Κρίση και δημιουργία. Ή μήπως μας σώζουν οι μικρές χειρονομίες;

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Κόνραντ Φελιξμύλερ «Τρέξε! Τρέξε! Τρέξε! Ο καθένας βοηθάει τον εαυτό του», 1920

Ως και ο της Άμυνας υπουργός, ο Πάνος Μπεγλίτης, κάλεσε τον κόσμο να ζήσει πιο φτωχά, να ζήσουμε πιο φτωχά μέχρι να ορθοποδήσει η πατρίδα. Λίγες μέρες, φυσικά, μετά τις αποφάσεις για νέους εξοπλισμούς που, όπως φαίνεται, υπηρετούν και τις νέες στρατηγικές συμμαχίες της χώρας.

Η προτροπή αυτή, ας ζήσουμε λοιπόν πιο φτωχά, έρχεται να συμπληρώσει δυο άλλες χειρονομίες που προέρχονται όχι τόσο από επαγγελματίες του πολιτικού προσωπικού όσο από άλλους φορείς δημόσιας γνώμης, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, ανθρώπους του πολιτιστικού πεδίου. Η πρώτη χειρονομία είναι μια σύγκριση της τωρινής «εθνικής κατάθλιψης» με τις πραγματικές εποχές των πολέμων και της φτώχειας, με την Ελλάδα της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Το συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κατήφεια, και κυρίως η κοινωνική αγανάκτηση είναι αδικαιολόγητα και υπερβολικά πράγματα. Ίσως και δείγματα περισσού θράσους. Εφόσον στους πραγματικούς πολέμους και στις συμφορές του παρελθόντος το ηθικό των «απλών ανθρώπων» ήταν σχετικά ακμαίο, η σημερινή αρνητικότητα που διατρέχει την κοινωνία δείχνει έλλειμμα ωριμότητας αν όχι μια πραγματική απώλεια του μέτρου και της λογικής.

Αυτά βρίσκει κανείς στις συνεντεύξεις του Διονύση Σαββόπουλου ή του Νίκου Πορτοκάλογλου όπου, βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά που αναπαράγεται η πασίγνωστη ρητορική εναντίον του «αριστερισμού» ο οποίος, μόνος μεταξύ όλων των άλλων «-ισμών», τείνει να θεωρηθεί συνώνυμο της ελληνικής [κακής] μας μοίρας.

Αλλά σε αυτό το σημείωμα θέλω να μείνω περισσότερο σε μια άλλη εκδοχή της άποψης για τα αρνητικά σύνδρομα στα οποία υποτίθεται ότι συμβάλουμε και όλοι εμείς, όσοι ας πούμε γράφουμε από τη σκοπιά της κριτικής διαφωνίας και της πολιτικής μας δυσαρμονίας.

Μα, επιτέλους, πέρα από τις αρνητικότητες δεν βλέπουμε και την άλλη Ελλάδα; Δεν εκτιμούμε όλους όσοι δημιουργούν και κάνουν καλά τη δουλειά τους αθόρυβα και δίχως κραυγές, δίχως υψηλούς τόνους και δηλώσεις ανυπακοής;

Το ακούω και το διαβάζω καθημερινά με τη  μια ή άλλη αφορμή, ακόμα και με την αφορμή της βράβευσης του Γιώργου Λάνθιμου για την ταινία Άλπεις: εκτός από τον ζόφο υπάρχει και το φως, οι μικρές χειρονομίες και οι προσωπικές καταθέσεις που σχίζουν τα σκοτεινά πέπλα, συντηρώντας εστίες νοήματος και «χαρούμενης γνώσης». Εκτός από τη δυστυχισμένη συνείδηση υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος παραγωγικών καινοτομιών ο οποίος καταφάσκει στις δικές του αξίες και πορεύεται με τα λίγα: με λίγα λεφτά, με λίγους καλούς φίλους, με ελάχιστα μέσα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η εκτέλεση του Τρ. Ντέιβις: ο θάνατος είναι της μόδας στις ΗΠΑ

