινίας. Η τάξη επανακάμπτει ανθεκτικότερη και σταθεροποιείται.

Έχοντας διανύσει μια εξαντλητική απόσταση από τη γενέτειρά του, την Αβησσυνία, μέχρι την Αθήνα, μέσω Βηρυτού, φτάνει στο Παρίσι το 1939, κι εκεί ζει αντίξοα, με την αγωνία του ακατέργαστου ξένου, αλλά δίπλα στην ντόπια διανόηση. Ωστόσο, από το 1946 διευθύνει το Κόκκινο Ρόδο, το λογοτεχνικό καμπαρέ με τη μικροσκοπική σκηνή απ’ όπου θα περάσουν, μεταξύ άλλων, ο Βιάν, η Γκρεκό και ο Κενώ, ενώ χρηματοδοτεί το μοναδικό φιλμ του Ζενέ —Ένα Ερωτικό Άσμα–, κι αργότερα, τις Σκιές του Κασσαβέτη. Συνέχεια ανάγνωσης

Επιστροφή από την Ερμούπολη

Standard

Τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ μόλις επέστρεψαν από την Ερμούπολη, όπου με μεγάλη επιτυχία ολοκληρώθηε η ενότητα «Η ζωή μας στο διαδίτυο», την οποία οργάνωσαν το πλαίσιο των «Σεμιναρίων της Ερμοπολης» του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (7 και 8 Ιουλίου). Ευχαριστούμε θερμά όλους τους φίλους που συμμετείχαν, για τις ωραίες και γόνιμες συζητήσεις εντός αλλά και εκτός σεμιναρίων. Τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ θα αφιερώσουν ειδικό φύλλο τους στα σεμινάρια, ενώ σύντομα θα ανέβει και το σχετικό βίντεο στο μπλογκ

Η Ευρώπη μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις

Standard

του Γιούργκεν Χάμπερμας

μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Σταυρούλα Μανώλη

Με αφετηρία την ελληνική κρίση, ο μεγάλος γερμανός στοχαστής (στο άρθρο του «Europa am Scheideweg», που δημοσιεύθηκε στην οικονομική εφημερίδα της Φραγκφούρτης Handelsblatt, στις 18.6.2011) διατυπώνει τις σκέψεις του για το μέλλον της Ευρώπης, που εκτιμά ότι μπαίνει σε μια πολύ σκληρή δοκιμασία. Το επόμενο βήμα, προς μια ενιαία Ένωση, λέει, μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν υπάρξει η πολιτική απόφαση για μια πιο ουσιαστική ένταξη των πολιτών. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

«Ε»

Στη συγκυρία της σημερινής κρίσης τίθεται το ερώτημα γιατί πρέπει να εμμένουμε στη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοχεύοντας μάλιστα σε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική ενοποίηση. Το αρχικό κίνητρο, η αποτροπή δηλαδή ενός πολέμου στην Ευρώπη, έχει ήδη ξεθωριάσει. Παρ’ όλα αυτά, υπό ένα καντιανό πρίσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα βήμα στην πορεία για τη δημιουργία μιας συντεταγμένης παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας. Από αυτή την οπτική μπορεί να προκύψει μια νέα πειστική αφήγηση.

Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο για το μέλλον της Ένωσης, το οποίο μέχρι σήμερα επεξεργάζονται οι πολιτικές ελίτ πίσω από κλειστές πόρτες, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο σύγκρουσης απόψεων που θα κατατίθενται μεγαλόφωνα στη δημόσια σφαίρα. Ενόψει αυτού του στόχου όμως, οι κυβερνήσεις κάνουν πίσω. Στο μέσον μιας θάλασσας που την ταράζουν τα ισχυρά ρεύματα της οικονομίας της αγοράς, όλοι καταφεύγουν και γαντζώνονται στο δικό τους μικρό νησί της εθνικής κυριαρχίας, το οποίο βέβαια κινδυνεύει να πλημμυρίσει. Και τα πολιτικά κόμματα προωθούν τον λαϊκισμό, τον οποίο καλλιεργούν μέσα στο νεφελώδες τοπίο των πολύπλοκων και μη δημοφιλών θεμάτων.

Η έλλειψη πολιτικών αρμοδιοτήτων στην ευρωζώνη

 Στο μεταξύ η Πανουργία του οικονομικού Λόγου (List der Oekonomischen Vernunft) ανακινεί το θέμα και το φέρνει στο φως. Από την ευρωζώνη λείπουν οι πολιτικές αρμοδιότητες που θα μπορούσαν να επιφέρουν την αναγκαία εναρμόνιση των εθνικών οικονομιών. Αυτό το θεσμικό έλλειμμα μπορεί να καλυφθεί μόνο μακροπρόθεσμα, εκτός του πλαισίου της παρούσας κρίσης, και σίγουρα όχι μέσω ενός «Συμφώνου για την Ευρώπη»», που θα αποτελούσε μια νομικά μη δεσμευτική συμφωνία των προέδρων των κυβερνήσεων. Εάν το ψήφισμα της 25ης Μαρτίου 2011, που θίγει τον πυρήνα της κυριαρχίας των κρατών-μελών, παρά τις αντίθετες προβλέψεις, τελεσφορήσει, τα δημοκρατικά πολιτεύματα θα πρέπει να καταβάλουν το τίμημα της απίσχνανσής τους σε εθνικό επίπεδο. Με δυο λόγια, στο κατώφλι της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία από οικονομική τείνει να μετεξελιχθεί σε πολιτική, η Πολιτική φαίνεται να κρατά την αναπνοή της και να σταματά. Γιατί κυριαρχεί αυτή η τρομακτική ακαμψία;

