Μαθήματα νοσταλγίας

Standard

Με την ευκαιρία της έκθεσης του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία»

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Έργο του Γ. Ψυχοπαίδη, από την έκθεση

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, έπειτα από παράταση δυόμισι μηνών, ολοκληρώθηκε, με μεγάλη επιτυχία, στο «Σπίτι της Κύπρου», η εικαστική έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη με τίτλο «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Με έργα δουλεμένα τον τελευταίο χρόνο, η έκθεση αυτή του Ψυχοπαίδη επανέφερε στη σημερινή δραματική επικαιρότητα –με σχεδόν προφητικό τρόπο– εικόνες της μνήμης και μνήμες από εικόνες άλλων καιρών, αλλά και μιας πολύ κοντινής δικής μας πραγματικότητας. Πρόκειται για μια εικαστική αναφορά στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας και στους αφανείς και φανερούς ήρωές της, έναν εικαστικό αναστοχασμό και αναψηλάφηση της ιστορικής μνήμης και μια αναζήτηση της σύγχρονης ιστορικής ταυτότητας. Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε σήμερα, με μεγάλη χαρά, το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, γραμμένο ειδικά για την έκθεση.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Δεν ξέρω και εγώ ο ίδιος γιατί συγκινήθηκα τόσο πολύ με την έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Δεν ήταν, ή τουλάχιστον δεν ήταν μόνο, η αίσθηση της συμμετοχής σε ένα καλλιτεχνικό «γεγονός» που, πέραν από τη χαρά της άμεσης αίσθησης, απευθύνεται στο λόγο και στη σκέψη. Αυτό είναι άλλωστε το ύψιστο προνόμιο της τέχνης. Εκείνα που όλοι εμείς οι άλλοι, οι κοινοί θνητοί, πασχίζουμε να εκφράσουμε με λέξεις και επεξεργασμένους συλλογισμούς, προβάλλονται υπαινικτικά, με τη μορφή μιας αδιαμεσολάβητης αισθητικής εμπειρίας. Μιλώντας για την πολιτική, για την ηθική και για την κοινωνία, οι καλλιτέχνες μπορούν να συναρπάζουν, να συγκλονίζουν, να συγκινούν και να ενεργοποιούν δίχως να εγκαλούν και δίχως να χρειάζεται να «πείθουν». Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τούς ζηλεύω. Ακόμα και αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι πάντα προϊόν επίπονων πειραματισμών και μακρόχρονου κόπου, η τελική μορφή του έργου εμφανίζεται ως αυτονόητη, αυτάρκης και πλήρης. Αντίθετα με το λόγο και τα κείμενα που αναπόφευκτα αναδεικνύουν τα κενά και τις αντιφάσεις της οποιασδήποτε αφήγησης, προκαλώντας αντιρρήσεις και αντιπαραθέσεις, τα έργα τέχνης δεν έχουν αντίλογο. Υπάρχουν και ζουν από μόνα τους. Και κρίνονται καθ’ εαυτά.

Μια άνοιξη ήδη κατακλυσμένη από τη λήθη

Έργο του Γ. Ψυχοπαίδη από την έκθεση

Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις όμως, οι καλλιτέχνες επιλέγουν να παραιτηθούν από τον εκφραστικό υποκειμενισμό που τους κρατά στο απυρόβλητο. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει με τη σειρά έργων που μας παρουσίασε ο Γιάννης Ψυχοπαίδης. Ο τίτλος της έκθεσης «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» δεν είναι βέβαια τυχαίος. Πρόσκειται για συνειδητή πολιτική παρέμβαση που αντιμετωπίζει τον δικό μας κόσμο, στοιχιζόμενος γύρω από τα σύμβολα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που έμοιαζε να ανοίγεται προς ένα αισιόδοξο μέλλον, μιας χαμένης άνοιξης που μας έκανε να ξεχνάμε τον παγερό χειμώνα που μας καθήλωνε στο παρελθόν, να σκεφτόμαστε το μέλλον μας μέσα από τους δικούς μας ήρωες, τα δικά μας σύμβολα, τις δικές μας αναπαλλοτρίωτες αναφορές, μιας άνοιξης που πειραματίζονταν με τις αξίες της, το ήθος της και το μέλλον της. Αυτή την εποχή αναπλάθει ο Ψυχοπαίδης αναπαριστάνοντας την μέσα από ένα μωσαϊκό αναμνήσεων που συντίθενται σε ένα συμβολικό Πάνθεον όπου ισότιμα και ισοδύναμα συνυπάρχουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, οι ιδέες και η τέχνη, η δράση και η θυσία, η αυταπάρνηση και η αισιοδοξία. Μόνος οδηγός είναι η μνήμη, κατ’ ανάγκην στρατευμένη και επιλεκτική. Έτσι, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος και ο Καζαντζάκης, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Σάκης Καράγιωργας και ο Πλουμπίδης, ο Μανώλης Γλέζος και ο Μίκης (να σημειώσω ότι συνειρμικά θα ήθελα να προστεθεί ο Μάνος) αναβιώνουν μιαν άνοιξη που έχει ήδη πρακτικά κατακλυσθεί από τη λήθη. Βγαίνοντας έξω από την ιστορία που τους γέννησε, αναδεικνύονται σε αμετακίνητα αρχέτυπα ενός κινουμένου συλλογικού διιστορικού γίγνεσθαι που σήμερα μας ξεφεύγει.

«Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» όπως «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα»

Έτσι, η μνήμη του Ψυχοπαίδη λειτουργεί ως μνημόσυνο του πνεύματος της δικαιοσύνης και της ελπίδας για πρόοδο. Δίχως να το λέει ρητά, ο καλλιτέχνης ανασυγκροτεί τις αρχετυπικές κατασκευές που κατέτειναν στην υπέρβαση της αθλιότητας και επικαλείται τις μεγάλες λέξεις που έχουν χάσει το περιεχόμενο τους. Ο τίτλος της έκθεσης συνοψίζει αυτή τη διαφαινόμενη απώλεια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη χώρα μας, το σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» λειτούργησε αντίστοιχα με το επαναστατικό τρίπτυχο «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα». Το ψωμί εξέφραζε την κοινή επιβίωση μέσα στον κόσμο, η παιδεία την κοινότητα της λαϊκής μέθεξης στον συλλογικά διαμορφωμένο πολιτισμό και τις ιδέες, και η ελευθερία το κοινό όνειρο της δυναμικής χειραφέτησης από τα δεσμά της διαχρονικής αθλιότητας του παρόντος.

Αν όμως η σκέψη του Ψυχοπαίδη στρέφεται στο παρελθόν, η υποβλητική καλλιτεχνική του ρητορεία απευθύνεται στο παρόν, στη συγκυρία μέσα στην οποία είναι και αυτός, όπως όλοι μας, βυθισμένος. Η αναφορά στο κοινό συμβολικό παρελθόν αποκτά το νόημά της μόνο στον παρόντα χρόνο, στο σήμερα. Έτσι, η συγκίνηση που μας διακατέχει όταν αναπολούμε το σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία- Ελευθερία» εντείνεται επειδή ακριβώς τα αιτήματα αυτά, μαζί με όλα τα κεκτημένα, φαίνονται να βρίσκονται και πάλι στο κενό. Το παρελθόν επανέρχεται επειδή μοιάζει να μας εκδικείται, η ιστορία εξιδανικεύεται επειδή φαίνεται να μας ειρωνεύεται. Μη προσφέροντάς μας διαφυγές και ελπίδες, η συγκυρία μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε τις ρίζες της συνείδησης μας. Όλα φαίνεται να καταρρέουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Απειλούμαστε με την απώλεια όχι μόνο του παντεσπανιού, αλλά και του ίδιου του ψωμιού, όχι μόνο της παιδείας αλλά και των ιδεών, όχι μόνο από την ελευθερία της κοινής μας δράσης αλλά και από την ανακούφιση της συλλογικής μας αυτοπεποίθησης. Η «επιστροφή στο μέλλον» την οποία προβάλλει ο Ψυχοπαίδης εμφανίζεται συνώνυμη με την αδυναμία επιστροφής στο παρελθόν.