Standard

Ένα θύμα δικαστικού λιντσαρίσματος

της Άμυ Γκούντμαν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Ούτε η διεθνής καμπάνια για την αναστολή της εκτέλεσης, ούτε οι εκκλήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και εκατοντάδων προσωπικοτήτων, ούτε το γεγονός ότι η πλειονότητα των μαρτύρων κατηγορίας αναίρεσαν τις καταθέσεις τους μπόρεσαν να σώσουν τον Τρ. Ντέιβις. Είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία ενός Λευκού αστυνομικού το 1989· την Τετάρτη, οι αρχές της πολιτείας της Τζόρτζια προχώρησαν στην εκτέλεσή του. Την ίδια περίπου ώρα, στο Τέξας, εκτελούνταν ένας ακόμα θανατοποινίτης, ο Λ. Μπρούερ. Με τη θλιβερή αυτή ευκαιρία δημοσιεύουμε, με μικρές περικοπές, δύο άρθρα των αμερικανίδων δημοσιογράφων Amy Goodman και Megan Carpentier (δημοσιευμένα στην «Guardian», το πρώτο πριν και το δεύτερο μετά την εκτέλεση, στις 14 και τις 21.9.2011 αντίστοιχα), τα οποία, ξεκινώντας από την υπόθεση Τρόι, μιλάνε για τη θανατική ποινή, το δικαστικό σύστημα και τις ιδιαιτερότητες των Πολιτειών των ΗΠΑ.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Φράνσις Μπέικον, «Αίμα στο πάτωμα», 1968

Στο πιο πρόσφατο ντιμπέιτ υποψηφίων για το χρίσμα του Ρεπουμπλικάνου υποψήφιου για τις προεδρικές εκλογές του 2012, ο δημοσιογράφος Βολφ Μπλίζτερ του CNN ρώτησε: Αν κάποιος που προτίμησε να μην έχει ιδιωτική ασφάλιση αρρωστήσει βαριά, πρέπει να τον αφήσουμε να πεθάνει; «Ναιαιαι!», αναβόησε, με μια φωνή, ολόκληρη η αίθουσα. Σε ένα προηγούμενο ντιμπέιτ, όταν ο κυβερνήτης του Τέξας Ρικ Πέρρυ ερωτήθηκε για την ενθουσιώδη υποστήριξή του στην εφαρμογή της θανατικής ποινής, το πλήθος άρχισε να χειροκροτεί και να ζητωκραυγάζει. Η αντίδραση αυτή του ακροατηρίου οδήγησε τον συντονιστή του ντιμπέιτ, τον Μπράιαν Ουίλλιαμς του NBC News, να ρωτήσει: «Πώς τοποθετείστε στη δυναμική που εκδηλώθηκε μόλις σε αυτή την αίθουσα, στη θύελλα επευφημιών που δημιούργησε η αναφορά στην εκτέλεση 234 ανθρώπων;». Αυτή ακριβώς η «δυναμική» είναι ο λόγος για τον οποίο οι διαμαρτυρίες εναντίον της εκτέλεσης του Τρόι Ντέιβις έχουν τεράστια σημασία. […]

Υπάρχουν τρία σοβαρά επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του Τρόι Ντέιβις. Πρώτον, είναι Αφροαμερικανός. Δεύτερον, το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ήταν η δολοφονία ενός Λευκού αστυνομικού. Και, τρίτον, ζούσε στην Τζόρτζια.

