Οι νύχτες των Πακιστανών της Νέας Ιωνίας

Standard

Οι εναλλακτικοί λόγοι μιας μεταναστευτικής κοινότητας στη σημερινή Αθήνα

της Αιμιλίας Σαλβάνου

«Υακίνθη». Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη, από την ενότητα «Ο δρόμος προς τη Δύση» (Μεταίχμιο, 2001)

Στη συζήτηση για τη μετανάστευση, κεντρικό ρόλο κατέχει η προβληματική για την εργασία και τον τρόπο που συνδέονται οι μετανάστες με αυτήν. Αντιμετωπίζονται συνήθως  είτε ως εκείνοι που στερούν τις δουλειές από τους «ντόπιους», είτε ως αυτοί που, μη έχοντας δουλειά, επιδίδονται σε εγκληματικές ενέργειες, είτε, τέλος, ως οι άνθρωποι που ανανέωσαν το τοπίο της εργασίας απασχολούμενοι σε θέσεις ανεπιθύμητες για τους Έλληνες. Ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να ενταχθούν στη διαδικασία της απασχόλησης είναι εν πολλοίς προκαθορισμένος: πιεσμένοι από τον φόβο της σύνδεσης της απασχολησιμότητάς τους με το δικαίωμα να παραμείνουν στην χώρα και από τη στοχοποίησή τους ως αυτών που προκαλούν την όποια δομική ανωμαλία στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, παγιδεύονται σε μια κατάσταση κοινωνικής μεταιχμιακότητας, όπου οι πιθανότητες αποκλεισμού και ένταξης είναι υπό συνεχή διαπραγμάτευση, διαμορφώνοντας ισορροπίες τρόμου.

Προκειμένου να κατανοηθούν οι τρόποι με τους οποίους τα υποκείμενα εντάσσονται στο σύστημα, δεν επαρκεί η χαρτογράφηση του τρόπου που παράγει τους αποκλεισμούς του· θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τρόποι με τους οποίους τα ίδια αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται αυτούς τους περιορισμούς και οι λόγοι αντίστασης που αρθρώνουν. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο, όσοι συμπιέζονται από τον νεοφιλελευθερισμό στο κοινωνικό περιθώριο, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή του, διαμορφώνουν τις υποκειμενικότητές τους, όχι μονάχα με βάση τις αναγκαιότητες στις οποίες υπακούουν, αλλά και με βάση εναλλακτικούς λόγους που αρθρώνουν για τις ταυτότητές τους.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, που αναπτύχθηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Ζακ Ρανσιέρ, οι «αποκλεισμένοι» της κοινωνίας αναπτύσσουν, στη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους, στρατηγικές με τις οποίες αναμετρώνται με την ηγεμονική κουλτούρα και διαμορφώνουν εναλλακτικούς λόγους, οι οποίοι  τους επιτρέπουν να αναπτύσσουν νέες συλλογικές υποκειμενικότητες που ξεπερνούν τους καθορισμούς των εργασιακών τους ταυτοτήτων και να  διαπραγματεύονται καλύτερους όρους ζωής και κοινωνικής συμμετοχής.

Εργασιακός, αλλά όχι και κοινωνικός, χώρος

Στη Νέα Ιωνία είναι εγκατεστημένη τα τελευταία είκοσι χρόνια μια κοινότητα πακιστανών μεταναστών που αριθμεί περίπου 1.500-2.000 μέλη. Η κοινότητα είναι σχετικά αμιγής και τα μέλη της συνδέονται μεταξύ τους με πολλαπλούς δεσμούς εντοπιότητας, αλληλεγγύης, εργασίας, κοινωνικής ταυτότητας. Έτσι, υπάρχει ένας πυρήνας παλιών μεταναστών που είναι ενταγμένοι –με τις όποιες δυσκολίες– στην εργασιακή διαδικασία και άλλοι, νεοφερμένοι, που είτε απασχολούνται με συμβάσεις τις οποίες προσπαθούν συνεχώς να ανανεώσουν, προκειμένου να ανανεώσουν και την άδεια παραμονής τους, είτε συντηρούνται από τους παλαιότερους για όσο διάστημα ψάχνουν να βρουν κάποια δουλειά.