Το πυκνό δίκτυο υπερεθνικών οργανισμών γεννά τον φόβο, από τη μια πλευρά, ότι θα διαταραχθεί η κατοχυρωμένη στο εθνικό επίπεδο συνάρθρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη δημοκρατία και, από την άλλη, ότι θα αλλοιωθεί η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της απαλλαγής της εκτελεστικής εξουσίας από κάθε είδους δημοκρατικό έλεγχο, παγκοσμίως. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος μια σκέψη η οποία εκτρέφει την πολιτική ηττοπάθεια: δεν είναι εφικτό η λαϊκή κυριαρχία να λάβει υπερεθνική μορφή χωρίς έναν αντίστοιχο περιορισμό της δημοκρατικής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, καθώς μια τέτοια νομιμοποίηση μπορεί να εδραιωθεί μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος οι πολίτες υπόκεινται μόνο σε νόμους στην ψήφιση των οποίων έχουν συμμετάσχει και οι ίδιοι μέσω μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία οφείλει τη νομιμοποιητική της δύναμη τόσο στη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων όσο και στον συνδυασμό της λήψης των αποφάσεων βάσει της αρχής της πλειοψηφίας (που μπορεί να είναι και ενισχυμένη, εάν κριθεί απαραίτητο) με τη διαδικασία της διαβούλευσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η γνώμη της πολιτικής κοινότητας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, πρέπει να επιδρά μια ενεργή κοινωνία των πολιτών πάνω στο κράτος, προκειμένου να πραγματώνει τους όρους της ίδιας της ύπαρξής της. Επειδή κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αντίστοιχου πλαισίου για τον πολιτικό μετασχηματισμό των βιοτικών σχέσεων, υφίσταται μια εννοιολογική σύνδεση μεταξύ της λαϊκής και της κρατικής κυριαρχίας. Εάν η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας κοινωνίας, χωρίς πολιτικό έλεγχο, ενταθεί, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πεδίο δράσης των εθνών-κρατών, τότε θα προκύψει, από την ίδια την κανονιστική έννοια της δημοκρατίας, το αίτημα για την επέκταση της δυνατότητας άσκησης πολιτικής πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Τα κράτη αντισταθμίζουν εν μέρει την απώλεια της δυνατότητάς τους να επιλύουν προβλήματα με τη βοήθεια διεθνών οργανισμών. Αυτό όμως το πληρώνουν στην πραγματικότητα με τη δραματική μείωση του επιπέδου νομιμοποίησής τους. Επειδή το καθεστώς των διεθνών συμβάσεων έχει πάψει πια να αποτελεί κρίκο της αλυσίδας που καταλήγει στη δημοκρατική νομιμοποίηση και οι θεσμοθετημένες διαδικασίες στο πλαίσιο του έθνους-κράτους έχουν μαραθεί, ενισχύονται οι ακόλουθες δύο τάσεις: η πολιτική αναγκαιότητα να επεκταθεί η δημοκρατική διαδικασία πέρα από τα σύνορα του έθνους-κράτους και, ταυτόχρονα, η αμφιβολία εάν κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές: το κρίσιμο ζήτημα της συνταγματοποίησης της κρατικής εξουσίας

Ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, προκειμένου να μεταβιβασθούν κυριαρχικά δικαιώματα σε υπερεθνικές αρχές, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υλοποιείται, ακόμη και εάν συχνά συμβαίνει έτσι, μέσω της στέρησης της ελευθερίας της έκφρασης από τους πολίτες. Αυτή η μεταβίβαση προϋποθέτει τη συνταγματοποίηση της κρατικής εξουσίας, στην οποία οι πολίτες οφείλουν την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών τους στο πλαίσιο ενός έθνους-κράτους. Οι αρμοδιότητες, οι οποίες είτε μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές είτε ασκούνται πλέον από κοινού, πρέπει όχι απλώς να υπαχθούν σε κανόνες δικαίου, αλλά σε κανόνες δικαίου μιας δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας. Σε αυτή την περίπτωση δεν συρρικνώνεται το πεδίο της αυτονομίας των πολιτών, από τη στιγμή που οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν στη διαδικασία ψήφισης των νόμων στο υπερεθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τους κανόνες μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Με μια εδαφική επέκταση της επικράτειας και μια αύξηση του αριθμού των πολιτών δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτε άλλο πέρα από τον βαθμό πολυπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης της συλλογικής γνώμης και της βούλησης της πολιτικής κοινότητας. Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει λόγος για περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας, από τη στιγμή που η διαδικασία παραμένει άθικτη.