Πάνω από έναν αιώνα πριν, η Ida B. Wells, ένας θρύλος της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας ρίσκαρε τη ζωή της όταν άρχισε να γράφει για την επιδημία λιντσαρίσματος που είχε ενσκήψει στον Βαθύ Νότο. Εξέδωσε το βιβλίο Southern Horrors: Lynch Law in All its Phases το 1892 και στη συνέχεια το The Red Record, το 1895, όπου περιγράφει λεπτομερώς εκατοντάδες λιντσαρίσματα. Έγραφε:

«Στην κομητεία του Μπρουκς, στην Τζόρτζια, στις 23 Δεκεμβρίου, ενώ αυτή η χριστιανική χώρα ετοιμαζόταν για τον εορτασμό των Χριστουγέννων, εφτά νέγροι λιντσαρίστηκαν μέσα σε 24 ώρες, επειδή αρνήθηκαν, ή δεν μπορούσαν, να δώσουν πληροφορίες για έναν έγχρωμο ονόματι Πάικ, που σκότωσε έναν Λευκό. Η Τζόρτζια είναι πρώτη στη λίστα των Πολιτειών, όσον αφορά τα λιντσαρίσματα». Συνέχεια ανάγνωσης

Η θανατική ποινή και οι Πολιτείες

Standard

της Μέγκαν Κάρπεντιερ

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Φράνσις Μπέικον, "Σταύρωση", 1965

Την Τετάρτη, το όνομα του Τρόι Ντέιβις ήρθε να προστεθεί στον κατάλογο των ανθρώπων που εκτελούνται στις ΗΠΑ: είναι ο 34ος μέσα στο 2011 (υπάρχουν οχτώ ακόμα προγραμματισμένες εκτελέσεις γι’ αυτό το έτος, που δεν έχουν ανασταλεί μέχρι τη στιγμή που δημοσιεύεται το άρθρο). […]

Το δικαστήριο καταδίκασε βέβαια τον Ντέιβις, ωστόσο στη συνέχεια εφτά αυτόπτες μάρτυρες αναίρεσαν τις καταθέσεις τους, κάποιοι μάλιστα δηλώνουν ότι πιέστηκαν από την Αστυνομία, ενώ ένορκοι λένε ότι δεν θα τον καταδίκαζαν, αν η δίκη γινόταν σήμερα. Αλλά όλα αυτά εις μάτην: μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν προσκομιστούν νέα στοιχεία που να αποκλείουν ρητά την ενοχή του καταδικασθέντος –όπως ξέρουν πολύ καλά 17 καταδικασμένοι σε θάνατο που απηλλάγησαν χάρη στο τεστ DNA– ενδέχεται κάποιο να πειστούν για την αθωότητα ενός καταδικασμένου για εγκλήματα. Ακόμα και τότε, μερικές φορές, εισαγγελείς, δικαστές και πολιτικοί εξακολουθούν να μη θεωρούν τα στοιχεία αυτά αρκούντως πειστικά.

Το αμερικανικό νομικό σύστημα αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το τεκμήριο της αθωότητας πριν από τη δίκη. Μετά την καταδίκη, όμως, θεωρείται δεδομένο, στο πλαίσιο του νομικού συστήματος, ότι οι 12 ένορκοι έλαβαν τη σωστή απόφαση, ότι οι συνήγοροι και οι κατήγοροι άσκησαν το λειτούργημά τους με εντιμότητα και τον καλύτερο δυνατό τρόπο — μια έλλογη προσέγγιση, που ωστόσο δεν μας βοηθάει να καταλάβουμε πώς καταδικάστηκαν σε θάνατο 273 άνθρωποι, που τελικά απηλλάγησαν (ορισμένοι μετά θάνατον), χάρη στις προσπάθειες του «Προγράμματος για την Αθωότητα». Συνέχεια ανάγνωσης

Υπέρ καταλήψεων συνηγορία

Standard

Ανοιχτή επιστολή σε συναδέλφους και συναδέλφισσες

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

10 Οκτωβρίου 1979. Οι φοιτητές των κατειλημμένων σχολών διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας κατά του νόμου 815 (Αρχείο Παν. Δεληκάρη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Β΄: «1946-2000», Ποταμός, Αθήνα 2001)