Αυτοί οι περιορισμοί καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό,  και τον τρόπο με τον οποίο οι μετανάστες εντάσσονται στο πεδίο της απασχόλησης. Παραιτούνται από το δικαίωμα να επιλέξουν το είδος της εργασίας τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξη εργασίας και απέχουν από οποιουδήποτε είδους συνδικαλιστική ή ατομική διεκδίκηση των όρων εργασίας τους· πρόκειται για αποχή, η οποία υπαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό και από τις ανταγωνιστικές σχέσεις που αναπτύσσονται κάποιες φορές μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών εργαζομένων. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τις κατηγορίες αυτές των εργαζομένων είναι η αποσύνδεση του είδους της εργασίας τους από την εξειδίκευσή τους, η μη λειτουργία του εργασιακού χώρου ως χώρου κοινωνικότητας εξαιτίας των ανταγωνισμών και, κυρίως, η εντεινόμενη επισφάλεια όσον αφορά το εργασιακό τους καθεστώς, αφού δεν προστατεύονται ούτε από την αναγκαιότητα των εξειδικευμένων υπηρεσιών που προσφέρουν αλλά ούτε και από την πίεση που μπορεί να ασκήσει η μαζικότητα μιας συλλογικής συσσωμάτωσης εργαζομένων.  Με άλλα λόγια, η είσοδος των μεταναστών στην αγορά εργασίας γίνεται με όρους που όχι μονάχα δεν προάγουν, αλλά υποσκάπτουν τη δυνατότητα να αντικατοπτρίσουν σε αυτήν την ολοκλήρωσή τους ως κοινωνικά υποκείμενα.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που κοινωνικά στρώματα, στο όνομα της προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες παραγωγής, αποστερούνται συλλογικά από το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται μέσω της εργασίας τους και του αποτελέσματός της. Στην αυγή της βιομηχανικής κοινωνίας, οι εργάτες, αφού αποκόπηκαν από τα παραδοσιακά παραγωγικά πλαίσια στα οποία ήταν ενταγμένοι και μέσω των οποίων αυτοαναγνωρίζονταν, βρέθηκαν «ανειδίκευτοι» και συνεπώς αντικαταστάσιμοι βιομηχανικοί εργάτες.  Αυτό που αντέταξαν, προκειμένου να αντισταθούν στην ισοπέδωση, ήταν η ανάπτυξη στρατηγικών που τους επέτρεπαν να αμφισβητήσουν τόσο την αποσύνδεσή τους από το προϊόν της εργασίας τους όσο και, κυρίως, το αυτονόητο της υποταγής τους στην αστική κουλτούρα. Από τους ίδιους τους κόλπους τους αναδείχθηκαν πρωτοπόροι που ακροβάτησαν μεταξύ των ονείρων τους και των επιταγών της νέας κατάστασης, αρθρώνοντας έναν εναλλακτικό λόγο ο οποίος, αντί να αποκλείει, συμπεριελάμβανε τους εργάτες.