Από την άλλη πλευρά, το διεθνές δίκτυο, που έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί, θα εκδημοκρατισθεί μόνο στην περίπτωση που τα γνωστά συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας συναρμολογηθούν, χωρίς βέβαια να υποστούν απώλειες στο πεδίο της νομιμοποίησης, με τρόπο διαφορετικό από τον ισχύοντα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους. Από αυτή την άποψη, η δοκιμασία στην οποία πρέπει να υποβληθεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποδειχθεί πλούσια σε διδάγματα. Μέσα από αυτήν θα κριθεί η βούληση και η ικανότητα των πολιτών, των πολιτικών ελίτ και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να πραγματοποιήσουν, τουλάχιστον στην ευρωζώνη, το επόμενο βήμα στον δρόμο της ολοκλήρωσης, ούτως ώστε να προωθήσουν τον εκπολιτισμό της άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας.

 Η θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί μια πολιτικά συντεταγμένη κοινότητα, η οποία, χωρίς να καλύπτεται από μια αντίστοιχη κρατική εξουσία, ασκεί κυριαρχική εξουσία έναντι των κρατών-μελών. Ενώ στην αρχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης η εκπολιτιστική στιγμή εκφράστηκε προπάντων με την ειρήνευση μιας αιματοκυλισμένης ηπείρου, έκτοτε εκδηλώνεται στην πάλη για τη συγκρότηση ικανοτήτων του πράττειν. Οι λαοί μιας ηπείρου με συρρικνούμενο πολιτικό και οικονομικό εκτόπισμα προσπαθούν, έτσι, να αποκτήσουν ένα περιθώριο πολιτικής δράσης απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις και τους συστημικούς καταναγκασμούς μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Ο τρόπος με τον οποίο η ομοσπονδιακή δημοκρατία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της θα πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση.

Αντιλαμβάνομαι τη θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έστω και αν αυτό εξακολουθεί να αντιβαίνει στο πρώην άρθρο 48 της Συνθήκης της Λισαβόνας, ως εξής: το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών αναδεικνύεται σε συλλογικό συντακτικό νομοθέτη πλάι στα κράτη. Στην ισχύουσα Συνθήκης της Λισαβόνας, η κατάτμηση της κυριαρχίας ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, σε περίπτωση τροποποίησης της Συνταγματικής Συνθήκης, το Κοινοβούλιο εμπλέκεται στη σχετική διαδικασία, καθώς και από το ότι στην «κανονική νομοθετική διαδικασία» αναγνωρίζεται ως ισότιμο όργανο έναντι του Συμβουλίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, όχι όμως στις συνοικίες

Standard

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ

του Ρομπέρ Καστέλ

μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις νήσος (στη σειρά «Υλικά»), με επιστημονική επιμέλεια της Λίνας Βεντούρα (μετάφραση: Όλγα Αθανίτου, Βίκυ Ιακώβου, Τάσος Μπέτζελος, Γιώργος Σαγκριώτης), ο συλλογικός τόμος Μετανάστευση και κοινωνικά σύνορα. Διαδικασίες αφομοίωσης, ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού.

Όπως σημειώνει η Λίνα Βεντούρα στον Πρόλογο, «η επιλογή των κειμένων διέπεται από μια τριπλή λογική. Οι διεργασίες ενσωμάτωσης των μεταναστών θεωρείται ότι: α) αποτελούν μια έκφανση ευρύτερων διαδικασιών που διαπερνούν το σύνολο των κοινωνιών υποδοχής και συνδέονται με παγκόσμιες δυναμικές, β) όταν σημειώνονται είναι διαγενεακές, εκτείνονται δηλαδή στο χρόνο, και γ) δεν υπάρχει μια τελεολογία ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού». O τόμος περιέχει κείμενα που επικεντρώνονται τη θεωρητική και ερευνητική παράδοση και τις διαδρομές γύρω από την έννοια της ενσωμάτωσης, τόσο στο επίπεδο της θεωρίας, όσο και με συγκεκριμένες αναφορές στις πραγματικότητες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας κυρίως. Περιλαμβάνονται άρθρα των Λίνα Βεντούρα, Richard Alba, Victor Nee, Rogers Brubaker, Alejandro Portew, Min Zhou, Claire Alexander, Christine Delphy, Rober Castel, Etienne Balibar. Από τον σημαντικό αυτό τόμο, που συμβάλλει ουσιαστικά στη γνώση μας για τα ζητήματα της μετανάστευσης, της ενσωμάτωσης, του αποκλεισμού –που βρίσκονται, τα τελευταία χρόνια, στο επίκεντρο του επιστημονικού και πολιτικού μας προβληματισμού– δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο του γάλλου κοινωνιολόγου Robert Castel «Οι δυσμενείς διακρίσεις. Το έλλειμμα της ιδιότητας του πολίτη στους νέους των προαστίων», που αναφέρεται στην εξέγερση στα παρισινά προάστια το 2005.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τούρκοι εργάτες σε γαλλικό γκαράζ. Διάλειμμα για φαγητό. Φωτογραφία του Bruno Boudjelal, από το λεύκωμα «Curbet. Turcs d’ici», Les Editions de l’Imprimeur, Μπεζανσόν, 1996

