Μια νέα μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας

Standard

του Musab Younis

«Mόνος». Έργο του Darkfeign. Από το darkfeign.deviantart.com.

Στην Αγγλία πολύ συχνά λένε, σαν να είναι κάτι εντελώς αυτονόητο, ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις ταραχές ως πολιτική ενέργεια ή να θεωρούμε ότι έχουν πολιτικά αίτια. Έχω μπερδευτεί, γιατί αν δεν ανήκουν στη σφαίρα του πολιτικού, φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν απλώς ένα ηθικό έλλειμμα, μια παθολογική τάση μιας ομάδας ατόμων. Έτσι, οι ταραχές μετατρέπονται σε μια συλλογική πράξη τύπου Όσλο: ανεξήγητη καταστροφή. […].

Ο James Scott, ένα πολύ γνωστός ανθρωπολόγος, έχει ασκήσει κριτική στη διάκριση που γίνεται συχνά μεταξύ «πραγματικής» και «συμβολικής» αντίστασης. Συχνά, φαίνεται ότι η πραγματική πολιτική αντίσταση είναι οργανωμένη, συλλογική και ανιδιοτελής, ενώ οι πολιτικές πράξεις που παραμένουν ανοργάνωτες, ατομικές και σκοπεύουν στο ίδιον συμφέρον θεωρούνται ήσσονος σημασίας· ίσως δεν αξίζουν καν τον χαρακτηρισμό «αντίσταση». Ας σκεφτούμε όμως τις μαζικές λιποταξίες σε έναν στρατό ή τη μαζική μη συμμόρφωση σε μια κυβερνητική πολιτική. Οι μεμονωμένες ενέργειες μπορεί να συνιστούν πολιτική αντίσταση, υποστηρίζει ο Σκοτ, ακόμα και αν διεξάγονται σε ατομική βάση και προς το ίδιον συμφέρον, ακόμα και αν όσοι συμμετέχουν δεν έχουν πολύ ξεκάθαρες πολιτικές ιδέες. Και, ακόμα παραπέρα: τέτοιες δράσεις συχνά είναι πιο αποτελεσματικές ως παράγοντες της ιστορικής αλλαγής σε σχέση με τις μεγάλες εξεγέρσεις ή τις στρατιές των αγροτών που προσελκύουν την προσοχή των ιστορικών. Οι κοινωνικοί επιστήμονες μπορεί να προτιμούν οι άνθρωποι να εκφράζουν τις πολιτικές τους προτιμήσεις με μετρήσιμα μέσα –να ψηφίζουν, να γράφονται σε κόμματα, να διαβάζουν εφημερίδες–, αλλά θα ήταν αφελές να αποκλείσουν την πιθανότητα ότι φαινομενικά τυχαία, άνευ νοήματος πράξεις μπορεί να αποτελούν τη συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.

Ωστόσο, έχοντας δει τα μέσα, πρέπει να ρωτήσουμε: ποιας πολιτικής; Οι οξυδερκέστεροι αναλυτές αποδέχονται ότι οι ταραχές δεν αποτελούν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να μη συσχετιστούν με την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας — αυτών ακριβώς που είναι γενικά αποδεκτό ότι οδήγησαν σε ταραχές από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «ταραχές του ΔΝΤ» αποτελεί κλισέ για τις κοινωνικές επιστήμες ή ότι οι περικοπές του Κάμερον στον δημόσιο τομέα αποτελούν καθρέφτη των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ — ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Νικ Κλεγκ είχε προβλέψει «ελληνικού τύπου αναταραχές».

***

Πολλοί από όσους μετείχαμε, την περασμένη χρονιά, στις διαμαρτυρίες εναντίον της αύξησης των διδάκτρων διαπιστώσαμε ότι δύο πράγματα είχαν αλλάξει σε σχέση με προηγούμενες κινητοποιήσεις. Το πρώτο ήταν η ένταση της οργής που εκδηλωνόταν. Το δεύτερο ήταν οι άνθρωποι που εκδήλωναν αυτή την οργή. Δεν ήταν οι ακτιβιστές των συνδικάτων και της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης, που είχαν καταφθάσει αναμένοντας να ηγηθούν των διαμαρτυριών (και στους οποίους, προς μεγάλη έκπληξη των ιδίων, ουδείς έδινε σημασία). Ήταν νέοι, σχεδόν όλοι τους ακόμη στο σχολείο κι  έβραζαν από οργή. Έδωσαν στις κινητοποιήσεις τον χαρακτήρα μιας αληθινής μάχης για την εξασφάλιση των στοιχειωδών όρων επιβίωσης, μιας μάχης για έναν τύπο διαβίωσης που πραγματικά απειλούνταν. Σχημάτισαν ομάδες που είχαν κάποια σύνδεση με το φοιτητικό κίνημα, αλλά σε μεγάλο βαθμό βρίσκονταν έξω από αυτό. Η σύνθεσή τους ήταν πολυφυλετική και ανήκαν σε μη προνομιούχες οικογένειες: έρχονταν «από τις φτωχογειτονιές του Λονδίνου», σύμφωνα μ’ ένα βιντεάκι στο YouTube.

Η έλλειψη εμπειρίας τους ήταν ολοφάνερη –δεν κάλυπταν το πρόσωπό τους ούτε είχαν χαρτάκια με νομικές συμβουλές αρχικά– αλλά αυτό δεν μέτρησε καθόλου. Σε μια εποχή όπου κάθε διαδήλωση ασφυκτιούσε πίσω από τα κορδόνια της αστυνομίας –τα παραδείγματα είναι αμέτρητα και κανείς δεν αποφάσιζε να κάνει κάτι γι’ αυτό– αυτή η ομάδα σκέφτηκε αμέσως να εφαρμόσει το σύστημα των μεταφερόμενων διαμαρτυριών που διαλύονταν και την επόμενη στιγμή εμφανίζονταν σε κάποιο άλλο σημείο. Από πολλές απόψεις, η έλλειψη εμπειρίας στις διαδηλώσεις λειτούργησε υπέρ τους: φοβόντουσαν λιγότερο και ήταν πιο εφευρετικοί. Καθώς είχαμε ξεφύγει από ένα ασφυκτικό αστυνομικό κλοιό στην Parlament Square τον περασμένο Νοέμβριο, συναντήσαμε στην Oxford Street μια ομάδα νεαρών που άναβε φωτιές στο δρόμο και κατέστρεφε κάδους, τηλεφωνικούς θαλάμους και στάσεις. Σ’ αυτό το σημείο, μπορούσες πια να καταλάβεις ότι οι ταραχές βρίσκονταν προ των πυλών ή είχαν ήδη ξεκινήσει.

Ο Musab Younis είναι συνεκδότης του περιοδικού «Ceasefire». Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «n+1», στις 28.6.2011 (http://nplusonemag.com/once-more-about-the-london-riots)

 

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s