Οι νύχτες των Πακιστανών: ο αποκλεισμός και η έμπρακτη αμφισβήτησή του

Οι σημερινοί μετανάστες έρχονται αντιμέτωποι με μια παρόμοια κατάσταση. Ο υποβιβασμός τους σε εργαζόμενους δεύτερης ταχύτητας και η αποκοπή τους από το κοινωνικό πλαίσιο της εργασίας θέτει σε αμφισβήτηση τόσο τις κοινωνικές ταυτότητες που είχαν διαμορφώσει στη χώρα τους όσο και τις προσδοκίες από την επιλογή της μετανάστευσης.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, επιτελείται στις κοινότητές τους η έμπρακτη αμφισβήτηση του αποκλεισμού τους.  Οι νύχτες των Πακιστανών περνούν με την διαμόρφωση και καλλιέργεια εναλλακτικών σεναρίων ζωής — σεναρίων που πλέκονται στον άξονα της εργασίας. Στον ελεύθερό τους χρόνο, στη διάρκεια των φιλικών τους συναθροίσεων, πλάθουν μια διαφορετική συλλογικότητα, όπου κάθε μέλος της προσλαμβάνει την κοινωνική θέση που η μεταναστευτική κοινότητα θεωρεί ότι του αρμόζει. Οι εναλλακτικοί λόγοι που αναπτύσσονται στο πλαίσιό της συγκροτούν μια ουτοπία που λειτουργεί αντισταθμιστικά στην καθημερινότητα της εξαναγκαστικής λειτουργίας τους ως απόκληρων των κοινωνιών στις οποίες έχουν ενταχθεί.

Σταθερό σημείο αναφοράς σ’ αυτήν την αναδιαπραγμάτευση είναι η επεξεργασία των καθημερινών εμπειριών τους στο πεδίο της εργασίας τους, εμπειριών που εντάσσουν στο συνολικό μεταναστευτικό τους αφήγημα. Η επεξεργασία αυτή αποκτά έντονα τοπικό χαρακτήρα, αφού, περισσότερο από την οικογένεια –που συνήθως βρίσκεται πίσω στο Πακιστάν– και από τη φαντασιακή κοινότητα του συνόλου των Πακιστανών ή μουσουλμάνων μεταναστών στην Αθήνα, η καθημερινότητα δοκιμάζεται και επεξεργάζεται, ακριβώς, στο πλαίσιο των τοπικών φιλικών ομάδων, στις τακτικές συναναστροφές τους στον χρόνο της ξεκούρασης. Ωστόσο, αυτή η επεξεργασία σπάνια έχει τον χαρακτήρα ανοιχτής διαμαρτυρίας ή έστω διατυπωμένης δυσαρέσκειας.  Εκφράζεται συνήθως με τη μορφή σχεδιασμού μιας επιθυμητής πραγματικότητας, στην οποία ο καθένας τους θα έχει την ευκαιρία να αυτοπραγματώνεται μέσω της εξάσκησης του επαγγέλματος της ειδικότητάς του.

Τις νύχτες οι Πακιστανοί έχουν εκπροσώπους από όλα τα επαγγέλματα των μεσαίας τάξης, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό τις βιωμένες εμπειρίες τις εργασιακής τους ζωής. Χρησιμοποιούν προσφωνήσεις που αντλούν από τις επαγγελματικές τους ιδιότητες. Όχι όμως τις τωρινές, αυτές που ανταποκρίνονται στη μεταναστευτική τους κατάσταση, που τους παγιδεύουν λίγο ως πολύ σε ένα αδιαφοροποίητο σύνολο εργατικού δυναμικού. Επιλέγουν αυτές που προσδίδουν κύρος στο υποκείμενο, αφού το συνδέουν άμεσα με την επιτέλεση ενός «χρήσιμου» για και αναγνωρίσιμου από την κοινότητα επαγγέλματος. Οι ιδιότητες αυτές, που δεν αντιστοιχούν στην παροντικότητα, συνδέονται άμεσα με την μνήμη και την προσδοκία. Διαμορφώνουν έτσι νέου τύπου υποκειμενικότητες, που διαφοροποιούνται από την ταυτότητα του αποκλεισμένου του παρόντος. Επέχουν θέση ασφαλιστικής δικλείδας για την οικοδόμηση μιας κοινωνικότητας ένταξης αντί για αποκλεισμού.