 «Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, όχι όμως στις συνοικίες»: αυτό το σύνθημα που επαναλαμβανόταν συχνά τις νύχτες του Νοέμβρη δείχνει ότι από τους νεαρούς που έλαβαν μέρος στις αναταραχές δεν απουσίαζε η κοινωνική συνείδηση. Πράγματι, ένας ολόκληρος κόσμος χωρίζει τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων από την ενεργό υλοποίησή τους. Οι δύο αιώνες που μας χωρίζουν από την επαναστατική εποχή το αποδεικνύουν με κάθε ευκαιρία. Στην περίπτωση των πολιτικών δικαιωμάτων, χρειάστηκε να περιμένουμε στη Γαλλία την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου το σύνολο των πολιτών, ανδρών αλλά και γυναικών, να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση σε αυτά. Όσο για τα κοινωνικά δικαιώματα, είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ωστόσο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι γύρω στη δεκαετία του ’70 η μεγάλη πλειονότητα του γαλλικού πληθυσμού απολάμβανε εκτενή προστασία  και μια γενικευμένη κοινωνική ασφάλεια που αποτελούσε τη βάση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη. Δεν απολάμβανε βέβαια «την ισότητα και την αδελφότητα», αλλά οπωσδήποτε την ασφάλεια και την αλληλεγγύη. Μπορεί οι πολίτες να μην ήταν αυστηρώς ίσοι, και θα χρειάζονταν πολλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά μπορούσαν να μοιράζονται ένα ελάχιστο πόρων και δικαιωμάτων για να διασφαλίσουν την κοινωνική ανεξαρτησία τους. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Η αριστερή στρατηγική απέναντι στην κρίση

Standard

του Χρήστου Λάσκου 

 Οι κομμουνιστές ξεχωρίζουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα […] επειδή στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων προβάλλουν και προωθούν τα κοινά και ανεξάρτητα από εθνικότητα συμφέροντα του προλεταριάτου ως σύνολο…

Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος

Όσκαρ Κοκόσκα, «Οι δύο φίλες», περ. 1921

 Είναι γνωστό πως, εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς συγκρούονται δύο κύριες οπτικές, σε ό,τι αφορά την κρίση και την απάντηση σε αυτήν.

 Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαμάχη ως προς τα βασικά της συστατικά έρχεται από πολύ παλιά, αναπαράγοντας στο όριο τις αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του ’30 –της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης– περί καπιταλιστικής ή αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας ή, διαφορετικά, τις διαφωνίες σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης, σοσιαλιστικό ή αστικοδημοκρατικό. Αυτή η διαμάχη συνεχίστηκε για τα επόμενα ενενήντα σχεδόν, χρόνια αντιπαραθέτοντας «αντιιμπεριαλιστές» με «αντικαπιταλιστές», «καθαρούς» ή σε μίγματα διάφορων αναλογιών. Δεν σκοπεύω να αναπτύξω εδώ αυτήν τη θεματική, βέβαια. Η ιστορία μπορεί να περιμένει όταν οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές όσο οι τωρινές. Για όποιον όμως ενδιαφέρεται παραπέμπω στο βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου, από το μακρινό 1934, με τίτλο Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; και ιδίως το κεφάλαιο με τίτλο «Το ιλαροτραγικό πρόγραμμα της ελληνικής «δημοκρατικής διχτατορίας»».

***

 Οι δύο βασικές γραμμές λοιπόν, που διατρέχουν τη σημερινή συζήτηση, νομίζω πως σχηματικά πολώνονται γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης. Προσοχή! Επειδή πολλές φορές υπάρχει η αίσθηση πως κεντρικό είναι το ζήτημα της «στάσης πληρωμών» ή όχι, έχει σημασία να διευκρινιστεί εξαρχής πως αυτό είναι ένα θέμα απολύτως ήσσονος σημασίας. Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, αφορά την τακτική της διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που το ουσιώδες είναι το ποιος είναι αυτός που θα διαπραγματευθεί. Το θέτω συνεπώς εντός παρενθέσεως, θεωρώντας πως ήδη έχει υπάρξει μια μεγάλη σειρά επιχειρημάτων –περισσότερων από όσα του άξιζαν– που αναδεικνύουν τα σχετικά προβλήματα.

 Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ορίσουμε του δύο πόλους της σημερινής διαμάχης. Κατά την άποψη του Κώστα Λαπαβίτσα,[1] ο ένας πόλος είναι αυτός των ευρωπαϊστών (ένθερμων ή απρόθυμων) και ο άλλος ο δικός του, ο οποίος δεν προσδιορίζεται όμως με κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Αυτή η έλλειψη μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί είναι προφανές περί τίνος πρόκειται είτε γιατί υπάρχει το πρόβλημα του τι είναι το αντίθετο του «ευρωπαϊσμού», και ιδίως του «επαναστατικού ευρωπαϊσμού», όπως ονομάζει ο ίδιος τον ένα από τους δύο «ευρωπαϊσμούς», τον απρόθυμο. Νομίζω πως έχουμε, χωρίς αμφιβολία, να κάνουμε με το δεύτερο: τη δυσκολία δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού όσων δεν είναι «ευρωπαϊστές», πολύ περισσότερο όταν το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς –χωρίς να αναφερθούμε καν στο ΚΕΑ– αποτελείται από «επαναστάτες ευρωπαϊστές».

 Βέβαια, οι τελευταίοι επ’ ουδενί αισθάνονται «ευρωπαϊστές», όπως φαντάζομαι και ο Λαπαβίτσας, κατ’ αντίστιξη, δεν νιώθει «εθνικιστής» — να, ωστόσο, το όνομα που λείπει, αν αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη λογική της δικής του ονοματοθεσίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Άμεση δημοκρατία στην πλατεία Συντάγματος

Standard

                                                            του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, "Οι μούσες που ανησυχούν", 1918

Στις 17 Ιουνίου 2011 έγινε στην πλατεία Συντάγματος για πρώτη φορά μια ιστορική δημόσια συζήτηση περί άμεσης δημοκρατίας, η οποία είχε μεγάλη επιτυχία, τόσο από την πλευρά των ομιλητών όσο και, κυρίως, από τη μεγάλη συμμετοχή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαϊκή Συνέλευση της πλατείας ενέκρινε και δεύτερη ημέρα για συζήτηση περί άμεσης δημοκρατίας. Το σπουδαίο αυτό πολιτικό και πολιτισμικό γεγονός, ενώ θα έπρεπε να αξιολογηθεί κριτικά και να σχολιασθεί με επιχειρήματα από τα ΜΜΕ, εντούτοις αποσιωπήθηκε ή διαστρεβλώθηκε, με προφανή σκοπό την υποτίμησή του. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκει και η Ε. Πατρικίου, η οποία με άρθρο της («Ενθέματα», Η Αυγή της Κυριακής, 26.6.2011) καταφέρεται γενικώς και αορίστως με απαξιωτικό και υποτιμητικό τρόπο κατά των απόψεων που ακούσθηκαν στην εν λόγω συζήτηση και κατά της άμεσης δημοκρατίας. Το λυπηρό και αντιδημοκρατικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αρθρογράφος έχει την εντύπωση ότι είναι ο μοναδικός φορέας της ιστορικής αλήθειας και αποφαίνεται ως απόλυτος ανώτατος κριτής ότι αυτοί που μίλησαν στην πλατεία επέδειξαν «τη φτώχεια της ιστορικής μας συνείδησης και της ιστορικής μας γνώσης».

            Καταρχάς πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα στοιχεία. Οι ομιλίες ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένες τόσο για το περιεχόμενό τους όσο και για τη διάρκειά τους. Εγώ είχα αναλάβει να μιλήσω για την αθηναϊκή δημοκρατία μέσα σε 13΄ (δεκατρία λεπτά), χρόνος που ίσχυε για όλους τους ομιλητές. Όπως καταλαβαίνει κάθε εχέφρων άνθρωπος, είναι αδύνατον σε αυτό το χρονικό διάστημα να μιλήσεις, όχι για άλλα σημαντικά θέματα, αλλά ούτε καν για τα βασικά της άμεσης αθηναϊκής δημοκρατίας. Οπότε δεν τίθεται θέμα «ύποπτης» αποσιώπησης θεμάτων, όπως αβασάνιστα και επιπόλαια γράφει η αρθρογράφος. Για άλλα ιστορικά παραδείγματα της άμεσης δημοκρατίας (ΗΠΑ, Γαλλία, σοβιέτ κ.λπ.) ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στο κείμενό μου «Το τέλος της Αριστεράς» (σε δύο συνέχειες στο περιοδικό «Πολίτες», αρ. 19, Οκτώβριος 2010 και αρ. 20, Νοέμβριος 2010). Συνέχεια ανάγνωσης