Αγαπητέ μου  συνάδελφε,

Διάβασα με ενδιαφέρον το δημόσιο κείμενό σου, όπου, μαζί με άλλους συναδέλφους και συναδέλφισσες,  τασσόσασταν ενάντια στις καταλήψεις. Υπάρχουν πράγματα στα οποία  συμφωνούμε και πράγματα στα οποία διαφωνούμε. Δυστυχώς, για μένα, αυτά στα οποία συμφωνούμε είναι πολύ λίγα. Συμφωνούμε ότι οι καταλήψεις έχουν πολύ λίγο κόσμο. Διαφωνούμε όμως στο τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτές. Ας αρχίσω με αυτά στα οποία διαφωνούμε.

Σκεφτόμουνα, διόλου τυχαίο, τις μέρες αυτές τον Μάη του ’68. Σήμερα τον δοξολογεί ολόκληρη η Αριστερά. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να τον δοξολογούν και φιλελεύθεροι στοχαστές ή ακόμα και ακροδεξιοί, εντάσσοντάς τον βέβαια στη δική τους οπτική. Ξέρεις πόσες αστοχίες των φοιτητών υπήρχαν τις μέρες εκείνες. Επίτρεψε μου να ασχοληθώ με μία μόνον από αυτές. Όταν ο Κον-Μπεντίτ και η παρέα του βγήκαν από τη Σορβόννη τιμωρημένοι από το πειθαρχικό, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν οι συγκεντρωμένοι απ’ έξω φοιτητές ήταν να στήσουν οδοφράγματα. Το ίδιο έκαναν και τις επόμενες μέρες. Δεν υπήρχε πιο αλλόκοτο πράγμα από αυτό. Όταν οι πρόγονοι τους επαναστάτες του 1848 η αργότερα, το 1871, στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, ύψωναν οδοφράγματα είχαν ως στόχο να εμποδίσουν τα άλογα των δυνάμεων καταστολής να τους προσεγγίσουν καθώς και τις σφαίρες που η τροχιά τους κινιόταν σε ευθεία γραμμή να τους πλήξουν. Το ’68 όμως η αστυνομία είχε αύρες στη διάθεση της και  ο στρατός τανκς  που κανένα οδόφραγμα δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει, ενώ τα δακρυγόνα, έτσι όπως εκτοξεύονται, μπορούν να πλήξουν τους διαδηλωτές όσο ψηλό και να είναι το οδόφραγμα που έχουν σηκώσει. Επιπλέον, πολλές φορές στήνανε τα οδοφράγματα χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πίσω τους δρόμους διαφυγής με αποτέλεσμα, μόλις η αστυνομία τα γκρέμιζε να τους λιανίζει με μια αγριότητα που ο μακαρίτης ο Ελεφάντης, αυτόπτης μάρτυρας, όταν τη συνέκρινε με αυτή των δικών μας, θεωρούσε τους Έλληνες συναδέλφους τους παιδιά της χορωδίας.

Απέναντι, λοιπόν, στους εξεγερμένους γάλλους φοιτητές του Μάη μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε δυο στάσεις. Η πρώτη είναι να  τους οικτίρεις για την αφέλειά  τους, η δεύτερη είναι να καταλάβεις ότι ακόμη και οι πιο πρωτοπόροι δεν ξεφεύγουν από ένα συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο που περιέχει μέσα του τις μνήμες επαναστατικών αναστατώσεων του παρελθόντος.

