Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: ένας προστάτης άγιος του Occupy Wall Street

Standard

της Nina Martyris

 Ενόσω οι διαδηλώσεις του κινήματος Occupy Wall Street ανθίζουν σε όλη την Αμερική, θα τις παρακολουθεί, αναμφίβολα, από ψηλά, ο  προστάτης  άγιος της πολιτικής ανυπακοής της χώρας. Ο Μπάρτλεμπυ,  ήρωας του  έργου Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: Μια ιστορία της Γουόλ Στριτ, αυτής της  βαθιά αμφίσημης ωδής του Μέλβιλ στην παθητική αντίσταση που εκδόθηκε στα 1853, δεν έκρουσε τα κύμβαλα, δεν ντύθηκε χίπικα ούτε διαδήλωσε στο Μανχάταν, κρατώντας μια πικέτα που έγραφε «Eat the Rich». Εντούτοις,  κατέλαβε όντως τη Γουόλ Στριτ. Και την κατέλαβε ήσυχα, με την επιμονή της ηρεμίας του και χωρίς την παραμικρή τηλεοπτική κάμερα τριγύρω.

Αλλά ενώ ο Μπάρτλεμπυ είναι ένας πρόσφυγας που δραπετεύει από το Αμερικάνικο Όνειρο, ο μέσος διαδηλωτής του Occupy Wall Street αποζητά απεγνωσμένα να του δώσουν πίσω αυτό το Όνειρο. Οι σημερινοί διαδηλωτές θα μπορούσαν να μάθουν κάτι από την ιστορία του Μπάρτλεμπυ, ακόμα και αν, εν τέλει, το μοντέλο αντίστασής του είναι ανεπαρκές.

Οι αναγνώστες πρωτογνωρίζουν τον Μπάρτλεμπυ όταν ένας εύπορος δικηγόρος της Γουόλ Στριτ προσλαμβάνει έναν «πελιδνά άμεμπτο, θλιβερά σεβαστό, αθεράπευτο μόνο» άνδρα [μετ. Μένης Κουμανταρέας] εν είδει ανθρώπινου φωτοτυπικού μηχανήματος. Αρχικά, ο υπάλληλος αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός αντιγραφέας, τόσο επιμελής που διατρέχει τον κίνδυνο να βλάψει ανεπανόρθωτα τα χέρια και την όρασή του. Ανεξήγητα όμως, όταν ο δικηγόρος του ζητά να κάνει οτιδήποτε εκτός από το να αντιγράφει σημειώματα (όπως π.χ. κάποια θελήματα), ο Μπάρτλεμπυ, πολύ ευγενικά, το αρνείται με τη φράση: «Θα προτιμούσα όχι».

Σε μεγάλο βαθμό, η πεμπτουσία της εργασιακής του ηθικής συνοψίζεται σε αυτή την αρνητική επωδό. Τελικά, προτιμά να μην κάνει την παραμικρή δουλειά. Δεν επικαλείται κανέναν λόγο γι’ αυτή του την αντίσταση, δεν προβάλλει το παραμικρό αίτημα, και σπαταλά όλη του τη μέρα ρεμβάζοντας, με το βλέμμα του καρφωμένο στον τούβλινο  τοίχο που στέκει έξω από το παράθυρό του. Μετατρέπεται πρακτικά σε άστεγο, ο οποίος κοιμάται  στο γραφείο και δεν εγκαταλείπει ποτέ το χώρο. Οι άλλοι υπάλληλοι πιέζουν το αφεντικό να τον απολύσει, αλλά ο δικηγόρος, που αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του ανθρωπιστή (αν οι εταιρείες είναι άνθρωποι, γιατί όχι και οι δικηγόροι;), καταλήγει να μην μπορεί να αντιδράσει. Αντίθετα, αναπτύσσει έναν υφέρποντα σεβασμό γι’ αυτό το στωικό μουλάρι, φτάνοντας σε σημείο να τον παρακαλέσει να μείνει σπίτι μαζί του, πράγμα το οποίο ο Μπάρτλεμπυ φυσικά «θα προτιμούσε όχι».