Ήρθε η ώρα για έναν τηλεοπτικό σταθμό της Αριστεράς

Standard

του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου

Σοβιετική αφίσα για το βιβλίο, 1925

Τελικά, δεν υπήρξαν μόνον οι «υπόγειες», μυστικές προεκλογικές συνεννοήσεις του Γ. Παπανδρέου με τον περιβόητο Στρως-Καν για την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ. Ο έγκριτος σχολιαστής και ανταποκριτής της Ελευθεροτυπίας στην Ουάσιγκτον Δ.Π. Δήμας αποκάλυψε πρόσφατα ότι οι «φίλοι του κ. Παπανδρέου από το δημοκρατικό κατεστημένο» της αμερικανικής πρωτεύουσας ανέλαβαν να προετοιμάσουν την ελληνική γνώμη, με τις γνωστές αμερικανικές επικοινωνιακές μεθόδους, για την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και για την επιβολή της σημερινής καταστροφικής πολιτικής. Στόχος αυτής της καμπάνιας, «η έξυπνη προετοιμασία της κοινής γνώμης για την καλύτερη αποδοχή του “μοιραίου” και, υπό μορφή της “εσχάτης ανάγκης”, να καταπιούν όλοι το “χάπι” του ΔΝΤ ως ένα “αναγκαίο κακό”. Επρόκειτο περί μεθοδολογίας βγαλμένης από την Οδό των Διαφημιστών της Μάντισον Άβενιου… Η κατά πολλούς σκόπιμη και πολύμηνη διαπόμπευση της χώρας από τον πρωθυπουργό της, κατά τρόπο που δεν άφηνε ούτε επιεικώς να πει κανείς ότι ίσως επρόκειτο περί εγκληματικής απειρίας, προετοίμασε το έδαφος για όσα έμελλε να ακολουθήσουν». (Ελευθεροτυπία, 2.5.2011.) Είναι πλέον φανερό: επρόκειτο περί σχεδίου, τόσο πριν όσο και αμέσως μετά τις εκλογές, ενός διαρκώς και ασυστόλως ψευδόμενου πρωθυπουργού η πολιτική του οποίου οδηγεί την ελληνική κοινωνία σε ένα εφιαλτικό μέλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

«Εγώ δεν έχω θεό, κι έτσι κάθε πρωί καλημερίζω το ορυχείο»

Standard

 ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

 Τι γίνεται με τη χειρωνακτική εργασία στις μέρες μας; Εξαφανίζεται; Όχι. Γίνεται αόρατη. Την σπρώχνουν όσο μπορούν πιο μακριά από τα κέντρα της οικονομικής εξουσίας, εκεί όπου είναι φτηνά τα εργατικά χέρια. Εκεί όπου οι εργάτες δεν δουλεύουν για να φάνε, αλλά για να μην πεθάνουν. Και δουλεύουν τόσο ώστε άλλη ζωή δεν έχουν. Εκεί όπου οι εργάτες πηγαινοέρχονται κάθε μέρα στην κόλαση. Την κόλαση της χειρωνακτικής εργασίας, όπου ο θάνατος είναι τόσο κοντά που οι άνθρωποι καταφεύγουν στην προσευχή.

Στιγμιότυπο από την ταινία: κινέζοι εργάτες στο χαλυβουργείο του Λιαονίνγκ, από το επεισόδιο «Μέλλον».Το ντοκιμαντέρ Ο θάνατος του εργάτη (Workingmans Death) του αυστριακού σκηνοθέτη Μίχαελ Γκλάβογκερ παρουσιάζει Πέντε εικόνες για την εργασία στον 21ο αιώνα, με μόνα σχόλια τα λόγια των ίδιων των εργατών, την εικόνα τους, το μόχθο για την επιβίωση. Σε έξι επεισόδια της ταινίας ο Γκλάβογκερ ζωγραφίζει με τη φωτιά, τον καπνό, τη σκόνη, τον ήχο του σφυριού και την μπόχα, που σχεδόν φτάνει από την οθόνη στα ρουθούνια μας, την κατάσταση της εργασίας στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Οι Ήρωες βγάζουν με τα χέρια τους άνθρακα από ένα εγκαταλελειμμένο ορυχείο στην Ουκρανία, έρποντας κάθε μέρα μέσα στις στοές, με μόνο σύμμαχο την τύχη. Τα Φαντάσματα κουβαλάνε σε πλεχτά πανέρια στους ώμους τους το θειάφι που μαζεύουν από τις πλαγιές ενός ηφαιστείου στην Ινδονησία. Κάθε φόρτωμα είναι 100 κιλά και πρέπει να μεταφερθεί σε απόσταση τουλάχιστον 10 χιλιομέτρων με τα πόδια. Τα Λιοντάρια σφάζουν, γδέρνουν και καψαλίζουν κατσίκες και αγελάδες σ’ ένα τεράστιο υπαίθριο «σφαγείο», όπου το αίμα με τη λάσπη γίνονται ένα, όπου τα σφαχτάρια ψήνονται σε γούβες με καύσιμα παλιά ελαστικά αυτοκινήτων. Τα Αδέρφια διαλύουν τα πλοία που φτάνουν για απόσυρση στην ακτή του Πακιστάν: κόβουν κάθε μέρα με το φλόγιστρο τα τεράστια κομμάτια λαμαρίνας και στη συνέχεια τα στοιβάζουν στην παραλία. Ανάμεσα στους λόφους από παλιοσίδερα έχουν τις καλύβες τους, ίδιες με κελιά φυλακής.

