Οι συναντήσεις της Τετάρτης

Standard

Γιώργος Γουναρόπουλος, «Κορίτσια που κεντούν», 1920-22

του Ίκαρου Μαντούβαλου

Η πρώτη επαφή μου με τον Μνήμονα ήταν στην ηλικία των 25 χρόνων, όταν δηλαδή είχα αρχίσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το αναρτημένο στα γραφεία καθηγητών πρόγραμμα των δεκαπενθήμερων συναντήσεων της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού δεν αρκούσε από μόνο του για να με κινητοποιήσει και να με οδηγήσει στα γραφεία της όπου λάμβαναν χώρα οι συζητήσεις-ομιλίες της Τετάρτης. Αν και την περίοδο εκείνη αναζητούσα επιστημονικούς χώρους και συλλογικότητες όπου η ανασύσταση και η προσέγγιση του παρελθόντος θα γίνονταν έξω και πέρα από τη λογική του απονευρωμένου ακαδημαϊσμού, η προσωπική επιθυμία να απεγκλωβιστώ από το στενό, θεσμικό πλαίσιο των μεταπτυχιακών σπουδών ήταν σχεδόν αδύναμη και υποτονική και για τον λόγο αυτόν ατελέσφορη. Η προτροπή κάποιων φωτισμένων πανεπιστημιακών δασκάλων προς όλους εμάς, τους εκκολαπτόμενους ερευνητές, να συμμετάσχουμε ως ακροατές στις ανακοινώσεις της Τετάρτης δεν έβρισκε εξ αρχής ευήκοα ώτα, αφού προσέκρουε σ’ έναν εμπεδωμένο στις συνειδήσεις μας μύθο: ο Μνήμων ανέδυε το άρωμα ενός ελιτισμού, μιας κλειστής ομάδας ιστορικών που κρατούσε ερμητικά κλειστή τη θύρα της συλλογικότητάς της.

Ωστόσο, οι μύθοι υπάρχουν για να καταρρίπτονται. Τον Οκτώβριο του 1996 αποφάσισα να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι των γραφείων της Εταιρείας στην οδό Ζωσίμου 11· ενός υπόγειου χώρου 150 τ.μ., ολίγον απόκοσμου, διαπερασμένου από υγρασία, όπου η αίσθηση της επιβεβλημένης απόλυτης σιωπής μού δημιούργησε συνειρμικά την εικόνα πειραματικής σκηνής θεάτρου. Τραπεζάκια και καθίσματα, βιβλία τοποθετημένα σε ράφια και πάγκους, βυθισμένα στο ημίφως που εξέπεμπαν τα φωτιστικά οροφής, συνέθεταν το όλο σκηνικό. Όταν έφθασα, ο ομιλητής είχε ήδη ξεκινήσει την ανακοίνωσή του, παρουσιάζοντας σε γενικές γραμμές το θέμα του. Μετά το τέλος της ομιλίας, ακολούθησε συζήτηση πάνω σε ζητήματα που ο ίδιος είχε θέσει ρητά ή υπόρρητα. Τις ερωτήσεις και τις επισημάνσεις του ακροατηρίου, που άλλοτε ήταν απλοϊκές και επιδερμικές και άλλοτε εύστοχες και καίριες, διαδέχονταν οι απαντήσεις και τα σχόλια του εισηγητή.

Πολλούς από όσους παρευρέθηκαν εκείνη τη βραδιά έτυχε να συναντήσω ξανά και άλλες Τετάρτες στα γραφεία της Εταιρείας, όπου οι επισκέψεις μου πύκνωναν χρόνο με τον χρόνο, ενώ η εξοικείωση με τον χώρο και τους ανθρώπους του ανατροφοδοτούσε τη σχέση μου με τη νεότερη και σύγχρονη ιστοριογραφία. Δέκα χρόνια αργότερα, στις αρχές του 2007, η ενεργότερη συμμετοχή μου στις δραστηριότητες του Μνήμονα, μέσα από τη συμμετοχή μου στο ΔΣ και την Επιτροπή παρουσιάσεων, μου επέτρεψε να γνωρίσω καλύτερα και πιο συστηματικά τους στόχους, τις επιδιώξεις και τις αρχές του.

Η συνύπαρξη διαφορετικών αντιλήψεων και οπτικών, κάθε άλλο παρά εμπόδιο αποτελούσε στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της Επιτροπής παρουσιάσεων, της οποίας είμαι μέλος τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Περήφανη για τη συνολική πορεία των συναντήσεων της Τετάρτης, για τον ανοικτό και δημοκρατικό τους χαρακτήρα, η Επιτροπή παρουσιάσεων αναζητούσε και αναζητά κάθε φορά εναλλακτικές λύσεις που να οδηγούν σε ανανέωση ιδεών και ανθρώπινου δυναμικού. Μόνιμη επωδό στις συζητήσεις μας αποτελεί η προσέλκυση νέων ανθρώπων, είτε από τον χώρο της ιστορίας είτε από άλλους συγγενείς επιστημονικά κλάδους, που επιθυμούν να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα της δουλειάς τους, το αντικείμενο της διδακτορικής τους διατριβής, τα πορίσματα και τις μεθόδους της έρευνάς τους. Η εικόνα του ολιγομελούς ακροατηρίου, που τα τελευταία χρόνια λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, συνδέεται με μια ευρύτερη ανησυχία για το μέλλον της Εταιρείας, της οποίας η ταυτότητα συμπυκνώνεται μεταξύ άλλων στη μακρόχρονη διατήρηση ενός χώρου συνεύρεσης ιστορικών και μη, που έχουν κοινή αντίληψη της ιστορίας και αισθάνονται την επιθυμία να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σταθώ σε μια διαπίστωση που συνιστά εν πολλοίς κοινό τόπο για εμάς τους ιστορικούς: το αιτούμενο των παρουσιάσεων που δεν είναι άλλο από το να αναδεικνύει την ιστορία σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και προβληματισμού μπορεί να πραγματωθεί μέσα από την ενθάρρυνση του κριτικού διαλόγου της ιστορίας με ποικίλους διανοητικούς χώρους (τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, τη λογοτεχνική κριτική, τις πολιτισμικές σπουδές κτλ.). Σεβόμενοι τη φυσιογνωμία της ΕΜΝΕ, προσπαθούμε να εμβολιάσουμε τη βιωμένη αυτή συλλογικότητα με προτάσεις και ιδέες που θα συμβάλουν στην ανανέωσή της και στη διεύρυνση του πεδίου δημόσιου διαλόγου της τόσο με άλλες ιστορικές κοινότητες όσο και με την κοινωνία ευρύτερα. Στην προσπάθεια αυτή, η πρωτοτυπία και καινοτόμες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να έχουν τη δική τους θέση, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν εξυπηρετούν αφενός τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής χρήσης της επιστήμης της ιστορίας και αφετέρου την εξωστρεφή παρουσία του Μνήμονα στα κοινωνικά τεκταινόμενα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s