Η επανοικείωση με το χαμένο παρελθόν

Αυτές οι κοινότητες λειτουργούν για τους Πακιστανούς ως τρόποι επανοικείωσης με ένα παρελθόν που έχει χαθεί. Από τη μια μεριά, το παρόν τους καθορίζεται από δομικούς περιορισμούς που δεν συμπεριλαμβάνονταν στον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζαν το μέλλον τους.  Από την άλλη, το παρελθόν τους δεν υπάρχει πια — ή και δεν υπήρξε ποτέ με τους όρους που το διαπραγματεύονται, αφού πολλές φορές και οι ίδιοι έχουν συναίσθηση των νοσταλγικών τόνων με το οποίο το φορτίζουν. Με άλλα λόγια, στις νυχτερινές συναντήσεις τους οι μετανάστες μεταφέρουν ένα ενδεχόμενο παρόν στηριγμένοι σε ένα ενδεχόμενο παρελθόν. Οι επαγγελματικές ιδιότητες που χρησιμοποιούν μιλούν όχι για την πραγματικότητα που έχασαν, αλλά για το όνειρο που στερήθηκαν — στο παρελθόν τους και στο παρόν τους.

Από την άλλη, η μνήμη του ονείρου της κοινωνικής τους καταξίωσης μέσω της επαγγελματικής τους δραστηριοποίησης δεν περιορίζεται στο πλαίσιο του αφηγήματος. Στον χρόνο της σχόλης, οι γιατροί τους, οι δικηγόροι τους, οι λογιστές τους, οι δάσκαλοι προσφέρουν τις ειδικές τους γνώσεις σε όποιον τις χρειάζεται.  Αυτή η επιτέλεση των εναλλακτικών τους επαγγελματικών ρόλων αποκτά τόσο μεγάλη σημασία για τους ίδιους και την κοινότητά τους, που πολλές φορές αντικαθιστά στο συλλογικό τους φαντασιακό την αμειβόμενη απασχόλησή τους, λαμβάνοντας αξία προσδιοριστικής κοινωνικής ταυτότητας, καθολικά αναγνωρίσιμης στο πλαίσιο της κοινότητας.

Ο «γιατρός» και ο «παπάς» της πακιστανικής κοινότητας

Ο «γιατρός» από το Gujrat έχει αποκτήσει τη φήμη του αποκλειστικού γιατρού της κοινότητας, αφού καταφέρνει με την επιστήμη και τις προσευχές του να γιατρεύει προβλήματα που οι άλλοι αδυνατούν. Πατώντας στις εμπειρίες του πραγματικού και στην παραδοσιακή πίστη της κοινότητας, γίνεται ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δυο κόσμους, που οι μετανάστες δεν έχουν βρει ακόμη τον τρόπο να ισορροπήσουν. Αντίθετα, ένας άλλος μετανάστης δεν στάθηκε τόσο τυχερός όσο ο συμπατριώτης του. Φτάνοντας στην Ελλάδα το 2006, βρέθηκε να φιλοξενείται από συντοπίτες του στη Νέα Ιωνία. Ο ίδιος είχε σπουδάσει ιατρική και ονειρευόταν να εξασκήσει το επάγγελμά του στην πατρίδα του, πριν αναγκαστεί να την εγκαταλείψει για λόγους που αφορούσαν την ασφάλειά του. Μη γνωρίζοντας ελληνικά ούτε αγγλικά, απασχολήθηκε στο τζαμί, αποκτώντας το παρατσούκλι «παπάς». Και ενώ θα αναμενόταν ότι η καταξίωση που απολάμβανε στην μεταναστευτική κοινότητα λόγω του ρόλου του θα ήταν γι’ αυτόν επαρκής, η αλήθεια είναι ότι δεν σταματούσε να αναφέρεται στο όνειρό του για την ιατρική. «Θέλω να βρω έναν Έλληνα, να ανοίξουμε φαρμακείο. Αυτός την άδεια — εγώ τη δουλειά. Και θα είμαι και γιατρός στο πίσω δωμάτιο», ήταν η φράση που συμπύκνωνε τα όνειρά του και η πραγματοποίηση της οποίας απασχολούσε την ομήγυρη για αρκετές μέρες. Στο μεταξύ, έγραφε τις αναμνήσεις της μεταναστευτικής του εμπειρίας.