Πάμε στα δικά μας. Ας περιοριστώ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Εξάλλου, οι έλληνες φοιτητές δεν διαθέτουν τις «ευκολίες» των γάλλων συναδέλφων τους, δηλαδή,  τα ιστορικά έργα του Μαρξ, για να ταξιδέψουν στις  αναστατώσεις του πιο μακρινού  τους παρελθόντος. Για δες. Στη διάρκεια της χούντας, και η Νομική και το Πολυτεχνείο καταλήψεις ήταν.  Το 1979, ο «ελληνικός Μάης», με καταλήψεις ακύρωσε έναν ψηφισμένο νόμο, τον 815. Το 1990-1991 το πολυνομοσχέδιο του Κοντογιαννόπουλου, μετά από καταλήψεις και τη δολοφονία του Τεμπονέρα, αποσύρεται. Το 2006, το ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να αποσύρει την υποστήριξη του στη ΝΔ για κατάργηση του άρθρου 16, μετά από ένα μεγάλο κίνημα, όπου τον τόνο δίναν οι καταλήψεις. Και μην μου πεις, όπως μου έχεις ξαναπεί, αν το ΠΑΣΟΚ δεν  απέσυρε την υποστήριξή του, δεν θα γινόταν τίποτα. Γιατί θα σου ανταπαντήσω ότι αν δεν προηγούνταν οι ζυμώσεις και οι μετατοπίσεις που προκάλεσαν οι καταλήψεις, κανένα ΠΑΣΟΚ δεν θα απέσυρε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης

Πόσο αυτόνομος μπορεί να είναι ο αγώνας για τα δικαιώματα σε συνθήκες κρίσης;

Standard

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ


του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

 Ξεκινάω με δύο θέσεις. Η πρώτη είναι ότι κανένας επιμέρους αγώνας που διεξάγεται μέσα σε μια κοινωνία, είτε ο δικαιωματικός είτε ο οικολογικός είτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν μπορεί να διεκδικήσει έκβαση ανεξάρτητη από τον κεντρικό κοινωνικό ανταγωνισμό, ο οποίος σε τελευταία ανάλυση, όπως έλεγε ο μεγάλος γάλλος φιλόσοφος, παραπέμπει στην οικονομία και την παραγωγή. Η δεύτερη είναι ότι αυτό που ισχύει σε συνθήκες κρίσης δεν μπορεί να είναι πλήρως διαφορετικό από τον γενικό κανόνα.

Ο αγώνας για δικαιώματα δεν είναι στεγανός…

Ότο Ντιξ, "Ο πωλητής σπίρτων, 1", 1920

Με ένα λόγο, ο αγώνας για τα δικαιώματα δεν μπορεί να είναι στεγανός, είτε διάγουμε περίοδο κρίσης είτε όχι· δεν νοείται δηλαδή αγώνας που να λέει: «Εμένα δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο, παρά τα δικαιώματα του Ανθρώπου». Μιλώντας έτσι για τον «Άνθρωπο» (με κεφαλαίο Α), μια ουσία υπεράνω όλων, αδιαφορούμε για τους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους. Αυτή είναι, ας μου επιτραπεί σχηματικά, η νόσος των human rights, η οποία όμως δεν απασχολεί το παρόν κείμενο, παρά μόνο υπαινικτικά. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, αυτό που ισχύει εκτός κρίσης ισχύει και εντός, με τη διαφορά ότι σε συνθήκες όπως αυτές που ζούμε σήμερα τα ερωτήματα τίθενται φυσικά με οξύτερο και οριακό τρόπο. Η οριακότητα αυτή απασχολεί το παρόν κείμενο.

Υπάρχει κάτι στην ατζέντα των δικαιωμάτων που δύναται να τεθεί έξω από συσχετισμούς κοινωνικών δυνάμεων; Υπάρχει σκληρός πυρήνας υπεράνω διαπραγματεύσεων, είτε σε καιρό κρίσης είτε εκτός; Ή, αντιθέτως, εφόσον το κανονιστικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων συμπυκνώνει την κατά καιρούς έκβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών, τότε δεν έχει και μεγάλο νόημα να συζητάμε για σκληρό πυρήνα κανονιστικότητας, καθώς όλα τίθενται υπό κοινωνική αναδιαπραγμάτευση; Σε συνθήκες μάλιστα όπου «η πίτα μικραίνει» δραστικά και, αν μη τι άλλο, μια σειρά από κοινωνικές παροχές και κεκτημένα αίρονται, τότε το αδιαίρετο όλον των κοινωνικών, ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων ακυρώνεται, καθώς τα κοινωνικά δικαιώματα οπισθοχωρούν άτακτα, όπως κατεξοχήν συμβαίνει σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης

«Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους»

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Σπύρος Καραχρήστος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2003)

Γυρίσαμε πάλι στο Σεπτέμβρη. Αφήνοντας πίσω μας τις παραλίες, το νυχτερινό χαζολόγημα, τα παιδιά που τρέχουν στους πλακόστρωτους δρόμους, τη θάλασσα. Αφήνοντας πίσω μας… Όσοι και όσες αυτό το παράξενο καλοκαίρι βρεθήκαμε να κάνουμε διακοπές, την ώρα που φίλοι και γνωστοί έμεναν στην Αθήνα μετρώντας δουλειές και χρέη — διακοπές που δεν διέκοψαν την αγωνία μας γι’ αυτό που φουντώνει μέρα τη μέρα, καθώς διαγράφεται όλο και καθαρότερα το αδιέξοδο: στα μεσημεριανά τραπέζια, στους καφέδες του απογέματος, στις παρέες και στις ειδήσεις,  η κρίση κυριαρχεί παντού.

Διαβάζοντας σελίδες επί σελίδων, ένιωσα πως βρήκα τελικά τον υπεύθυνο: δεν είναι άλλος από τη μεταπολίτευση, την κουλτούρα της που,  πεθαίνοντας, συμπαρασύρει μαζί της και έναν ολόκληρο κόσμο. Ας τελειώνουμε, λοιπόν, μ’ αυτή την περίοδο της χλιδής και της ελευθεριότητας, ας εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που η νέα συγκυρία γεννά. Όσοι και όσες πιο δυνατοί επιβιώσουν — το  θέμα το έχουν αναδείξει ο Νικόλας Σεβαστάκης και ο Πολυμέρης Βόγλης στα ωραία τους κείμενα, σε αυτό εδώ το ένθετο.

Πέθανε λοιπόν η μεταπολίτευση. Είμαστε πλέον έτοιμοι να τυπώσουμε και τα κηδειόσημα –άρθρα, αναλύσεις και επιφυλλίδες που σωρεύονται, όλο και περισσότερες, τους τελευταίους μήνες–, να παραγγείλουμε τα στεφάνια, να ψήσουμε τους καφέδες της παρηγοριάς, να προβάρουμε τους επικήδειους.  Η «διαφθορά», οι «καταχρήσεις του δημόσιου βίου», ο «ατομικός ευδαιμονισμός», ο «λαϊκισμός»,  «ο κομματισμός», ο «κρατισμός», το κράτος και εν γένει οτιδήποτε δημόσιο, όλα όσα οδήγησαν στη σημερινή κρίση μπορούν να θαφτούν πλέον δίπλα  της. Δεν πειράζει αν μαζί τους, ανακατεμένα στο χώμα, παρασυρθούν και κάποια από τα κατακτημένα δικαιώματα και τις ελευθερίες, εμείς είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε το ξόδι. Πρώτα οι λίγοι στενοί συγγενείς –πάει ο καιρός που άπαντες όμνυαν στο όνομά της– τώρα σιγά σιγά αποχωρούν καταγγέλλοντας. Κι έπειτα οι υπόλοιποι, θεατές, όλοι εμείς που πορευτήκαμε μαζί της αυτά τα χρόνια. Δεν είμαστε και λίγοι, όσοι συνειδητοποιήσαμε τον κόσμο τις πρώτες δικές της ημέρες ή όσοι γεννηθήκανε μέσα στις δεκαετίες που ξεδιπλώθηκε. Σιωπηλοί θα ακολουθούμε, ανέτοιμοι να την υπερασπιστούμε, αναζητώντας πλέον την έμπνευση σε άλλες εποχές, στην Κατοχή, στο νέο ΕΑΜ, στα τραγούδια της δεκαετίας  του ’40, στα οράματα των νέων συλλογικοτήτων, που προσπαθούμε να διακρίνουμε. Αμήχανοι, βλέποντας πια ό,τι κάποτε πολιτικά υποστηρίξαμε ή πιστέψαμε να εκμαυλίζεται, τους ανίκανους διαχειριστές πολιτικούς της γενιάς του Πολυτεχνείου να ρητορεύουν, τις διεφθαρμένες ηγεσίες ενός κρατικοδίαιτου συνδικαλιστικού κινήματος να διαρρηγνύουν τα ήδη πουλημένα ιμάτιά τους, όσους επαγγέλθηκαν την αλλαγή να γκρεμίζουν ό,τι χτίστηκε στο όνομά της, εκείνους που τράφηκαν από τους καρπούς της να την απαξιώνουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Μαθήματα νοσταλγίας