Τι γυρεύουν άραγε (!) οι πρόσφυγες από αυτές τις χώρες στην Ελλάδα;

«Γεννηθήκαμε μες στα βάσανα γιατί τίποτα σ’ αυτή τη χώρα δεν είναι όπως θα έπρεπε. Προσευχόμαστε στο θεό να κρατήσουν οι κυβερνήτες μας ανοιχτά τα σύνορα για να μπορούμε να πουλάμε τα κρέατά μας», λένε οι νιγηριανοί εκδοροσφαγείς. «Παρακάλεσα τη βρετανική κυβέρνηση να σταματήσει να στέλνει πλοία, για να μπορέσω να γυρίσω κοντά σου, αγαπημένη μου», τραγουδάει με παράπονο ο Πακιστανός που διαλύει τα σιδερένια πλοία. «Μια φορά το χρόνο πρέπει να θάβουμε το κεφάλι μιας κατσίκας μέσα στο θειάφι του ηφαιστείου, ξόρκι για να μην μας συμβεί κανένα ατύχημα», εξηγεί ο ινδονήσιος εργάτης, κίτρινος από τη σκόνη του θειαφιού. «Δεν μπορούμε να συγκριθούμε με τον Σταχάνοφ, εμάς δεν μας παρακινεί κανένας ενθουσιασμός. Ο δικός μας ενθουσιασμός είναι η θέλησή μας να ζήσουμε. Αν δεν δουλέψουμε θα πεθάνουμε από το κρύο», λέει ο ουκρανός ανθρακωρύχος, με την ανάσα του να αχνίζει στα χιόνια στη μπούκα της στοάς. «Τέτοιες φλέβες οι παππούδες μας τις έλεγαν ποντικοπαγίδες». Συνέχεια ανάγνωσης

Το Ποντικάκι της Κατοχής

Standard

αναδημοσίευση από την Η Καθημερινή, 26.6.2011


της Μαριάννας Τζιαντζή

Κάποτε είχα την τύχη να γνωρίσω έναν ταλαντούχο τεχνίτη, παιδί Μικρασιατών προσφύγων, που στα χρόνια της Κατοχής σώθηκε από την πείνα χάρη στην ικανότητά του να «αποξυλώνει» κτίρια, δηλαδή να αφαιρεί ό,τι ξύλινο στοιχείο υπήρχε στο εσωτερικό τους και να το χρησιμοποιεί για καύσιμη ύλη ή να το ανταλλάσσει με λίγα τρόφιμα. Κάτω απ’ τη μύτη των Γερμανών, ο πεινασμένος έφηβος τρύπωνε σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, σκαρφάλωνε σε δοκάρια και ξήλωνε πατώματα, ταβάνια, σκάλες, πόρτες, ντουλάπια. «Σαν το ποντικάκι», έλεγε αργότερα, «τα ροκάνιζα όλα».

Ο έφηβος μεγάλωσε κι έγινε περίφημος καλουπιτζής. Μάλιστα, ήταν περήφανος επειδή είχε εργαστεί στο χτίσιμο του τρούλου του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών — καλούπωμα παραδοσιακό με ξύλα, που απαιτούσε ακρίβεια, δεξιοτεχνία και φαντασία. «Ό,τι βλέπει το μάτι μου, το φτιάχνει το χέρι μου»: έτσι περιέγραφε τον εαυτό του ο Μάκης που στην Κατοχή αφαιρούσε ξύλα, αλλά στα χρόνια της λευτεριάς έφτιαχνε δύσκολους ξυλότυπους.

Σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ιδιαίτερη ζήτηση για σαρακοφαγωμένα ξύλα, όμως πληθαίνουν οι συλλέκτες κοινών μετάλλων. Ο «απομεταλλωτής» είναι ένα σύγχρονο επάγγελμα της κρίσης, της μαύρης οικονομίας. Μες στη νύχτα, οι ερασιτέχνες ανακυκλωτές τριγυρίζουν στην πόλη και είτε σκαλίζουν τους κάδους είτε αδειάζουν το περιεχόμενό τους καταγής. Άλλοι παίρνουν τα αλουμίνια, άλλοι το χαλκό, άλλοι προτιμούν ρούχα ή χαρτόνια. Οι πιο οργανωμένοι κυνηγοί μετάλλου κλέβουν καλώδια του ΟΣΕ, ακόμα και ράγες.

Το Ποντικάκι της Κατοχής δεν ζει πια. Σήμερα το βασίλειο των «ποντικών της νύχτας», που τους λένε scrappers, είναι το Ντιτρόιτ, αφού στην πόλη αυτή υπάρχουν 60.000 εγκαταλελειμμένα κτίρια και πάρα πολλοί άνεργοι. Ένας δημοσιογράφος ενός περιοδικού του Σικάγου πήγε στο Ντιτρόιτ, συνομίλησε με καμιά δεκαριά scrappers και παρακολούθησε έναν από αυτούς, σε ώρα εργασίας, να αφαιρεί μέταλλα από ένα ιστορικό δημοτικό κτίριο, δωρεά του Χένρι και του Έντσελ Φορντ, που επί 32 χρόνια στέγαζε τη Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης και τώρα προορίζεται για κατεδάφιση. Τα σύνεργα του scrapper είναι ένα κατσαβίδι, ένα πριόνι, ένας φακός. Τα μέταλλα πωλούνται σε μάντρες, όπου κανείς δεν ρωτάει πολλά, και τα περισσότερα εξάγονται στην Κίνα. Θύματα των scrappers είναι και οι εγκαταλελειμμένες κατοικίες. Αν μια μονοκατοικία αδειάσει, μέσα σε δύο εβδομάδες τα μεταλλικά σπλάχνα της θα έχουν ξεριζωθεί: πόμολα, κάγκελα, σωλήνες, βρύσες, κλειδαριές. Οι scrappers ξέρουν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο, αλλά δικαιολογούνται λέγοντας ότι υπάρχουν και άλλες δουλειές του δρόμου ακόμα πιο παράνομες.