Στο τέλος, ο δικηγόρος, που τον έχει στοιχειώσει όλη αυτή η υπόθεση,  σηκώνεται και βρίσκει ένα καινούργιο γραφείο. Το Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης, χωρίς χρήση πέπερ σπρέι οδηγεί τον Μπάρτλεμπυ  στη φυλακή για επαιτεία.  Στη φυλακή, ο Μπάρτλεμπυ αρνείται την τροφή, εξασθενεί και πεθαίνει κάτω από ένα δέντρο. Το μοναδικό κλειδί για τη συμπεριφορά του εμφανίζεται στο τέλος της ιστορίας, όταν οι αναγνώστες μαθαίνουν πως ο απόμακρος γραφέας είχε προηγουμένως εργαστεί στο Γραφείο Ανεπίδοτων Επιστολών του Ταχυδρομείου, κάνοντας μια δουλειά ακόμα πιο εκμηδενιστική από το να αντιγράφει έγγραφα για πλούσιους έχοντας για μοναδική θέα έναν τούβλινο τοίχο από τούβλα.

Είναι αρκετά δύσκολο να προσδιορίσουμε τι είχε στο μυαλό του ο Μέλβιλ όταν δημιουργούσε τον πρώτο παθητικό ακτιβιστή της Αμερικής· ωστόσο, στην παθητική επιθετικότητα του χαρακτήρα του υποβόσκει μια καταλυτική κριτική της Γουόλ Στριτ. Στον Μπάρτλεμπυ βλέπουμε έναν άνθρωπο που υποφέρει από πνευματικό καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Δεν επιθυμεί να είναι χρήσιμος — κάτι τέτοιο θα έτρεφε απλώς και μόνο την ασθένεια. Η απόσυρσή του σε έναν εσωστρεφή αυτοκαταστροφικό λαβύρινθο αντιπροσωπεύει τη σταδιακή υποθήκευση της ηθικής φαντασίας  σε έναν κόσμο όπου η ύλη είναι ιερή. Είναι η τέλεια αντιγραφική μηχανή που εν ευθέτω χρόνω θα αντικατασταθεί από μια πραγματική μηχανή με προσαρμοσμένους γυαλιστερούς αμφιβληστροειδείς, κατασκευασμένους στην Κίνα από εργαζόμενους σε ανήλιαγα εργοστάσια που περιστοιχίζονται από τούβλινους τοίχους. Έτσι, μετατρέπεται σε λουφαδόρο, το πιο μισητό υποκείμενο για τον καπιταλισμό. Επιλέγοντας μια ταπεινωτική γι’ αυτόν έξοδο από το σύστημα, προκαταλαμβάνει την αθωότητά του ως προς αυτό, βγάζοντας τη γλώσσα στη δύναμή του.

Ο γραφέας Μπάρτλεμπυ συνιστά έναν πολύπλοκο λογοτεχνικό πρόγονο του σημερινού Αντι-Γουόλ Στριτ Γούντστοκ. Η μοναχική του αντίσταση αντικαθρεφτίζει μια βαθύτερη σήψη που κατατρώει τον καπιταλισμό και της οποίας μετάσταση υπήρξε ο χρηματοπιστωτικός χουλιγκανισμός που προκάλεσε το κραχ του 2008. Εάν η ασκητική  αποστασιοποίηση του Μπάρτλεμπυ βρίσκεται στο ένα άκρο του φάσματος,  στο αντίθετο άκρο του οποίου τοποθετείται  το «Η απληστία είναι καλό πράγμα» των Ευαγγελιστών, το Occupy Wall Street, το οποίο θέλει να κοινωνικοποιήσει την απληστία, βρίσκεται κάπου στο μέσον. Οι σημερινοί διαδηλωτές προτιμούν η επιδίωξη της ευτυχίας ή να μην πατεντάρεται ως αποκλειστικό προνόμιο κάποιων, όμως η επιδίωξη αυτή ακόμα τους ενδιαφέρει.