Standard

Με την ευκαιρία της έκθεσης του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία»

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Έργο του Γ. Ψυχοπαίδη, από την έκθεση

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, έπειτα από παράταση δυόμισι μηνών, ολοκληρώθηκε, με μεγάλη επιτυχία, στο «Σπίτι της Κύπρου», η εικαστική έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη με τίτλο «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Με έργα δουλεμένα τον τελευταίο χρόνο, η έκθεση αυτή του Ψυχοπαίδη επανέφερε στη σημερινή δραματική επικαιρότητα –με σχεδόν προφητικό τρόπο– εικόνες της μνήμης και μνήμες από εικόνες άλλων καιρών, αλλά και μιας πολύ κοντινής δικής μας πραγματικότητας. Πρόκειται για μια εικαστική αναφορά στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας και στους αφανείς και φανερούς ήρωές της, έναν εικαστικό αναστοχασμό και αναψηλάφηση της ιστορικής μνήμης και μια αναζήτηση της σύγχρονης ιστορικής ταυτότητας. Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε σήμερα, με μεγάλη χαρά, το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, γραμμένο ειδικά για την έκθεση.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Δεν ξέρω και εγώ ο ίδιος γιατί συγκινήθηκα τόσο πολύ με την έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Δεν ήταν, ή τουλάχιστον δεν ήταν μόνο, η αίσθηση της συμμετοχής σε ένα καλλιτεχνικό «γεγονός» που, πέραν από τη χαρά της άμεσης αίσθησης, απευθύνεται στο λόγο και στη σκέψη. Αυτό είναι άλλωστε το ύψιστο προνόμιο της τέχνης. Εκείνα που όλοι εμείς οι άλλοι, οι κοινοί θνητοί, πασχίζουμε να εκφράσουμε με λέξεις και επεξεργασμένους συλλογισμούς, προβάλλονται υπαινικτικά, με τη μορφή μιας αδιαμεσολάβητης αισθητικής εμπειρίας. Μιλώντας για την πολιτική, για την ηθική και για την κοινωνία, οι καλλιτέχνες μπορούν να συναρπάζουν, να συγκλονίζουν, να συγκινούν και να ενεργοποιούν δίχως να εγκαλούν και δίχως να χρειάζεται να «πείθουν». Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τούς ζηλεύω. Ακόμα και αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι πάντα προϊόν επίπονων πειραματισμών και μακρόχρονου κόπου, η τελική μορφή του έργου εμφανίζεται ως αυτονόητη, αυτάρκης και πλήρης. Αντίθετα με το λόγο και τα κείμενα που αναπόφευκτα αναδεικνύουν τα κενά και τις αντιφάσεις της οποιασδήποτε αφήγησης, προκαλώντας αντιρρήσεις και αντιπαραθέσεις, τα έργα τέχνης δεν έχουν αντίλογο. Υπάρχουν και ζουν από μόνα τους. Και κρίνονται καθ’ εαυτά.