Πασίγνωστο ήταν κάποτε το Πώς δενότανε τ’ ατσάλι, το πρώτο και μοναδικό μυθιστόρημα του Νικολάι Οστρόφσκι, ενός Ρώσου συγγραφέα της σταλινικής περιόδου που πέθανε το 1936, σε ηλικία 32 ετών. Σήμερα, στην εποχή της παγκόσμιας αποσυναρμολόγησης, πληθαίνουν οι προλετάριοι, γηγενείς και μετανάστες, αλλά κλείνουν τα εργοστάσια, ενώ κανείς υπαρκτός ή ανύπαρκτος σοσιαλισμός δεν τους γυρεύει να εργαστούν ηρωικά για την οικοδόμησή του. Είναι οι υπεράριθμοι, οι περιττοί άνθρωποι που το μειονέκτημά τους είναι η ίδια η ύπαρξή τους. Δεν τους θέλει το «εδώ», αλλά ούτε υπάρχει κάποιο «εκεί» να τους δεχτεί. Άνεργοι χωρίς ελπίδα απασχόλησης, φτωχοδιάβολοι της πόλης, μαθαίνουν στην πράξη πώς διαλύεται το ατσάλι, όμως το δικό τους αστικό μυθιστόρημα δεν έχει ακόμη γραφτεί.

Κάτι πρόλαβε να χτίσει ο Μάκης, το λιανό και πολυμήχανο Ποντικάκι της Κατοχής. Όμως, τα δισέγγονά του είναι παγιδευμένα σε μια φάκα χωρίς έξοδο κινδύνου… και χωρίς τυρί.


Ασφυξία

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Η λέξη «ασφυξία», μεταφορικά και κυριολεκτικά, είναι ίσως αυτή που συνοψίζει καλύτερα όσα έγιναν την Τετάρτη στο κέντρο της Αθήνας. Και, ακόμα, αγανάκτηση, φόβος, απελπισία, πείσμα, κουράγιο, πόνος, όλα αυτά μαζί, ένα μείγμα συναισθημάτων που ξεχειλίζει. Τα ζήσαμε, τα ακούσαμε, τα είδαμε: μέσα από διηγήσεις, φωτογραφίες, βίντεο, κομμάτι-κομμάτι το ψηφιδωτό της ζοφερής μέρας έχει ανασυντεθεί — δεν χρειάζεται να το υπενθυμίσω. Αξίζει όμως να σκεφτούμε: Ποια είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα της Τετάρτης;

«Η παλαιά φρουρά». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα "Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας", Βερολίνο 1932.

To πρώτο, σίγουρα, είναι η έκταση και η ένταση της αστυνομικής βίας. Οι εικόνες αποδεικνύονται, για άλλη μια φορά, μάρτυρες αψευδείς: ο χημικός πόλεμος, οι έφοδοι ενάντια σε ειρηνικούς διαδηλωτές και θαμώνες καφετεριών, η επέκταση των «επιχειρήσεων» μέχρι το Μοναστηράκι, η συνέχισή τους με αμείωτη ένταση για ώρες δημιουργούν μια εικόνα ποιοτικά διαφορετική από τις συνηθισμένες.

Ωστόσο, όσο τρομακτικές κι αν ήταν οι παραπάνω εικόνες, δεν είναι αυτές το σημαντικό στα γεγονότα της Τετάρτης. Το σημαντικό είναι εκείνο που κρύβεται πίσω τους, το πώς έγιναν πραγματικότητα. Αν ψάχνουμε λοιπόν το κόκκινο νήμα που τις ενώνει (από τις πρωινές επιθέσεις στα μπλόκα μέχρι το γιουρούσι των έφιππων Δελτάδων και τις χειροβομβίδες κρότου-λάμψης μέσα στο μετρό), αυτό είναι το σχέδιο διάλυσης της διαδήλωσης, της εκκένωσης του Συντάγματος –για χθες και για πάντα–, του αφανισμού του κινήματος των πλατειών. Δεν έχουμε λοιπόν να κάνουμε με «αυθαιρεσίες», όπως λεγόταν, άλλες φορές, από επίσημα χείλη. Ίσως το κάθε όργανον να έβαλε την προσωπική πινελιά του, κέντησε όμως πάντα στον καμβά του κυβερνητικού σχεδίου. Με δυο λόγια, η δράση της αστυνομίας ήταν σχεδιασμένη και ταυτόχρονα ανεξέλεγκτη, κατευθυνόμενη και συνάμα εκτός ορίων. Συνέχεια ανάγνωσης