 Πέρα από τους μετανάστες…

Στο αξιακό σύστημα της μετανεωρικότητας που θέλει τη γνώση αναγνωρίσιμη μονάχα όταν είναι παραγωγικά αξιοποιήσιμη, οι μετανάστες απαντούν με εναλλακτικούς λόγους που αμφιταλαντεύονται μεταξύ μνημονικής ουτοπίας για τη «ζωή που θα μπορούσαν να είχαν ζήσει, αν…» και αφηγήσεων μαγικού ρεαλισμού. Ακροβατώντας μεταξύ του εμπειρικά αποδεκτού και του μεταφυσικού, διαρρηγνύουν τις βεβαιότητες της γραμμικής συνέχειας του χρόνου, και επιζητούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της νεωτερικής και προνεωτερικής αντίληψης του κόσμου, να χρησιμοποιήσουν το παρελθόν για να «θυμηθούν» το μέλλον. Τέτοιες πρακτικές βίωσης του κόσμου χαρακτηρίζουν κοινότητες που δεν έχουν βρει σταθερά τη θέση τους στο ευρύτερο πλαίσιο όπου εντάσσονται. Η κοινότητά τους δεν στερείται γνωσιακού συμβολικού κεφαλαίου — που μάλιστα αποκτά και χρηστικό χαρακτήρα, τουλάχιστον για τα μέλη της. Το μόνο που στερείται είναι οι κατάλληλοι όροι για να ενταχθεί εποικοδομητικά στο νέο της πλαίσιο. Όροι που τελικά ορίζονται από τα πολιτικά δικαιώματα, την αναγνώριση και αποδοχή της ετερότητας, την εξοικείωση με τις εναλλακτικές πορείες νεωτερικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη συλλογικής υποκειμενικότητας με βάση τα εναλλακτικά τους επαγγέλματα αποτελεί τρόπο αντίστασης στην ισοπέδωση της προσωπικότητας από τον σύγχρονο τρόπο διαμόρφωσης των κοινωνικών ισορροπιών και την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων. Μένει, ωστόσο, πάντα ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο αυτή η κατάσταση αφορά μονάχα τους μετανάστες. Αν η μελέτη της συγκεκριμένης περίπτωσης προσφερόταν λόγω της σαφούς οριοθέτησής της, δεν μπορούμε ωστόσο να παραβλέπουμε την πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες νέοι στην Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που είναι αποκλεισμένοι από μια αγορά εργασίας που θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες και την ειδίκευσή τους, συνεχίζουν ωστόσο να υπηρετούν τα όνειρά τους στο περιθώριο που αφήνει η κάθε είδους εργασιακή τους απασχόληση. Η περίπτωση των μεταναστών ήταν μονάχα ένα παράδειγμα προκειμένου να φανούν δομικά προβλήματα των σύγχρονων οικονομιών, των τρόπων αποκλεισμού και περιθωριοποίησης και των αντίστοιχων πρακτικών αντίστασης και ανάτασης απέναντι στις πρακτικές αυτές.

Η Αιμιλία Σαλβάνου είναι ιστορικός.

Το άρθρο βασίζεται στην ανακοίνωσή της στο συνέδριο του περιοδικού «Ιστορείν»  με τίτλο «Η ιστορία της εργασίας. Νέες προσεγγίσεις σε ένα διαρκές ζήτημα» (Αθήνα 20-21 Μαΐου 2011).

«Υακίνθη». Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη, από την ενότητα «Ο δρόμος προς τη Δύση» (Μεταίχμιο, 2001)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s