Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Χαρακτικό του Όττο Νίκελ, από το λεύκωμα "Πεπρωμένο" (1930)

Ο στίχος από το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα αποδίδει εξαιρετικά την αναντιστοιχία ανάμεσα σε όσα εξαγγέλλει η κυβέρνηση ως στόχους για το πανεπιστήμιο και σε όσα θα αποτελέσουν τις συνέπειες του νέου νόμου. Η υπουργός υπόσχεται ένα πανεπιστήμιο χωρίς διαφθορά, με καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερο κύρος. Αυτό που τελικά θα φτιάξει είναι ένα πανεπιστήμιο περισσότερο διεφθαρμένο, πολύ χαμηλής ποιότητας και με κατακρημνισμένο κύρος.

Η «πάταξη» της διαφθοράς. Η κυβέρνηση βάζει μπροστά το «πιασάρικο» ζήτημα της διαφθοράς και υπόσχεται πως θα το αντιμετωπίσει μεταβιβάζοντας όλες τις εξουσίες από τη Σύγκλητο στο Συμβούλιο Διοίκησης. Ερώτημα πρώτο: Γιατί ένα σώμα 15 ανθρώπων, δηλαδή το Συμβούλιο, θεωρείται πως διαφθείρεται πιο δύσκολα από ένα σώμα 50 ή και 100 ανθρώπων, όπως η Σύγκλητος, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των φορέων του πανεπιστημίου; Ερώτημα δεύτερο: Τα μισά μέλη του Συμβουλίου θα είναι εξωτερικά, με στόχο να αποτελούν κατά βάση εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου, μέλη θεσμών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση ή θα ελέγχονται από αυτήν, ακόμη και πολιτικά πρόσωπα. Πώς λοιπόν, φέρνοντας μέσα στα πανεπιστήμια τους ανθρώπους και τους θεσμούς που αποτελούν την ίδια τη διαπλοκή, αντιμετωπίζεις το πρόβλημα της διαφθοράς; Ερώτημα τρίτο:Στον νόμο δεν προβλέπεται το εκλογικό μέτρο, κι αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό για το ότι εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τους συντάκτες του δεν είναι η εξάλειψη της διαφθοράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορίζοντας την παγκοσμιοποίηση

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Μπομπ Τζέσοπ

μετάφραση: Χρήστος Μπουκάλας

Έργο του Τζωρτζ Γκρος

Κυκλοφορεί, αυτές τις μέρες, από τις «Εκδόσεις του 21ου αιώνα», σε μετάφραση Χρήστου Μπουκάλα, το βιβλίο του Βοb Jessop Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Στο έργο αυτό ο Τζέσοπ, ένας από τους γνωστότερους μαρξιστές θεωρητικούς του κράτους σήμερα,  εστιάζεται στη διαλεκτική μεταξύ δομής και στρατηγικής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, αναπτύσσοντας τη δική του «στρατηγική-σχεσιακή» προσέγγιση. Το  βιβλίο, ξεκινώντας από τις μεγάλες θεωρητικές αναγνώσεις του κράτους (Μαρξ, Γκράμσι, Πουλαντζάς, Φουκώ) προχωράει στην εφαρμογή της στρατηγικής-σχεσιακής προσέγγισης σε σημαντικά ζητήματα του σύγχρονου κράτους (την έμφυλη επιλεκτικότητά του, το μέλλον του εθνικού κράτους, τη χρονική επικυριαρχία του κράτους, τη σημασία της πολυκλιμακικής μεταδιακυβέρνησης στην Ευρώπη), ενώ ολοκληρώνεται με μια σειρά προτάσεων για  τη μελλοντική  έρευνα στην πολιτική οικονομία και τη θεωρία του κράτους.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Η «παγκοσμιοποίηση» είναι μια πολύσημη, ετερόκλιτη, αμφιλεγόμενη λέξη, που συχνά συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει τα όσα αφορούν στις πρόσφατες οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές. Στην καλύτερη χρήση της υποδηλώνει μια πολυκεντρική, πολυκλιμακική, πολυχρονική, πολυαιτιακή και πολύμορφη διαδικασία. Η διαδικασία είναι πολυκεντρική διότι προκύπτει από δραστηριότητες σε πολλούς τόπους και όχι από ένα μοναδικό κέντρο. Είναι πολυκλιμακική διότι προκύπτει από δράση σε πολλές κλίμακες –που δεν εννοούνται πλέον εγκατεστημένες σε μια σαφή ιεραρχία, αλλά φαίνεται ότι συνυπάρχουν και αλληλοδιεισδύουν με μπερδεμένο και συγχεχυμένο τρόπο–, και διότι αναπτύσσει και επιτείνει τον κλιμακικό και τον χωρικό καταμερισμό εργασίας. Άρα αυτό που από μια οπτική γωνία περιγράφεται ως παγκοσμιοποίηση, θα μπορούσε από άλλη κλιμακική προοπτική να παρουσιαστεί διαφορετικά (και, ίσως, ακριβέστερα) ως, φέρ’ ειπείν, διεθνοποίηση τριαδοποίηση, οικοδόμηση περιφερειακών μπλοκ, οικοδόμηση δικτύων παγκοσμίων πόλεων, διασυνοριακή συνεργασία, διεθνής τοπικοποίηση, glocalization, glurbanization,  διεθνικοποίηση). Είναι πολυχρονική διότι εμπλέκει προοδευτικά συνθετότερη αναδόμηση και αναδιάρθρωση χρονικοτήτων και χρονικών οριζόντων. Αυτό το στοιχείο αποτυπώνεται στις έννοιες της χωροχρονικής απόκλισης και χωροχρονικής συμπύκνωσης. Από αυτές τις διαδικασίες, η πρώτη έγκειται στην έκταση των κοινωνικών σχέσεων στον χρόνο και τον χώρο, ώστε να μπορούν να ελέγχονται για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους (συμπεριλαμβανομένου ενός όλο και πιο απόμακρου μέλλοντος) και σε μεγαλύτερες αποστάσεις και περιοχές, και σε περισσότερες κλίμακες δραστηριότητας. Η χωροχρονική συμπύκνωση έγκειται στην εντατικοποίηση διακριτων γεγονότων σε ακαριαίο χρόνο, ή/και στην αυξημένη ταχύτητα υλικών και άυλων ροών σε μια δεδομένη απόσταση. Η παγκοσμιοποίηση είναι σαφώς πολυαιτιακή, αφού προκύπτει από τη σύνθετη, απρόοπτη αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών αιτιακών διαδικασιών. Είναι επίσης πολύμορφη. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Γενιά των φύλλων των ανθρώπων η γενιά