Μια άνοιξη ήδη κατακλυσμένη από τη λήθη

Έργο του Γ. Ψυχοπαίδη από την έκθεση

Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις όμως, οι καλλιτέχνες επιλέγουν να παραιτηθούν από τον εκφραστικό υποκειμενισμό που τους κρατά στο απυρόβλητο. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει με τη σειρά έργων που μας παρουσίασε ο Γιάννης Ψυχοπαίδης. Ο τίτλος της έκθεσης «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» δεν είναι βέβαια τυχαίος. Πρόσκειται για συνειδητή πολιτική παρέμβαση που αντιμετωπίζει τον δικό μας κόσμο, στοιχιζόμενος γύρω από τα σύμβολα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που έμοιαζε να ανοίγεται προς ένα αισιόδοξο μέλλον, μιας χαμένης άνοιξης που μας έκανε να ξεχνάμε τον παγερό χειμώνα που μας καθήλωνε στο παρελθόν, να σκεφτόμαστε το μέλλον μας μέσα από τους δικούς μας ήρωες, τα δικά μας σύμβολα, τις δικές μας αναπαλλοτρίωτες αναφορές, μιας άνοιξης που πειραματίζονταν με τις αξίες της, το ήθος της και το μέλλον της. Αυτή την εποχή αναπλάθει ο Ψυχοπαίδης αναπαριστάνοντας την μέσα από ένα μωσαϊκό αναμνήσεων που συντίθενται σε ένα συμβολικό Πάνθεον όπου ισότιμα και ισοδύναμα συνυπάρχουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, οι ιδέες και η τέχνη, η δράση και η θυσία, η αυταπάρνηση και η αισιοδοξία. Μόνος οδηγός είναι η μνήμη, κατ’ ανάγκην στρατευμένη και επιλεκτική. Έτσι, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος και ο Καζαντζάκης, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Σάκης Καράγιωργας και ο Πλουμπίδης, ο Μανώλης Γλέζος και ο Μίκης (να σημειώσω ότι συνειρμικά θα ήθελα να προστεθεί ο Μάνος) αναβιώνουν μιαν άνοιξη που έχει ήδη πρακτικά κατακλυσθεί από τη λήθη. Βγαίνοντας έξω από την ιστορία που τους γέννησε, αναδεικνύονται σε αμετακίνητα αρχέτυπα ενός κινουμένου συλλογικού διιστορικού γίγνεσθαι που σήμερα μας ξεφεύγει.

«Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» όπως «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα»

Έτσι, η μνήμη του Ψυχοπαίδη λειτουργεί ως μνημόσυνο του πνεύματος της δικαιοσύνης και της ελπίδας για πρόοδο. Δίχως να το λέει ρητά, ο καλλιτέχνης ανασυγκροτεί τις αρχετυπικές κατασκευές που κατέτειναν στην υπέρβαση της αθλιότητας και επικαλείται τις μεγάλες λέξεις που έχουν χάσει το περιεχόμενο τους. Ο τίτλος της έκθεσης συνοψίζει αυτή τη διαφαινόμενη απώλεια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη χώρα μας, το σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» λειτούργησε αντίστοιχα με το επαναστατικό τρίπτυχο «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα». Το ψωμί εξέφραζε την κοινή επιβίωση μέσα στον κόσμο, η παιδεία την κοινότητα της λαϊκής μέθεξης στον συλλογικά διαμορφωμένο πολιτισμό και τις ιδέες, και η ελευθερία το κοινό όνειρο της δυναμικής χειραφέτησης από τα δεσμά της διαχρονικής αθλιότητας του παρόντος. Συνέχεια ανάγνωσης