Ένα μάθημα για το άλγος του νόστου

Με αυτήν την έννοια λοιπόν, η έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη είναι ένα μάθημα για την αναγκαιότητα, αλλά ταυτόχρονα και για τα όρια και τη ματαιότητα της νοσταλγίας. Ένα μάθημα για το άλγος, για τον πόνο του νόστου. Ένα μάθημα για τις συνιστώσες της αγωνίας που συνοδεύει την επιθυμία της επιστροφής σε κάτι που έχει ήδη χαθεί και δεν μπορεί να ανακτηθεί, για την οδύνη που προκαλείται από την αναπόληση ενός χθες που δεν έχει σήμερα ή αύριο, μια παραλλαγή γύρω από τους αναγκαίους μεταβολισμούς της αίσθησης της απώλειας, μια κραυγή για την μοναξιά της διαπραγμάτευσης με το αδύνατο. Πρέπει να θυμηθούμε ότι παρά τα αρχαιοελληνικά της συστατικά, η λέξη νοσταλγία δεν είναι ελληνική. Έχοντας κάμει «οίστρον της ζωής τον φόβον του θανάτου» (Εμπειρίκος), οι αρχαίοι δεν φαίνονταν να τη χρειάζονται. Λεν είναι τυχαίο ότι η λέξη γεννήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ρωμαντισμού σαν απάντηση στα σωρευμένα αδιέξοδα του διάχυτου αισιόδοξου ορθολογισμού. Χαρακτηριστικά, η «νοσταλγία» εισάγεται στην ελληνική γλώσσα τον 19ο αιώνα. Μαζί με όλες τις λέξεις που αναφέρονται σε επείσακτα πρότυπα, η εθνική μας αυτογνωσία επιχείρησε ήδη τότε να διαφύγει από το παρόν μέσα από τις εξιδανικευμένες και απελθούσες χρυσές εποχές. Το απαράγραπτο και αναπαλλοτρίωτο «λίκνο του πολιτισμού» μάς κινητοποιούσε στη δράση αλλά και παρείχε συμβολικά άλλοθι για την αδράνεια. Η νοσταλγία δεν είναι λοιπόν σε καμία περίπτωση «λύση». Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, αν, όπως έλεγε ο Αλτουσέρ, «η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν», αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ούτε αυτό που ήταν ούτε αυτό που θα «ήθελε» ενδεχομένως να είναι. Ίσως να μην μπορεί καν να «είναι» τίποτε άλλο από ένα μύθο. Ως εγκλωβισμένη ή εγκιβωτισμένη μέσα στα φαντασιωσικά δεσμά ενός μυθικού χρόνου, στοχεύει να αναιρέσει μια πραγματικότητα που παραμένει δυσανεκτική και ξένη. Συγκροτείται ως πρόσχημα, ως εκλογίκευση, ως αναδρομική ουτοπία, ίσως και ως «θεραπεία» μιας παρούσας κρίσης την οποία δεν μπορούμε να υπερβούμε.

Και γι’ αυτό ακριβώς οφείλουμε να ζήσουμε και να σκεφτόμαστε όχι ως νοσταλγοί του χθες αλλά εις πείσμα της νοσταλγίας. Αυτό είναι, πιστεύω, το βαθύτερο «παιδευτικό» νόημα της παρέμβασης του Ψυχοπαίδη. Οι ήρωες και τα σύμβολα του παρελθόντος δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να μας βγάλουν από τα σωρευόμενα αδιέξοδα. Οι εχθροί δεν είναι πια ορατοί, οι λύσεις δεν είναι πια αυτονόητες, η συλλογικότητα δεν είναι πια κεκτημένη. Την κοινή νοσταλγία στην οποία ο καλλιτέχνης μας εκθέτει με τον ανεπανάληπτο τρόπο του οφείλουμε να την θυμόμαστε και να την απολαμβάνουμε γι’ αυτό που υπήρξε τότε και όχι γι’ αυτό που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από αυτήν τώρα. Το στοίχημα μπροστά στο οποίο βρισκόμαστε είναι λοιπόν άλλο. Πρέπει να ελπίζουμε πως οι νέοι θα έχουν τη δύναμη και την ικανότητα να επινοήσουν τις δικές τους προτεραιότητες, τους δικούς τους ήρωες, τις δικές τους αξίες και τη δική τους αισιοδοξία. Η νοσταλγία επιτελεί την αναγκαία κοινωνική της λειτουργία μόνον στον «τετελεσμένο μέλλοντα». Σε αυτή και μόνο την περίπτωση, οι Ψυχοπαίδηδες, ίσως και η «ψυχο-παιδεία», του μέλλοντος θα έχουν τη δυνατότητα να εμφανίσουν στην επόμενη γενιά την Ελλάδα του 2010 και του 2020 σαν μια νέα άνοιξη που θα έχει εκθρέψει τις δικές της μνήμες και αναπολήσεις, τα δικά της σύμβολα και τις δικές της αξιακές καταβολές, αλλά και τη δική της απελευθερωτική ηδονή. Και, τότε, το «Ψωμί-Παιδεία, Ελευθερία» θα έχει παίξει το διαχρονικό κινητοποιητικό του ρόλο.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s