Standard

 αναδημοσίευση από την «Καθημερινή», 25.9.2011

 του Παντελή Μπουκάλα

Σκίτσο του Ηλία Μακρή, για τον χαμό του Σπύρου Μπουκάλα («Η Καθημερινή» 17.8.2011)

Είναι φορές στη ζωή των ανθρώπων που οι λέξεις τούς φαίνονται ανούσιες κι ανόητες· τιποτένιες και προδοτικές. Ακόμα και η ίδια η πράξη της σκέψης τούς μοιάζει τότε απαράδεκτη, γιατί, έστω κι αν έχουν πειστεί από το πολύ φαρμάκι να αντιστρέψουν τον Σεφέρη και να πουν πως «είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε», κρίνουν απαράδεκτο τον ίδιο τον πόνο που τους τσάκισε· δεν τον υπολογίζουν σαν όλους τους υπόλοιπους, τους «συνήθεις», που, ακολουθώντας ακόμα κι αθέλητά τους μια μυριόχρονη επιβιωτική πρακτική τόσο καλά αφομοιωμένη που να μην είναι καν αισθητή η ύπαρξή της, τους χρησιμοποιούν για ν’ αντέξουν, για να ενισχύσουν το φρόνημά τους, ίσως και για να μεταπλάσουν σε κάποιας μορφής τέχνη τον σπαραγμό τους. Είναι φορές λοιπόν που πρέπει να πολεμήσεις με την απέχθεια για τις λέξεις, με την άρνηση της ίδιας της υπόστασής τους, με το μίσος για όσα λένε και για όσα αδυνατούν να συλλάβουν και να αποδώσουν. Είναι τότε που το ουρλιαχτό φαντάζει νοηματικά πλουσιότερο και κυριολεκτικότερο από οποιαδήποτε παρηγορητική φιλοσοφία· τότε που οποιαδήποτε προσπάθεια να συνταχθούν τα ασύντακτα και να ειπωθούν τα μη φωνητά, μοιάζει αδάπανο φιλολόγημα και ανεπίτρεπτη ωραιολογία. Πώς τάχα αποκτάς γνώση και γνώμη για τα πυρωμένα κάρβουνα όταν τα πιάνεις με ψυχρές λαβίδες και με πυρίμαχα γάντια…

Γυρνάει ο καθείς από τον άναυδο πόνο ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο παίρνοντας τον δικό του βασανιστικό δρόμο, το δικό του μονοπατάκι — και, το ξέρουμε, δεν γυρνάνε όλοι οι ναυαγισμένοι· η λερναία πίκρα μπορεί να σε καταπιεί, να θρυμματίσει μονομιάς όσους θώρακες πίστεψες πως απέκτησες με καιρό και με κόπο. Ο δικός μου δρόμος, εδώ, τώρα, για να γυρίσω από τον τρόπο της παγωμένης αλαλίας ή της κραυγής στον κόσμο της γραφής, και μάλιστα της δημόσιας γραφής, είναι ο κόσμος της ανάγνωσης. Να διαβάσω, όχι για να διαβώ σε κάποιο ψύχραιμο «απέναντι», αλλά για να κατέβω βαθύτερα στο «εκεί»: εκεί όπου ο χρόνος ρουφιέται από μια μαύρη τρύπα, κι η ψυχή μαζί του, και ο μοναδικός τρόπoς διαφυγής είναι το «αν», ειπωμένο είτε με τον τρόπο του Ελύτη μετατονισμένο και προσαρμοσμένο στη δεινή ανάγκη, «Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…», είτε με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για έναν άγουρο που νιότη δεν εχάρη γιατί τον πρόλαβε ο «σκληροκάρδης» με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», ή το «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά· μια τριχούλα χρόνου, μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον χρόνο στα δύο, στον ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου· εύκολο ήταν να κοπεί, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του, σε ένα «εκεί» που σε θέτει εντός χρόνου, στη μνήμη των περιλειπομένων, πλην εκτός κόσμου. Συνέχεια ανάγνωσης