Το κίνημα Occupy Wall Street, ήδη στην τέταρτη εβδομάδα του, δεν έχει ακόμα καταφέρει να διατυπώσει και να προβάλλει Ένα Αίτημα. Το να εξαγάγει κανείς ένα ξεκάθαρο μανιφέστο από το μουτζουρωμένο μέτωπο της απουσίας δικαιοσύνης δεν είναι εύκολο. Η κατάσταση του Κινήματος συνηχεί με την εντυπωσιακή έλλειψη σκοπού του Μπάρτλεμπυ. Ο Μπάρτλεμπυ δεν είχε κανένα αίτημα, επειδή γνώριζε ότι για την ασθένεια που κατέτρωγε την ψυχή του ήταν ανώφελα όλα τα ανταλλάγματα που θα του προσέφερε ένας πλούσιος δικηγόρος.  Προσέγγισε το πρόβλημα καθιστώντας σαφές όχι αυτό που ήθελε, αλλά αυτό που δεν ήθελε και στο οποίο δεν ήθελε να συμμετάσχει. Αρνούμενος στο σύστημα το μόνο πράγμα επάνω στο οποίο είχε απόλυτη εξουσία –τη συναίνεση του– διατήρησε τον ανθρωπισμό και την ηθική του ακεραιότητα.

Η συναίνεση είναι το νόμισμα του καπιταλισμού. Η ισχύς του Όχι είναι ό,τι ακριβώς θα έπρεπε να δρέψουν οι διαδηλωτές του Οccupy Wall Street. Το μποϋκοτάρισμα ορισμένων τραπεζών ή πολυεθνικών είναι σίγουρα ένας τρόπος μέσω του οποίου αυτό το μαζικό κίνημα, με την τεράστια αγοραστική δύναμη, εκλογική επιρροή, και «παρενοχλητική» του αξία μπορεί να μετατρέψει σε πυροτέχνημα τις ματαιοδοξίες της  Γουόλ Στριτ. Ακόμα,  θα μπορούσε να επιβάλει την απαγόρευση χορηγιών στους πολιτικούς υποψήφιους που λαμβάνουν χρήματα από τη Γουόλ Στριτ. Δεδομένου ότι τόσο πολλοί από τους διαδηλωτές μοιάζουν  να θέλουν να αποτελέσουν τμήμα ενός πιο δίκαιου κοινωνικού συμβολαίου και φιλοδοξούν για ένα ευρύτερα διαθέσιμο Αμερικάνικο Όνειρο, οι διαμαρτυρίες τους θα έπρεπε να αφορούν περισσότερα πράγματα από την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα.

Το κίνημα του 99% μπορεί  ίσως να αρχίσει αλλάζοντας το ανούσιο άβαταρ που έχει στο Facebook: να βάλει, στη θέση της μπαλαρίνας που ακροβατεί επάνω στην πλάτη ενός ταύρου, έναν γραφέα. Με μία και μόνη κίνηση, θα προέβαλλε την εικόνα ενός καταξιωμένου προγόνου και συμπατριώτη — ενός μορφωμένου αλλά άστεγου χορτοφάγου (ο Μπάρτλεμπυ έτρωγε μόνο τζίντζερ), που περιφρονεί ξέπνοα τον Μαμμωνά, ο οποίος προσπάθησε αλλά απέτυχε να τον τιθασεύσει. Αν το ξανασκεφτόταν βέβαια κανείς, ίσως ο Μπάρτλεμπυ, όσον αφορά μια τέτοια αλλαγή,  να «προτιμούσε όχι».

Η Νina Martyris είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο «New Republic», στις 15.10.2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s